Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

2.898 ημέρες μετά

 


Αγαπητό ηλεκτρονικό μου ημερολόγιο,

αν δεν τα πω σε σένα, τότε σε ποιον να τα πω; Στόμα (δεν) έχεις και μιλιά δεν έχεις, και ακούς αδιαμαρτύρητα ό,τι σου λέω. Κι αντίρρηση δεν φέρνεις. Όχι σαν το Αννετάκι, που επαναστατεί σαν έφηβο κοριτσόπουλο. Μα στην ηλικία της; Σσσσσςςς! Αν μας ακούσει, αλίμονό μου! Θα με βάλει να πλύνω μόνη μου όλα τα χαλιά του σπιτιού. Και τα παπλώματα και τις κουβέρτες. Μέχρι και το σπιτάκι του καβαλιεροβάιλερ θα με βάλει να κάνω γενική. Τι κι αν της πω πως μ' έπιασε το αυχενικό μου; Ότι τα κοκαλάκια μου κάνουν χρίτσι χρίτσι; Τα χέρια δεν τα νιώθω. Τα πόδια ασήκωτα, μολύβι. Και στη μέση έχω έναν πόνο, να, εδώ, να. Δεν πιάνει η δημιουργική αποφυγή σε κείνη. Δεν μπορώ να της κρυφτώ. Άσε, πολύ τρομαχτικό. Θα στα πω άλλη φορά αυτά. Τώρα δεν προκάμω. 

Που λες, η συγκατοίκησή μας μετράει 7 έτη, 11 μήνες και 7 ημέρες. 

Αυτό αντιστοιχεί σε 2.898 ημέρες. 

Δηλαδή, 69.567 ώρες.

Εξακολουθούμε να μην κάνουμε δουλειές, φυσικά. Ούτε μαγειρεύουμε. Για ψώνια; Μας πιάνει ξαφνικά θανατικό. Πάμε κόντρα ποια είναι πιο σοβαρά απ' την άλλη. Ή ξεκινάμε τα «δεν μπορώ τώρα, μορφώνομαι, παρακολουθώ ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του πλαγκτόν». Με κοιτάζει εκείνη, κοιτάζω κι εγώ το ταβάνι, και η συζήτηση τελειώνει εκεί. Καμιά δεν κουνιέται, καμιά δεν ντρέπεται. Αν και, τώρα που το λέω και το παρατηρώ, θυμάμαι μιαν έκλαμψη νοικοκυροσύνης που είχαμε. Μια και δυο είχαμε κάτσει αντικριστά και καθαρίσαμε ένα λοφάκι (ήταν κοντό, δεν το έλεγες βουναλάκι) φασολάκια. Όταν τα καθαρίσαμε, βαρεθήκαμε. Δεν τα βάλαμε ποτέ στην κατσαρόλα. Τελικά, τα πετάξαμε. Ματιασμένες θα 'μασταν. Τι έλεγα; Α, ναι! Ποτέ δεν μαγειρέψαμε, που λες. Ναι, οι γείτονες συνέχισαν να μας συντηρούν. Θα ήμουν εδώ να σου γράφω 7 έτη, 11 μήνες και 7 ημέρες μετά; Θα είχαμε τινάξει τα πέταλα απ’ τη νηστικομάρα. Αλλά κοίταξε να δεις, έχουμε κάνει κι εμείς τα κουμάντα μας: αγοράσαμε ένα τηλεκατευθυνόμενο και το φτάνουμε μέχρι το παντοπωλείο στη γωνία. Έχει μέσα το χαρτάκι με τα ψώνια που θέλουμε και τα χρήματα, και μας το γεμίζει ο μαγαζάτορας. Μετά, το επιστρέφουμε στο σπίτι. Μπορεί να τσακωνόμαστε για το ποια θα κατέβει να πάρει τα πράγματα, αλλά λύνεται γρήγορα μ’ ένα «εσύ είσαι η νεότερη, εσύ θα πας» από μεριάς μου. Επιχείρημα-βράχος. Άντε να κάνει αλλιώς. Τη χτυπάω κατευθείαν στη γυναικεία περηφάνια. Κι έτσι, στη συνέχεια τα δίνουμε στους γείτονες, για να έχουμε μούτρα να τους δούμε την επομένη, όταν θα μας δώσουν το ταπεράκι μας. Όχι να βάζουν και τη τροφή μας απ' την τσέπη τους. Για ένα κούτελο ζούμε.

Για λίγο καιρό, έγραφε. Θυμάσαι που είχαμε τα «θα το διαβάσεις;», «τι εννοείς να το διαβάσω, Γιάγκο;». Με λίγα λόγια, κατάφερνε και μου τα διάβαζε. Μπορεί να μην πήρε Πούλιτζερ, ούτε να έγινε σειρά στο BBC, μ’ έκανε όμως να κοιμάμαι σαν πουλάκι. Βέβαια, το πρωί κρατούσε μούτρα. Τι «καλή μου», τι «χρυσή μου», τι «θα το διαβάσω μόνη μου και θα σου πω»... Τίποτε. Συνέχιζε να μη μου μιλάει. Τι να έκανα; Της έφτιαχνα τον πρωινό της καφέ και της τον σέρβιρα στο καλό μας σερβίτσιο. Αν δεν τα κατάφερνε η με-αγάπη-καμωμένη καφεΐνη, τότε έβαζα μπρος τα μεγάλα μέσα· της έπαιρνα ένα κακτάκι - πώς νομίζεις ότι γινήκαμε Μεξικό εδώ μέσα; Η αδυναμία της! Μου τα συγχωρούσε όλα!

Ώσπου σταμάτησε να γράφει. Σταμάτησα κι εγώ (αυτά τα ορνιθοσκαλίσματα που έκανα, τέλος πάντων). Εδώ δεν κράτησα λογαριασμό για τα χρόνια, τους μήνες και τις ημέρες, να μη σου πω ψέματα. Παρόλα αυτά, στα υπόλοιπα η ζωή μας συνέχισε να κυλά κανονικά. 

Το ταμείο έμεινε μείον, με τα πολλά. Γιατί δεν σου είπα: είχαμε ευφάνταστες δικαιολογίες και για την εύρεση εργασίας. Η μία: «Ο αστρολογικός μου χάρτης δεν μου επιτρέπει επαγγελματικά ανοίγματα αυτή την περίοδο. Οι πλανήτες είναι σε τέτοια θέση που, αν ξεκινήσω δουλειά, θα τη χάσω πριν καν βγει η πρώτη μισθοδοσία». Η άλλη: «Δεν μπορώ αυτό το διάστημα. Βρίσκομαι σ’ ένα βαθύ ταξίδι αυτογνωσίας». Ποιο ν’ αντικρούσεις και πώς; Έτσι, αναγκάστηκα να σηκώσω εγώ το βάρος της επιβίωσής μας. Τουτέστιν, ξεκίνησα πάλι να γράφω. Σκοπεύω να γίνω η νέα λογοτεχνική αποκάλυψη. Θα μεταφερθώ και στο BBC. Μιλάμε για διεθνή επιτυχία. Θα κάνω συμφωνία και με πλατφόρμες. Netflix. HBO. Να μη ξεχάσω να συσκεφθώ με τον εαυτό μου το πώς να διαπραγματευτώ τη συμφωνία του συμβολαίου. Κάτσε να μου αφήσω μήνυμα στο σκονισμένο κομοδίνο - τι σκόνη είν' αυτή, ρε φίλε, λες και βγήκε από ανασκαφή. Τι άλλο να κάνω γι’ αυτή τη συγκατοίκηση; Θυσία έχω γίνει.


 

 


 Λυσίππη: Αν φορέσω την ποδιά, λες να πείσω κανέναν ότι είμαι νοικοκυρά;

Αννετάκι: Δεν θα σε πίστευε ούτε το σκυλάκι στην ποδιά σου. 

 

 

Θέματα ημερήσιας διάταξης: τι μαγειρέψαμε σήμερα και πόσες δουλειές προφτάσαμε; 

Αννετάκι και Λυσίππη: ανταλλάσουν ένα βλέμμα και βυθίζονται στο παγωτό τους.

 

 


 

Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

Μια βραδιά στο Olympos Bar


 



Το παρακμιακό, σκοτεινό, υπόγειο μπαρ μύριζε φτηνά ποτά και καπνό. Έξω έριχνε μια σιγανή, ενοχλητική βροχή, κι ας ήταν μέσα του Ιουλίου. 

Πίσω απ' την μπάρα στεκόταν ο ιδιοκτήτης. Ένας τύπος με ατημέλητα σγουρά μαλλιά, ένα πουκάμισο με print από αμπελόφυλλα και μάτια που έλαμπαν με μιαν επικίνδυνη, μόνιμη μέθη. Στο καρτελάκι του έγραφε «Ντένις», αλλά όλοι τον φώναζαν «αφεντικό». Κρατούσε μια βρόμικη πετσέτα κι έτριβε σχολαστικά ένα ποτήρι, μπροστά απ' την επιγραφή νέον «Olympos Bar», στην οποία δεν άναβε το γράμμα «P».

Στη γωνία, δίπλα σε δύο μούτρα που έκλαιγαν για τη χυλόπιτα της κοπέλας - αυτής που συνέχισε να κοιτά επίμονα την οθόνη του κινητού της - καθόταν ένας τύπος που έδειχνε εξαντλημένος. Τα ρούχα που φορούσε έδειχναν το ίδιο ταλαιπωρημένα. Σου έκαναν εντύπωση τα μισοφαγωμένα παπούτσια του και τα δύο σκονισμένα φτερά περιστεριού, καρφιτσωμένα στο καπέλο του. Ήταν ο Ερμής.

«Νομίζεις ότι έχεις προβλήματα, φίλε;» μου είπε ο Ερμής παίζοντας με το παγάκι του ποτού του. «Αυτός εκεί πέρα», δείχνοντας μ' ένα νεύμα τον μπάρμαν, «έκανε τη διανομή των ποτών άνω κάτω».

Ο Διόνυσος άκουσε την μπηχτή και μας έκλεισε ειρωνικά το μάτι. Έσκυψε πάνω απ' την μπάρα, διαχέοντας μια βαριά μυρωδιά παλαιωμένου κρασιού.

«Μην τον ακούς», είπε ο Διόνυσος. «Όλα ξεκίνησαν όταν έδωσα στις Μαινάδες μου το "καλό" το πράγμα. Εκείνες, μεθυσμένες από εκστατική μανία, πήγαν και το σέρβιραν στην Πυθία. Αντί για τους κλασικούς, διφορούμενους χρησμούς που δεν έβγαζαν νόημα, άρχισε να ξερνάει αλήθειες με ρυθμό πολυβόλου. Ξεμπρόστιασε όλο τον Όλυμπο. Έτσι ξεκίνησε το μπάχαλο».

Ο Βορέας, μεθυσμένος κι αυτός, κλείδωσε την Άνοιξη στην αποθήκη και αποφάσισε ότι ο Ιούλιος θα έχει χιονοθύελλες - γι' αυτό έχει αυτόν τον κωλόκαιρο έξω σήμερα. Στον Κάτω Κόσμο, ο Κέρβερος έπαθε υπαρξιακή κρίση. Ξάπλωσε ανάσκελα σαν ναζιάρικο κοκόνι, αφήνοντας τις ψυχές να μπαινοβγαίνουν ελεύθερα, επειδή άκουσε τον Ορφέα να παίζει τη λύρα του και σαγηνεύτηκε.

Οι Κένταυροι, που δεν ήθελαν και πολύ, κατέβηκαν στα υπόγεια μπαράκια του Άδη - franchise δικό μου, παρεμπιπτόντως. Εκεί, ανάμεσα σε καπνούς και ποτό, απολάμβαναν τη Μέδουσα να τραγουδάει τζαζ. Πρόσεχαν απλώς να μην την κοιτάξουν στα μάτια όταν έπιανε τις ψηλές νότες, γιατί γίνεσαι μάρμαρο πριν καν προλάβεις να παραγγείλεις την επόμενη γύρα.

Την ίδια ώρα, ο Ποσειδώνας είχε παρατήσει τις θάλασσες. Έτρεχε πίσω απ' τις Ερινύες κραδαίνοντας την τρίαινα σαν να ήταν πιρούνι για φοντύ, ενώ στην Κρήτη, η Πηνελόπη και η Ωραία Ελένη γύριζαν μεθυσμένες στα στενά του Λαβυρίνθου, ψάχνοντας να θυμηθούν πού πάρκαραν το πλοίο για την Τροία. Όποια το έβρισκε πρώτη, κέρδιζε τον Πάρη.

Απ' την άλλη, ο Σίσυφος βαρέθηκε να κουβαλάει τον βράχο. Τον χρησιμοποίησε για μπάλα παίζοντας σουτάκια με τον Δία και τον Απόλλωνα. Η Αφροδίτη έκανε τον τερματοφύλακα. Στο παγκάκι καθόταν ο Προμηθέας και τους χάζευε, με τον αετό στον ώμο του».

Ο Διόνυσος γέλασε, μ' ένα γέλιο βαθύ. Έβαλε ένα σφηνάκι κόκκινο υγρό και το έσπρωξε προς το μέρος μου.  

«Δεν προφταίνω να σου πω τα υπόλοιπα κουτσομπολιά, φίλε», ψιθύρισε ο Ερμής. «Κοίτα πίσω σου».

Στο βάθος του μαγαζιού, σ' ένα τραπέζι με χαμηλό φωτισμό, τρεις γυναίκες με μαύρα παλτό κάθονταν σιωπηλές. Δεν κοιτούσαν τα κινητά τους. Κρατούσαν μια χοντρή, κόκκινη κλωστή και ένα τεράστιο, σκουριασμένο ψαλίδι. 

«Οι Μοίρες», είπε ο Διόνυσος, και αντί να φοβηθεί, το χαμόγελό του μεγάλωσε. Έπιασε ένα μπουκάλι single malt και άρχισε να σερβίρει τρία ποτήρια για το βάθος. «Ήρθαν να σου ξετυλίξουν την υπόλοιπη κλωστή. Πιες το σφηνάκι σου, θνητέ. Τώρα θα δεις μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η παράνοια.»
 

 

 

Οι Σειρήνες πλησίασαν το jukebox, κι αμέσως η φωνή του Ville Valo σκόρπισε στον χώρο. 

Ο ήχος δεν έβγαινε απ' τα ηχεία. 

Ήταν λες κι έβγαινε μέσα απ' τους τοίχους.