Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συγκατοίκηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συγκατοίκηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

2.898 ημέρες μετά

 


Αγαπητό ηλεκτρονικό μου ημερολόγιο,

αν δεν τα πω σε σένα, τότε σε ποιον να τα πω; Στόμα (δεν) έχεις και μιλιά δεν έχεις, και ακούς αδιαμαρτύρητα ό,τι σου λέω. Κι αντίρρηση δεν φέρνεις. Όχι σαν το Αννετάκι, που επαναστατεί σαν έφηβο κοριτσόπουλο. Μα στην ηλικία της; Σσσσσςςς! Αν μας ακούσει, αλίμονό μου! Θα με βάλει να πλύνω μόνη μου όλα τα χαλιά του σπιτιού. Και τα παπλώματα και τις κουβέρτες. Μέχρι και το σπιτάκι του καβαλιεροβάιλερ θα με βάλει να κάνω γενική. Τι κι αν της πω πως μ' έπιασε το αυχενικό μου; Ότι τα κοκαλάκια μου κάνουν χρίτσι χρίτσι; Τα χέρια δεν τα νιώθω. Τα πόδια ασήκωτα, μολύβι. Και στη μέση έχω έναν πόνο, να, εδώ, να. Δεν πιάνει η δημιουργική αποφυγή σε κείνη. Δεν μπορώ να της κρυφτώ. Άσε, πολύ τρομαχτικό. Θα στα πω άλλη φορά αυτά. Τώρα δεν προκάμω.

Που λες, η συγκατοίκησή μας μετράει 7 έτη, 11 μήνες και 7 ημέρες.

Αυτό αντιστοιχεί σε 2.898 ημέρες.

Δηλαδή, 69.567 ώρες.

Εξακολουθούμε να μην κάνουμε δουλειές, φυσικά. Ούτε μαγειρεύουμε. Για ψώνια; Μας πιάνει ξαφνικά θανατικό. Πάμε κόντρα ποια είναι πιο σοβαρά απ' την άλλη. Ή ξεκινάμε τα «δεν μπορώ τώρα, μορφώνομαι, παρακολουθώ ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του πλαγκτόν». Με κοιτάζει εκείνη, κοιτάζω κι εγώ το ταβάνι, και η συζήτηση τελειώνει εκεί. Καμιά δεν κουνιέται, καμιά δεν ντρέπεται. Αν και, τώρα που το λέω και το παρατηρώ, θυμάμαι μιαν έκλαμψη νοικοκυροσύνης που είχαμε. Μια και δυο είχαμε κάτσει αντικριστά και καθαρίσαμε ένα λοφάκι (ήταν κοντό, δεν το έλεγες βουναλάκι) φασολάκια. Όταν τα καθαρίσαμε, βαρεθήκαμε. Δεν τα βάλαμε ποτέ στην κατσαρόλα. Τελικά, τα πετάξαμε. Ματιασμένες θα 'μασταν. Τι έλεγα; Α, ναι! Ποτέ δεν μαγειρέψαμε, που λες. Ναι, οι γείτονες συνέχισαν να μας συντηρούν. Θα ήμουν εδώ να σου γράφω 7 έτη, 11 μήνες και 7 ημέρες μετά; Θα είχαμε τινάξει τα πέταλα απ’ τη νηστικομάρα. Αλλά κοίταξε να δεις, έχουμε κάνει κι εμείς τα κουμάντα μας: αγοράσαμε ένα τηλεκατευθυνόμενο και το φτάνουμε μέχρι το παντοπωλείο στη γωνία. Έχει μέσα το χαρτάκι με τα ψώνια που θέλουμε και τα χρήματα, και μας το γεμίζει ο μαγαζάτορας. Μετά, το επιστρέφουμε στο σπίτι. Μπορεί να τσακωνόμαστε για το ποια θα κατέβει να πάρει τα πράγματα, αλλά λύνεται γρήγορα μ’ ένα «εσύ είσαι η νεότερη, εσύ θα πας» από μεριάς μου. Επιχείρημα-βράχος. Άντε να κάνει αλλιώς. Τη χτυπάω κατευθείαν στη γυναικεία περηφάνια. Κι έτσι, στη συνέχεια τα δίνουμε στους γείτονες, για να έχουμε μούτρα να τους δούμε την επομένη, όταν θα μας δώσουν το ταπεράκι μας. Όχι να βάζουν και τη τροφή μας απ' την τσέπη τους. Για ένα κούτελο ζούμε.

Για λίγο καιρό, έγραφε. Θυμάσαι που είχαμε τα «θα το διαβάσεις;», «τι εννοείς να το διαβάσω, Γιάγκο;». Με λίγα λόγια, κατάφερνε και μου τα διάβαζε. Μπορεί να μην πήρε Πούλιτζερ, ούτε να έγινε σειρά στο BBC, μ’ έκανε όμως να κοιμάμαι σαν πουλάκι. Βέβαια, το πρωί κρατούσε μούτρα. Τι «καλή μου», τι «χρυσή μου», τι «θα το διαβάσω μόνη μου και θα σου πω»... Τίποτε. Συνέχιζε να μη μου μιλάει. Τι να έκανα; Της έφτιαχνα τον πρωινό της καφέ και της τον σέρβιρα στο καλό μας σερβίτσιο. Αν δεν τα κατάφερνε η με-αγάπη-καμωμένη καφεΐνη, τότε έβαζα μπρος τα μεγάλα μέσα· της έπαιρνα ένα κακτάκι - πώς νομίζεις ότι γινήκαμε Μεξικό εδώ μέσα; Η αδυναμία της! Μου τα συγχωρούσε όλα!

Ώσπου σταμάτησε να γράφει. Σταμάτησα κι εγώ (αυτά τα ορνιθοσκαλίσματα που έκανα, τέλος πάντων). Εδώ δεν κράτησα λογαριασμό για τα χρόνια, τους μήνες και τις ημέρες, να μη σου πω ψέματα. Παρόλα αυτά, στα υπόλοιπα η ζωή μας συνέχισε να κυλά κανονικά.

Το ταμείο έμεινε μείον, με τα πολλά. Γιατί δεν σου είπα: είχαμε ευφάνταστες δικαιολογίες και για την εύρεση εργασίας. Η μία: «Ο αστρολογικός μου χάρτης δεν μου επιτρέπει επαγγελματικά ανοίγματα αυτή την περίοδο. Οι πλανήτες είναι σε τέτοια θέση που, αν ξεκινήσω δουλειά, θα τη χάσω πριν καν βγει η πρώτη μισθοδοσία». Η άλλη: «Δεν μπορώ αυτό το διάστημα. Βρίσκομαι σ’ ένα βαθύ ταξίδι αυτογνωσίας». Ποιο ν’ αντικρούσεις και πώς; Έτσι, αναγκάστηκα να σηκώσω εγώ το βάρος της επιβίωσής μας. Τουτέστιν, ξεκίνησα πάλι να γράφω. Σκοπεύω να γίνω η νέα λογοτεχνική αποκάλυψη. Θα μεταφερθώ και στο BBC. Μιλάμε για διεθνή επιτυχία. Θα κάνω συμφωνία και με πλατφόρμες. Netflix. HBO. Να μη ξεχάσω να συσκεφθώ με τον εαυτό μου το πώς να διαπραγματευτώ τη συμφωνία του συμβολαίου. Κάτσε να μου αφήσω μήνυμα στο σκονισμένο κομοδίνο - τι σκόνη είν' αυτή, ρε φίλε, λες και βγήκε από ανασκαφή. Τι άλλο να κάνω γι’ αυτή τη συγκατοίκηση; Θυσία έχω γίνει. 

 

  Λυσίππη: Αν φορέσω την ποδιά, λες να πείσω κανέναν ότι είμαι νοικοκυρά;

Αννετάκι: Δεν θα σε πίστευε ούτε το σκυλάκι στην ποδιά σου. 

 


 Θέματα ημερήσιας διάταξης: τι μαγειρέψαμε σήμερα και πόσες δουλειές προφτάσαμε;

Αννετάκι και Λυσίππη: ανταλλάσουν ένα βλέμμα και βυθίζονται στο παγωτό τους.

 

 


Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2018

Μια ευχή


Λατρεμένο συγκατοικάκι,

ευτυχώς που υπάρχει κι ετούτος εδώ ο χώρος. Σαν ένα κομμάτι χαρτί, που εναλλάξ περνάει απ’ τα χέρια μας, και σαν άλλο origami αναδιπλώνεται παίρνοντας διάφορες μορφές. Τώρα κρατώ εγώ αυτό το χαρτί. Τσακίζω διαδοχικά τις πλευρές του και φτιάχνω ένα μικρό σπιτάκι που μπορεί να χωρά και τις δυο μας. Πώς αλλιώς θα έφτανα κοντά στην ιδανική σκέψη τού να σου γράφω αυτό το σημείωμα, να τρυπώσω κρυφά στο δωμάτιό σου -όσο κοιμάσαι μακαρίως- και να το αφήσω στο κομοδίνο σου, να το βρεις το πρωί; Λένε πως η καλή ημέρα απ’ το πρωί φαίνεται, γι’ αυτό κι εγώ σπεύδω και το φροντίζω προσωπικά, χωρίς να θέλω να το αφήσω στην τύχη του. Τίποτα δεν θα επιτρέψω να χαλάσει την ημέρα της γιορτής σου. 

Κάθομαι και μετρώ πόσες ονομαστικές γιορτές σου γιορτάσαμε μαζί και τις βγάζω εννέα. Για μέτρα τες κι εσύ λίγο. Τις βγάζεις τόσες; Λίγες θα σου πω, αν με ρωτάς. Όσες πρέπει, τελικά, θα καταλήξω. Βλέπεις, εάν ερχόσουν νωρίτερα στη ζωή μου, μπορεί να μην ήμουν ικανή να σε κρατήσω. Να που καμιά φορά το timing είναι συνεπές κι ακριβές στο ραντεβού του και κάθεται όταν κι εκεί που πρέπει. Ήρθε όχι μόνο στη φάση που μπορούσα να σ’ εκτιμήσω πλήρως και να πράξω αντίστοιχα για να σε κρατήσω, μα και σαν ανώτερη απάντηση στη σκέψη μου πως αποκλείεται να βρω κάποιον άνθρωπο που να πληρεί τα όσα έχω στο κεφάλι μου, η παράξενη και η «όλα ή τίποτα», που η αλληλεπίδραση μαζί του να ‘χει κάτι το υπερβατικό. Δεν βρίσκω καλύτερα λόγια για να το περιγράψω, αλλά δεν με νοιάζει, ξέρω πως μπορείς να καταλάβεις αυτό που εννοώ. Μάλλον αυτό δεν σου το είχα πει ποτέ, ε; Το πόσο σε περίμενα να έρθεις. Ουτοπικά και ρομαντικά. Κι εάν κάποτε μου είπες «να επιλέγεις, να μην επιλέγεσαι», θα σου πω πια πως καμιά φορά συγχρόνως επιλέγεις κι επιλέγεσαι. Κι έτσι είναι καλύτερα… 

Λέω να μη συνεχίσω, καίτοι εννοώ πολλά και θέλω να πω άλλα τόσα. Όχι ότι δεν τα ξέρεις, αλλά, πώς να το κάνουμε, δεν κουραζόμαστε ποτέ να τ' ακούμε.

Ας μη σε κάνω να κοκκινίσεις άλλο, γιατί περιμένουν κι άλλοι να σου ευχηθούν. Αν και μπήκα στον πειρασμό... Σου πάει το κόκκινο, "κοκκινάκι" μου.
 

 Να σε προσέχεις για ποοοολλά χρόνια, 
επειδή «απ’ όλους τους καθρέφτες μου, εσύ, μόνο εσύ είσαι ο πιο καθαρός».

Χρόνια σου πολλά, χρόνια σου μελένια! ッ




Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2018

Χάλι birthday


Τίποτα δεν σάλευε μες στη σιγαλιά τής νυχτιάς. Ή μήπως σάλευε; Ένα κεφάλι με μεγάλα, μακρουλά αυτιά και σκουφί ξεπρόβαλε από έναν θάμνο και μισόκλεισε τα μάτια του όλο πονηράδα κι ευχαρίστηση.

-«Πάρ' τα πόδια σου! Κοιμήθηκαν!» γύρισε κι είπε κατά τον θάμνο.

Μεμιάς ξεπετάγεται άλλο ένα πανομοιότυπο κεφάλι απ' τον θάμνο. Η μόνη διαφορά τους ήταν στο ότι το δεύτερο ανήκε σ' ένα πιο στρουμπουλό πλάσμα.

-«Είσαι σίγουρος;» είπε αργόσυρτα και μάλλον απρόθυμα.

-«Πότε σου έδωσα το δικαίωμα ν' αμφιβάλλεις για μένα; Σου λέω, κοιμούνται κι οι δυο του καλού καιρού» ανταπάντησε όλο ανυπομονησία ο λεπτότερος και πιο μικροκαμωμένος.

Ο δεύτερος έξυσε το κεφάλι του με περίσκεψη.

-«Και τι θέλουμε εμείς στους ανθρώπους; Τέτοιο καιρό θα έπρεπε να είμαστε κρυμμένοι από δαύτους, να είμαστε στο ζεστό μας κρεβατάκι και να μαζεύουμε δυνάμεις για τη μεγάλη επέλ...» δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του, που πνίγηκε σ' ένα χασμουρητό.

-«Μώρ' τι κοιμήσης είσαι, αδελφάκι μου; Για καλό σε πήρα μαζί μου; Δες το σαν διασκέδαση, σαν να σε πηγαίνω στο λούνα παρκ" του είπε μορφάζοντας, και συνέχισε «Παράτα τους άλλους, ας κοιμούνται. Εμείς έχουμε ν' ανακατώσουμε πράματα... Άσε που δεν θα μας περιμένουν τόσο νωρίς και δεν θα 'χουν πάρει τα μέτρα τους. Θα τα κάνουμε μπαχαλάκι με την ησυχία μας» χοροπήδησε χτυπώντας τα χέρια του.

-«Καλά! Και για πες, γιατί ήρθαμε εδώ συγκεκριμένα;» είπε ψιθυριστά κοιτώντας τον στα μάτια.

Ο μικρός παμπόνηρος μισόκλεισε τα μάτια και τράβηξε τα χείλη του σ' ένα πλατύ χαμόγελο.

-«Η μια τους έχει γενέθλια! Αυτό συνεπάγεται γλέντι, κι αυτό τι συνεπάγεται; Ανθρώπινη χαρά, χαμόγελα, γέλια! Κι εμείς τι κάνουμε γι' αυτό; Φροντίζουμε να τους τη χαλάμε... Αυτό θα κάνουμε κι εδώ» κάγχασε. «Εμπρός! Θα γίνω κουβάρι... Πιάσε με και ρίξε με στο παράθυρό τους με τη θέρμη πρωταθλητή στις ρίψεις. Εμπρός, κουνήσου!» είπε και πήρε θέση για να τον βουτήξει σαν μπάλα.

-«Δεν μ' αρέσουν οι ρίψεις... Εγώ είμαι γκολτζής!» είπε και, πριν προλάβει να ορθώσει ο άλλος το ανάστημά του, του έριξε μια κλωτσά και τον εκσφενδόνισε προς το παράθυρο.

Πρόλαβε και πιάστηκε από ένα κλαδί, και μ' ένα μικρό σάλτο προσγειώθηκε στο παράθυρο.

-«Θα σου έλεγα καμιά χοντρή τώρα, αλλά έχε χάρη που θέλω να κάνω ησυχία. Έλα, θα μπω μέσα να βρω κάτι και θα σε τραβήξω πάνω» πρόσθεσε, καθώς γλιστρούσε μες στο σπίτι.

Δεν έχασε χρόνο κι έκανε την πρώτη του ζημιά: άρπαξε τη κουρτίνα και την έσκισε, αφήνοντάς τη ένα κουρέλι. 

-«Έλα, μη χάνουμε χρόνο» είπε ρίχνοντας τη μια άκρη τής κουρτίνας προς τον φίλο του.

Ο κάτω άρπαξε την άκρη και τη τράβηξε ρυθμικά τρεις φορές για να του δώσει το σινιάλο, να τον τραβήξει.


Κατόπιν προσπάθειας, προσγειώθηκε κι ο δεύτερος μες στο σπίτι.

Γύρισαν να περιεργαστούν τον χώρο.

-«Ποια έχει τα γενέθλια; Η ξανθιά ή η μελαχρινή;» αναρωτήθηκε ο τσουπωτός.

-«Η δεύτερη» βιάστηκε να του απαντήσει. «Δες τι έχει κάνει εδώ η ξανθιά... Μπαλόνια, αρκουδάκια, κομφετί. Φιλία» είπε φτύνοντας τη λέξη. «Θα τους δείξουμε εμείς τι θα βρουν το πρωί για να χαρούν» ακούστηκε, ενώ το νύχι του βρισκόταν ήδη στην άκρη ενός μπαλονιού και βυθιζόταν μέσα του.

-«Είσαι τρελός; Τι κάνεις; Θα μας ακούσουν» σχεδόν γκάριξε.

-«Ό,τι θέλω θα κάνω, δεν θα σε ρωτήσω κιόλας» του γύρισε την πλάτη, και συνέχισε να σκάει ένα ένα τα μπαλόνια. «Τι με κοιτάς; Κομφετί ήθελε η ξανθιά; Άρχισε να κάνεις κομμάτια τ' αρκουδάκια» πρόσταξε τον άλλο, που είχε μείνει να τον κοιτάζει.

