Αγαπητό ηλεκτρονικό μου ημερολόγιο,
αν δεν τα πω σε σένα, τότε σε ποιον να τα πω; Στόμα (δεν) έχεις και μιλιά δεν έχεις, και ακούς αδιαμαρτύρητα ό,τι σου λέω. Κι αντίρρηση δεν φέρνεις. Όχι σαν το Αννετάκι, που επαναστατεί σαν έφηβο κοριτσόπουλο. Μα στην ηλικία της; Σσσσσςςς! Αν μας ακούσει, αλίμονό μου! Θα με βάλει να πλύνω μόνη μου όλα τα χαλιά του σπιτιού. Και τα παπλώματα και τις κουβέρτες. Μέχρι και το σπιτάκι του καβαλιεροβάιλερ θα με βάλει να κάνω γενική. Τι κι αν της πω πως μ' έπιασε το αυχενικό μου; Ότι τα κοκαλάκια μου κάνουν χρίτσι χρίτσι; Τα χέρια δεν τα νιώθω. Τα πόδια ασήκωτα, μολύβι. Και στη μέση έχω έναν πόνο, να, εδώ, να. Δεν πιάνει η δημιουργική αποφυγή σε κείνη. Δεν μπορώ να της κρυφτώ. Άσε, πολύ τρομαχτικό. Θα στα πω άλλη φορά αυτά. Τώρα δεν προκάμω.
Που λες, η συγκατοίκησή μας μετράει 7 έτη, 11 μήνες και 7 ημέρες.
Αυτό αντιστοιχεί σε 2.898 ημέρες.
Δηλαδή, 69.567 ώρες.
Εξακολουθούμε να μην κάνουμε δουλειές, φυσικά. Ούτε μαγειρεύουμε. Για ψώνια; Μας πιάνει ξαφνικά θανατικό. Πάμε κόντρα ποια είναι πιο σοβαρά απ' την άλλη. Ή ξεκινάμε τα «δεν μπορώ τώρα, μορφώνομαι, παρακολουθώ ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του πλαγκτόν». Με κοιτάζει εκείνη, κοιτάζω κι εγώ το ταβάνι, και η συζήτηση τελειώνει εκεί. Καμιά δεν κουνιέται, καμιά δεν ντρέπεται. Αν και, τώρα που το λέω και το παρατηρώ, θυμάμαι μιαν έκλαμψη νοικοκυροσύνης που είχαμε. Μια και δυο είχαμε κάτσει αντικριστά και καθαρίσαμε ένα λοφάκι (ήταν κοντό, δεν το έλεγες βουναλάκι) φασολάκια. Όταν τα καθαρίσαμε, βαρεθήκαμε. Δεν τα βάλαμε ποτέ στην κατσαρόλα. Τελικά, τα πετάξαμε. Ματιασμένες θα 'μασταν. Τι έλεγα; Α, ναι! Ποτέ δεν μαγειρέψαμε, που λες. Ναι, οι γείτονες συνέχισαν να μας συντηρούν. Θα ήμουν εδώ να σου γράφω 7 έτη, 11 μήνες και 7 ημέρες μετά; Θα είχαμε τινάξει τα πέταλα απ’ τη νηστικομάρα. Αλλά κοίταξε να δεις, έχουμε κάνει κι εμείς τα κουμάντα μας: αγοράσαμε ένα τηλεκατευθυνόμενο και το φτάνουμε μέχρι το παντοπωλείο στη γωνία. Έχει μέσα το χαρτάκι με τα ψώνια που θέλουμε και τα χρήματα, και μας το γεμίζει ο μαγαζάτορας. Μετά, το επιστρέφουμε στο σπίτι. Μπορεί να τσακωνόμαστε για το ποια θα κατέβει να πάρει τα πράγματα, αλλά λύνεται γρήγορα μ’ ένα «εσύ είσαι η νεότερη, εσύ θα πας» από μεριάς μου. Επιχείρημα-βράχος. Άντε να κάνει αλλιώς. Τη χτυπάω κατευθείαν στη γυναικεία περηφάνια. Κι έτσι, στη συνέχεια τα δίνουμε στους γείτονες, για να έχουμε μούτρα να τους δούμε την επομένη, όταν θα μας δώσουν το ταπεράκι μας. Όχι να βάζουν και τη τροφή μας απ' την τσέπη τους. Για ένα κούτελο ζούμε.
