Μιαν αργή, επίμονη βροχή είχε εγκατασταθεί πάνω απ' την πόλη. Το νερό της, κατά έναν περίεργο τρόπο, δεν απορροφόταν απ' το έδαφος αλλά έστεκε εκεί· την έκανε να γυαλίζει σαν μαύρος, υγρός καθρέφτης.
Οι κάτοικοί της κούρδισαν την καινούρια ημέρα, και ξεκίνησαν να την περπατούν.
Βιαστικές φιγούρες πηγαινοέρχονταν στους δρόμους και τα πεζοδρόμια. Αυτοκίνητα περίμεναν παραταγμένα με ανυπομονησία να ξεκινήσουν μπροστά στο φανάρι, που τα υποχρέωνε να μένουν ακίνητα.
Μια γυναίκα σκόνταψε πάνω σε έναν ποδηλάτη, που περνούσε σφήνα κείνη τη στιγμή, και τον έριξε κάτω. Έσπευσε σοκαρισμένα να ζητήσει συγνώμη και να τον βοηθήσει να ανασηκωθεί. Συνέχισε να μονολογεί πόσο αδέξια είναι, όταν η αμηχανία της έδωσε τη θέση της σε ουρλιαχτά, τη στιγμή που έσκυψε να μαζέψει το ποδήλατό του.
Η βουή του κόσμου σταμάτησε και όλοι γύρισαν προς το μέρος της. Εκείνη συνέχιζε να ουρλιάζει, μη μπορώντας να πάρει τα μάτια της από το έδαφος. Οι πλάκες του πεζοδρομίου δεν υπήρχαν πια. Στον πυθμένα ενός παράλληλου κόσμου, έβλεπε την αντανάκλασή της ανάποδα, να κάθεται οκλαδόν και να κλαίει βουβά.
Όλοι έτρεξαν στο σημείο για να δουν τι συμβαίνει, τι ήταν αυτό που την είχε ταράξει τόσο πολύ.
Τα βλέμματα καρφώθηκαν και τα στόματα άρχισαν να ξεφωνίζουν το ίδιο δυνατά.
Άλλος έβλεπε τον εαυτό του να κρατάει ένα ματωμένο αντικείμενο, άλλος να στέκεται σιωπηλός και ηττοπαθώς με κατεβασμένο το κεφάλι και άλλος να μαίνεται από οργή. Άλλοι, πάλι, χαμογελούσαν, βλέποντας στον «κάτω κόσμο» τον εαυτό τους να είναι πράος και ήρεμος.
«Ένα σκυλάααακιιι» ακούστηκε μια παιδική φωνούλα, λίγο παραδίπλα, κι απ' τον ενθουσιασμό τού έπεσε το γλειφιτζούρι από τα χέρια. Στην αντανάκλαση του νερού, η φιγούρα του παιδιού άρπαξε στον αέρα το γλειφιτζούρι και, χαμογελώντας, του το επέστρεψε.
Ένας προς έναν, οι άνθρωποι άρχισαν ξανά να κινούνται. Μόνο που τώρα κανείς δεν βάδιζε όπως πριν. Τα πιγούνια ανασηκώθηκαν. Τα μάτια καρφώθηκαν στον γκρίζο, βαριά συννεφιασμένο ουρανό. Τα βήματα έγιναν αβέβαια, σχεδόν ψηλαφιστά, σκοντάφτοντας από εδώ κι από εκεί. Αρνούνταν, όμως, να κοιτάξουν κάτω. Συνέχιζαν να προσποιούνται πως πατούν σε συνηθισμένο τσιμέντο.
Η βροχή συνέχιζε να πέφτει πυκνή, αμείλικτη και να φτιάχνει λακκούβες και μικρές λίμνες. Και καθώς το νερό άρχισε ν' ανεβαίνει —φτάνοντας σιγά σιγά μέχρι τα γόνατα— ο καθρέφτης πια ψήλωνε. Και στον κάτω κόσμο, οι χιλιάδες εκείνες εγκλωβισμένες φιγούρες, άρχισαν να σηκώνουν τα χέρια τους προς την επιφάνεια, περιμένοντας τη στιγμή που το πάνω και το κάτω θα γίνονταν ένα.
Η συμμετοχή μου στο δρώμενο της Μαρίας μας «Ιστορίες της βροχής».