Μηχανικά έκανε αυτό που του είπε ο άλλος.

Χέρια, πόδια, κεφάλια άρχιζαν να πετιούνται δεξιά κι αριστερά. Πήρε στην αγκαλιά του το περιεχόμενό τους και γύρισε στον άλλο «Κοίτα, θα 'χουν και χιόνι τώρα» είπε γελώντας, καθώς πέταξε ψηλά το λευκό περιεχόμενο των λούτρινων.

-«Έτσι, δεν θ' αφήσουμε τίποτα όρθιο. Θα τα κάνουμε όλα γης μαδιάμ» του έκλεισε μάγκικα το μάτι, ενώ περιεργαζόταν ένα καπελάκι γενεθλίων και το πέταξε περιφρονητικά στην άκρη. «Έχει και σημαιάκια» ακούστηκε ενθουσιωδώς, κάνοντας τσουλήθρα το σκοινί τους, και προσγειώθηκε πάνω στον πολυέλαιο ρίχνοντάς τον κάτω.

-«Α! Πορτοκαλάδες, λεμονάδες, κόλες, ποτά... Εννοείται πως όλα θα τα πιουν, αλλά θα τα πιουν τα χαλιά τους» είπε σατανικά, αναποδογυρίζοντας τα μπουκάλια.

-«Κοίτα που σου κόβει τελικά, δεν σ' έφερα τζάμπα και βερεσέ» τον καμάρωνε ο άλλος και τον χτύπησε συναδελφικά, όλο κατεργαριά, στην πλάτη. «Λοιπόν, γενέθλια χωρίς τούρτα δεν είναι γενέθλια. Πού είναι η τούρτα;» αναφώνησε με το κεφάλι του να γυρνάει σαν περισκόπιο στον χώρο.

-«Πού να 'ναι, βρε χαμένε; Στο ψυγείο θα 'ναι» απάντησε περιφρονητικά κι έτρεξε προς το ψυγείο. «Βιάσου» είπε ανοίγοντας το ψυγείο. «26; Χαρούμενα 62α γενέθλια» είπε μ' ένα ειρωνικό γελάκι, ενώ άλλαζε θέση στα κεράκια. «Ρε, σοκολάτα είναι» αναφώνησε πανηγυρικά, όσο το δάχτυλό του διέγραφε μια διαδρομή στην αφράτη σοκολάτα.

-«Για..., για...,» χώθηκε ο άλλος και του δάγκωσε το δάχτυλο με λαιμαργία.

-«Φύγε από πάνω μου, πανάθεμά σε. Εσύ θα μου κόψεις κομμάτι. Πού σε είχαμε κλεισμένο και κάνεις σαν τον λιμασμένο;» του είπε, και του 'ριξε μια χαστούκα που του 'φυγε το σκουφί.

Ένα αργό, θριαμβευτικό χειροκρότημα διέκοψε την όλη φάση μεταξύ τους.

-«Μπράβο, μπράβο, το διασκεδάσατε;» ακούστηκε μια τρίτη φωνή στον χώρο.

Κι οι δύο καλικάντζαροι γύρισαν με τρόμο κατά 'κει όπου ακούστηκε η φωνή.

-«Σου είπα πως θα τους ξυπνούσαμε, ηλίθιε» κλαψούρισε, ενώ κρύφτηκε πίσω από τον βαρύμαγκα.

-«Το διασκεδάσαμε, και πολύ μάλιστα! Υπάρχει κάνα πρόβλημα;» γκάριξε νευριασμένος ο πιο θαρρετός απ' τους δύο, ενώ τους είχε αρπάξει η ξανθιά απ' τις μπλούζες και τους έφερνε στο ύψος τού προσώπου της.

-«Ωραία, επειδή τώρα είναι η δική μου σειρά να διασκεδάσω» τους ειρωνεύτηκε πετώντας τους απ' το παράθυρο.

-«Μα τι φασαρία είναι αυτή, ρε Άννα; Ήμαρτον! Να μη μπορεί να κοιμηθεί άνθρωπος μέσα σ' αυτό το σπίτι;» βγήκε έξαλλη η Λυσίππη με τα μπικουτί απ' το δωμάτιο. «Και τι χάλι είναι αυτό; Κι η τούρτα μου; Μου... πήρες τούρτα;» μαλάκωσε κατευθείαν. «62, ε; Πολύ ωραίο το αστειάκι σου, τι να σου πω» συνέχισε έξαλλη.