Για λίγο καιρό, έγραφε. Θυμάσαι που είχαμε τα «θα το διαβάσεις;», «τι εννοείς να το διαβάσω, Γιάγκο;». Με λίγα λόγια, κατάφερνε και μου τα διάβαζε. Μπορεί να μην πήρε Πούλιτζερ, ούτε να έγινε σειρά στο BBC, μ’ έκανε όμως να κοιμάμαι σαν πουλάκι. Βέβαια, το πρωί κρατούσε μούτρα. Τι «καλή μου», τι «χρυσή μου», τι «θα το διαβάσω μόνη μου και θα σου πω»... Τίποτε. Συνέχιζε να μη μου μιλάει. Τι να έκανα; Της έφτιαχνα τον πρωινό της καφέ και της τον σέρβιρα στο καλό μας σερβίτσιο. Αν δεν τα κατάφερνε η με-αγάπη-καμωμένη καφεΐνη, τότε έβαζα μπρος τα μεγάλα μέσα· της έπαιρνα ένα κακτάκι - πώς νομίζεις ότι γινήκαμε Μεξικό εδώ μέσα; Η αδυναμία της! Μου τα συγχωρούσε όλα!
Ώσπου σταμάτησε να γράφει. Σταμάτησα κι εγώ (αυτά τα ορνιθοσκαλίσματα που έκανα, τέλος πάντων). Εδώ δεν κράτησα λογαριασμό για τα χρόνια, τους μήνες και τις ημέρες, να μη σου πω ψέματα. Παρόλα αυτά, στα υπόλοιπα η ζωή μας συνέχισε να κυλά κανονικά.
Το ταμείο έμεινε μείον, με τα πολλά. Γιατί δεν σου είπα: είχαμε ευφάνταστες δικαιολογίες και για την εύρεση εργασίας. Η μία: «Ο αστρολογικός μου χάρτης δεν μου επιτρέπει επαγγελματικά ανοίγματα αυτή την περίοδο. Οι πλανήτες είναι σε τέτοια θέση που, αν ξεκινήσω δουλειά, θα τη χάσω πριν καν βγει η πρώτη μισθοδοσία». Η άλλη: «Δεν μπορώ αυτό το διάστημα. Βρίσκομαι σ’ ένα βαθύ ταξίδι αυτογνωσίας». Ποιο ν’ αντικρούσεις και πώς; Έτσι, αναγκάστηκα να σηκώσω εγώ το βάρος της επιβίωσής μας. Τουτέστιν, ξεκίνησα πάλι να γράφω. Σκοπεύω να γίνω η νέα λογοτεχνική αποκάλυψη. Θα μεταφερθώ και στο BBC. Μιλάμε για διεθνή επιτυχία. Θα κάνω συμφωνία και με πλατφόρμες. Netflix. HBO. Να μη ξεχάσω να συσκεφθώ με τον εαυτό μου το πώς να διαπραγματευτώ τη συμφωνία του συμβολαίου. Κάτσε να μου αφήσω μήνυμα στο σκονισμένο κομοδίνο - τι σκόνη είν' αυτή, ρε φίλε, λες και βγήκε από ανασκαφή. Τι άλλο να κάνω γι’ αυτή τη συγκατοίκηση; Θυσία έχω γίνει.
Λυσίππη: Αν φορέσω την ποδιά, λες να πείσω κανέναν ότι είμαι νοικοκυρά;
Αννετάκι: Δεν θα σε πίστευε ούτε το σκυλάκι στην ποδιά σου.
Θέματα ημερήσιας διάταξης: τι μαγειρέψαμε σήμερα και πόσες δουλειές προφτάσαμε;
Αννετάκι και Λυσίππη: ανταλλάσουν ένα βλέμμα και βυθίζονται στο παγωτό τους.







0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου