Άλλη μια νύχτα, που περιπλανιέται μέσα στους άδειους δρόμους.
Ένα ακόμη βράδυ, κατακλυσμένη απ' τις ίδιες σκέψεις και τα ίδια
συναισθήματα.
Μια γυναίκα γύρω στα 24, που θαρρείς είχε
ξεπεταχτεί από άλλες εποχές. Δεν ήταν ίδια με τις υπόλοιπες, ξεχώριζε.
Μπορούσε να το αντιληφθεί ο καθένας. Ο "αέρας", το στιλ της... τα πάντα
εξέπεμπαν μια φινέτσα. Μελαγχολική σα παρουσία, μα τόσο, τόσο
γοητευτική.
Ντυμένη, όπως πάντα, στα λευκά. Με τα ξανθά μακριά μαλλιά της, να ξεχύνονται και να πέφτουν πάνω στα στήθη της.
Παρόλο
που ήταν πλημμυρισμένη από συναισθήματα, το πρόσωπό της παρέμενε
ανέκφραστο. Δε μπορούσε κανείς να αποκωδικοποιήσει και να καταλάβει αυτά
που αισθανόταν, ούτε στο ελάχιστο. Ήξερε πολύ καλά να κρύβει αυτά που
αισθάνεται. Να φορά ένα προσωπείο και να παραμένει ασφαλής πίσω απ'
αυτό, ή έτσι, τουλάχιστον, νόμιζε.
Ήταν ένα φάντασμα... αξόδευτης αγάπης!
Μετά από πολλά βράδια, είχε ξαστεριά. Αλλιώτικη νύχτα, λες και προμήνυε κάτι να συμβεί εκείνο το βράδυ.
Κατευθύνθηκε προς την παραλία. Στο ίδιο παγκάκι, στην αγαπημένη της θέση.
Η θάλασσα ήταν ήρεμη, με τα αδύναμα κύματα να γλείφουν την άμμο.
Δεν
πέρασε πολλή ώρα κι έπιασε με την άκρη του ματιού της μια αντρική
φιγούρα, να πλησιάζει. "Μπορώ να καθίσω;", ακούστηκε να λέει. Αν κι
απρόθυμα, η γυναίκα με τα λευκά τραβήχτηκε πιο 'κει κι έκανε χώρο να
καθίσει ο άντρας.
Η λευκοντυμένη γυναίκα παρέμεινε
σιωπηλή. Μα έριχνε κλεφτές ματιές προς το μέρος του. Τον περιεργαζόταν,
με τα μεγάλα καστανά της μάτια. Ήταν λες και μπορούσε να δει μέσα του.
Ήσυχη φυσιογνωμία, μα μέσα του κρυβόταν πάθος, ένταση... συνοδευόμενα με
ποιότητα κι ευγένεια, όχι με χυδαιότητα.
Μπορούσαν κι οι δυο να το νιώσουν. Υπήρχε έλξη. Κάτι τους έδενε.
Ο
άντρας σήκωσε ελαφρά την άκρη του καπέλου της κι αφού έγειρε προς το
μέρος της, ακούμπησε απαλά τα χείλη του πάνω στα δικά της.
Όλα
ήταν σα κομμάτι ιεροτελεστίας. Τα κορμιά τους ενώθηκαν κι έγιναν ένα.
Οι ανάσες τους γρήγορες. Οι παλμοί τους τόσο δυνατοί, λες κι η καρδιά
τους επρόκειτο να σπάσει. Οι φιγούρες τους ήταν λες και χόρευαν, με
αυξομειωμένη ταχύτητα, ώσπου έφτασαν στο ζενίθ της ηδονής.
Ο
άντρας αποκοιμήθηκε σχεδόν αμέσως. Η γυναίκα έβαλε τα ρούχα της κι
απομακρύνθηκε με ένα ζωγραφισμένο χαμόγελο στα χείλη, όλο ικανοποίηση.
Ένιωθε,
επιτέλους, πλήρης.
Δεν ξαναεμφανίστηκε ποτέ τα βράδια από τότε...