-«Ώχου κι εσύ» της απάντησε η Άννα. «Πού να σου εξηγώ τώρα; Τράβα κοιμήσου. Α! Και πού είσαι; Χάλι birthday» συνέχισε γελώντας.

-«Ε, λοιπόν, μπορεί να κλείνω τα 62, αλλά εγώ νιώθω κοριτσάκι, 26 χρονώ» γέλασε επίσης η Λυσίππη κορδώνοντας περήφανα το κορμί της.

-«Χρόνια σου πολλά, βούρλο» της είπε αγκαλιάζοντάς την.

-«Ε, λοιπόν, τέτοιο surprise πάρτι κανείς δεν το 'χει ματαδεί, θα μου μείνει αξέχαστο. Σ' ευχαριστώ» έδωσε την απάντησή της, γελώντας ξανά, και τη σφράγισε μ' ένα φιλί ανταποδίδοντας την αγκαλιά. «Να σου πω, να φτιάχναμε ένα φασκόμηλο και να συμμαζεύαμε λιγάκι; Θα γίνουμε ρεζίλι των σκυλιώνε στους καλεσμένους μας» κοίταξε το χάος που επικρατούσε.

-«Τι χάλι birthday θα 'ναι μετά; Άσε που εγώ έπαθα μια υπερκόπωση και μόνο που τα κοιτάζω» είπε κρατώντας τη μέση της.

-«Δίκιο έχεις, πάμε να συνεχίσουμε τον ύπνο μας, να στρώσουμε επιδερμίδα» είπε η Λυσίππη κι αλληλοσπρώχτηκαν στα δωμάτιά τους.




 Μπορείτε να κεραστείτε απ ό,τι έμεινε όρθιο! :P

 


Πέμπτη 19 Ιουλίου 2018

Τα εν οίκω...



Υπομονετικό μου ηλεκτρονικό ημερολόγιο,

σήμερα κλείνουμε είκοσι ημέρες συμβίωσης με την εγγόνα μου, την Αννέτα, που 'χει τα διπλά μου χρόνια - πού να σου εξηγώ τώρα, καρντιά μου, πώς και γιατί είμαι η γιαγιά της.

Το σχέδιό μου πήγε πανουργότερα απ' όσο περίμενα. Άριστα!

Επιτέλους, πάνω που με βάραγε μια μοναξιά, που θες έναν άνθρωπο να πεις μια καλημέρα, να βριστείς, να χωρίσεις, κάτι να κάνετε μαζί τέλος πάντων, τον πόλεμο των Ρόουζ; έστω αυτό, έχω την Αννέτα συντροφιά. Σαν να πήρα γάτα ένα πράμα, αλλά χωρίς κτηνιάτρους.

Καμία μας δεν κάνει δουλειές εδώ. Τις αποφεύγουμε τόσο τεχνικά που η μία δεν μπορεί να ταπώσει την άλλη. Ούτε μαγειρεύουμε, φυσικά. Και να θέλαμε, που δεν, δεν πάει καμιά μας να ψωνίσει. Η μία παθαίνει υπέρταση στη ζέστη (ακλόνητο επιχείρημα!) και μετά από λίγο η άλλη θυμάται ότι έμεινε άυπνη όλη νύχτα (ακλόνητο ομοίως!). Κι από τι; Από τα ροχαλητά μου, λέει. Ακούς εκεί; Μέχρι τώρα, και που να ροχάλιζα, που δε ροχάλιζα, σπίτι μου είναι όσο θέλω... δε ροχαλίζω! Από φαγητό, τα κουτσοβολεύουμε με κάνα φαγητό που φέρνουν οι γειτόνοι. Κι ευτυχώς έχουμε πολλούς γειτόνους, ειδάλλως θα παθαίναμε αβιταμίνωση με τόσο σάντουιτς που θα έπεφτε. Βέβαια, μετά τσακωνόμαστε για το ποια θα πλύνει ό,τι λερώσαμε, και καταλήγει πάντοτε μ' ένα ξεψυχισμένο «δεν μπορώ, είμαι κουρασμένη!» απ' τη μεριά μου. Ε, τι να κάνει; Τα πλένει! Να τ' αφήσει άπλυτα; Τι θα πουν οι άνθρωποι; Πώς θα τους επιστρέψει τη κατσαρόλα; Κι εγώ, όμως, φροντίζω να μη την επιβαρύνω πολύ. Ούτε πιάτο δεν χρησιμοποιώ, όταν τελειώνει το φαγητό. Απ' τη κατσαρόλα τρώω, σαν τον μπετατζή! Μετά, δεν μπορείς να πεις πως μένω κι εγώ εντελώς άπραγη: βλέπω εάν τα κάνει όλα καλά. Λίγο είναι αυτό;

Θα σου κοπιάρω τα πειστήρια (το καλό του ηλεκτρονικού ημερολογίου, γράφεις στο πατ κιουτ!) και θα δεις πώς ένας Σκορπιός συγκατοικεί με έναν Καρκίνο. Πού ποιος να πρωτοδαγκώσει ποιον δηλαδή και ποιος να τα πρωτοφτύσει! Δυο εδώ τα τινά: ή αλληλοεξοντονώμαστε με την (κα)μία ή τα πάμε χάρμα.

Σου περνάω τα δεδομένα, να αναλύσεις τα στατιστικά σου και να συμφωνήσεις.








































Και ξανά μανά να το χτυπάει!















 
























Τη πρώτη μας νύχτα μου άφησε ένα προσχέδιο - απειλή - εκβιασμό πως, λίγες ώρες μετά τη δημόσια ανακοίνωση συγκατοίκησης, χωρίζουμε! Με προγραμματισμένη δημοσίευση προς πάντας. Πού να πάω να κρυφτώ μετά; Σε ποια κουφάλα να χωθώ και πού να μετοικήσω;

Κι όλα αυτά για τι; Έγραφε κάτι, λέει, κι αμέτι μουχαμέτι να της πω εάν πάει για μυθιστόρημα ή για σειρά του BBC με μία σεζόν, δύο το πολύ. «Όχι δεν διαβάζω», «όχι θα διαβάσεις, τι μέντοράς μου είσαι», «όχι, λέω εγώ, γιατί μπορεί να το βάλεις σε διαγωνισμό και δεν θέλω να ξέρω, ή να το περάσεις εδώ και δεν θέλω να σε επηρεάσω». Τάπες κι οι δύο, αλλά μου βγήκε το σκορπίστικό μου, όχι το σκόρπιο (σε εμένανε όπου και να βάλεις τον τόνο το ίδιο και το αυτό θα 'ναι, βέβαια!), που το 'χω κάργα, πολυλογώ το ξέρω, αλλά, εάν δεν τα πω σε σένα, τότε πού να τα πω, και λέω ένα «ΟΧΙ, δεν θα το διαβάσω» πιο βροντερό κι από του Μεταξά.

Όμως, αυτή πάλι τα δικά της. Και να πεις ότι δεν προσπάθησα; Τι αρνήθηκα γλυκά, τι αρνήθηκα πεισματικά... μέχρι και ρομαντικά της μίλησα, μπας και το βγάλει απ' το μυαλό της. Το αποτέλεσμα; Τζίφος! Άρχισε να εκτοξεύει εκ νέου απειλές κι εκβιασμούς για ανακοίνωση - διαζύγιο, και μάλιστα δίνοντάς μου απειροελάχιστο χρόνο αντίδρασης. Κάτι για ένα τσιγάρο διορία μού τσαμπουνάει, και μετά άρχισε να μετράει αντίστροφα. Τι να κάνω; Να παραστήσω την άνετη και να χωρίσουμε; Εδώ γατί χάνεις από κάνα χωρισμό και σε πονάει, πόσο μάλλον δε όταν δεν έχεις και τον μπελά τού κτηνιάτρου (όπως είπαμε παραπάνω, μη τα ξαναλέμε!). Έπρεπε να τη κρατήσω - γιατί άσε και το ρεζιλίκι. Για ένα κούτελο ζούμε, δεν θα μου το κηλιδώσει εν μια νυχτί.

Όταν ο βιασμός είναι αναπόφευκτος, ξάπλωσε αναπαυτικά κι απόλαυσέ τον!

Κι έτσι, ενέδωσα!




























Μόλις είπα το ναι; Μόνο που δεν πάτησε τις στριγκλιές απ' τη χαρά της. Εμένα, όμως, με είχε φέρει μέχρις εδώ (συνοδευόμενο με τη χαρακτηριστική κίνηση του χεριού) με το συνεχές πες-πες-πες - σαν ενοχλητικό κι ανελέητο βουητό κουνουπιού, όταν θες να κλείσεις μια στάλα τα μάτια σου και να κοιμηθείς. Πρώτη σας νύχτα, σου λέει, θα περάσετε ωραία, σου λέει. Τι ωραία, που απ' τη πρώτη νύχτα είδα τι εστί κρεβατομουρμούρα - μ' ένταση οικειότητας 15 ετών συμβίωσης, το λιγότερο!















Και τι συμβίωση! Κρεβατοκάμαρες χωριστές, τουαλέτες χωριστές. Πες αυτά πάνε κι έρχονται! Μα να μου αρνηθεί και την εκπλήρωση των συζυγικών της υποχρεώσεων; Κι από πότε; Απ' τη πρώτη κιόλας βραδιά, τη βραδιά που είθισται οι ορμές να είναι ασυγκράτητες. Ξέρει, όμως, τη κρεβατομουρμούρα να την εξασκεί μια χαρά. Εκεί οι αναστολές της πάνε περίπατο! Αλλά, βέβαια, τη βρήκαμε τη δικαιολογία: την απωθώ!

Κι επειδή κεχρί μετά αλλεπάλληλων παρακαλετών δεν λέει, την έδιωξα, αφού φρόντισα να εξάψω τη φαντασία της. Όχι που θα μας τη βγει κι από πάνω!

Μεταξύ μας, ποια βγήκε, τελικά, σε ποια ακόμη να το καταλάβω!
















































Εν τω μεταξύ, δεν σ' τα είπα! Σ' αυτή τη συγκατοίκηση είμαστε τρεις. Εγώ, εκείνη κι η Πέρλα. Η Πέρλα είναι η σκυλίτσα της. «Πού το πας το σκυλί, αγάπη μου» της είπα βροντερά, φράζοντας την είσοδο του σπιτιού, σαν Κέρβερος. «Ποιος θα υποφέρει τα γαυγίσματα και τις τρίχες ολούθε μες στο διαμέρισμα» συνέχισα. «Μα είναι καλή και ήσυχη» σπεύδει ν' ανταπαντήσει όλο φυσικότητα κι ηρεμία. «Είναι μικτή ράτσα, Cavalier και Rottweiler! Κι η Πέρλα καβαλιεροβάιλερ!» μου λέει, για να με πείσει.

 
                                                                                             Αυτό τώρα το έφερε για φύλακα!
                                                                                                                   Αλήθεια τώρα;;;;

Και δεν αποδείχτηκε μονάχα φονικό σκυλί κι ακούραστη φύλακας, λέμε τώρα, αλλά και κυνηγός μασελών. Δεν προφταίνεις να την ακουμπήσεις κάπου και τσουπ! την αρπάζει και τρέχα γύρευε να τη πιάσεις για να πάρεις πίσω τη μασέλα σου.























Έτσι, επειδή μ' έφερε στο αμήν μ' αυτά και μ' αυτά, μου ήταν όλο υπονοούμενα.









Ή μήπως όχι; Την εμπιστεύεσαι;

Μ' αυτά και με κείνα, θα με κάνει να βγω στη γύρα για... γαμβρό, να ησυχάσω!

Ε μα πια, δεν τρώγεται!












❈❈❈❈❈❈❈❈❈❈❈❈❈❈❈

Κι εδώ μπορείτε ν' απολαύσετε στιγμές τής καθημερινότητάς μας.


--------


-Λυσίππη: Πάλι μου έπεσε το ζάχαρο. Έφερες καρπούζι;
-Αννέτα: Ναι, αλλά το έφερα με σουτάκια. Κι έσπασε. Και το φάγαν' τα κοκόρια. ΝΑ ΜΗ ΣΕ ΧΑΡΩ εάν λέω ψέματα!

--------

Ημέρα συγκατοίκησης  2η
ΑΝΑ
MNHΣΤΙΚΗ (ΜΟΥ ΕΙΠΕ!!!!) ΦΩΤΟ ΑΠΟ ΕΚΔΡΟΜΗ ΜΕ ΤΑ ΚΑΠΗ ημερολογιακό έτος 2018



 (εγώ δεν τη θυμάμαι πάντως!)
(κοίτα φάτσα που΄χει το πρωί!)
(μώρ' λες να πιάστηκα μαλάκας;) 


-Ολοφάνερη ποια ΛΕΕΙ ότι είναι. 
Με το καβαλιεροβάιλερ αντίβαρο για να μη πετάξει, η ισχνή!!

(μα να μη θυμάμαι τίποτα;)