Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2019

Ο εκμαυλιστικός εφιάλτης


«Εφιάλτης» (1781)
Henry Fuseli

Το ημίφως που ξεχύνεται από μια μισογερμένη πόρτα τού τραβά την προσοχή, και κατευθύνεται προς εκείνη με αργά, βουτηγμένα στη σιωπή, βήματα. Το ύψος του χαμηλό, δεν του επιτρέπει νσ φτάσει το πόμολο της πόρτας. Ακουμπά τη παλάμη του στη πόρτα και την ωθεί προς την αντίθετη πλευρά.
Η πόρτα έκανε στην άκρη κι άφησε να φανεί το κρεβάτι με εκείνη ξαπλωμένη, παραδομένη στον ύπνο.
Κάνει μερικά βήματα προς το δωμάτιο και στέκει να την παρατηρήσει. Ξαπλωμένη στο πλάι, με ένα γαλήνιο πρόσωπο που δεν ρυτιδώνει καμιά άσχημη εικόνα τα χαρακτηριστικά του, κανένα αγωνιώδες όνειρο.
Τα βήματά του τον οδηγούν εντελώς μες στον χώρο τού δωματίου, στο χείλος τού κρεβατιού της - ακόμη κι αυτό το ελάχιστο ημίφως, που υπήρχε μέχρι τώρα, αφήνει την τελευταία του πνοή στην παρουσία του κι όλα παραδίνονται στο σκοτάδι.
Μπαίνει κάτω απ’ τα σκεπάσματα, μαζί της, και το κορμί του ψάχνει το δικό της. Κολλάει πάνω της και τα χέρια του την αγκαλιάζουν. Μυρίζει τα μαλλιά της, αφήνοντας ένα αργό κι ανεπαίσθητο φιλί στον λαιμό της.
Το κορμί της σ’ αυτή του την αφή ξυπνάει ευχάριστα - χαμογελάει. Αυθόρμητα δίνει ώθηση στο κορμί της να γυρίσει προς το μέρος του, αλλά τη σταματάει η πιο ωραία, αρρενωπή φωνή που είχε ακούσει ποτέ της, ψιθυρίζοντάς της «δεν θα κοιτάς σήμερα». Υπακούει μηχανικά στη προσταγή του, με το σώμα της να παγώνει λίγο πριν γυρίσει ολοκληρωτικά προς το μέρος του. Βουλιάζει ακόμα στην εκμαυλιστική χροιά τής φωνής του, ενώ τα χέρια του τη σπρώχνουν και την κάνουν να γυρίσει στην αρχική της θέση.
Όλο της το κορμί, πιθαμή προς πιθαμή, αρχίζει να κατακλύζεται από πόθο.
Κλείνει με το χέρι της το δικό του και κουρνιάζει υπάκουα, με την πλάτη της προς εκείνον. Όπως το θέλησε εκείνος.
Νιώθει την καυτή του ανάσα στον λαιμό της και τα χείλη του ίσα να την ακουμπούν, έτοιμα να πολιορκήσουν τη σάρκα της. Το χέρι του βρίσκεται κάτω απ’ την μπλούζα της, κρατώντας τη κοιλιά της, ενώ τα χείλη του αφήνουν χνάρια μικρών κι ερωτικών φιλιών πάνω της, κι αφήνει το χέρι του να συρθεί αργά προς τα πάνω μέχρι να κλείσει στην παλάμη του το στήθος της. Το κορμί της ριγά στο άγγιγμά του, κάτι που νιώθει εκείνος και τον παρακινεί να συνεχίσει να χαϊδεύει και να πιέζει αργά το στήθος της μες στην παλάμη του.
Βγάζει το χέρι του απ’ τη μπλούζα της και το κατευθύνει στο πρόσωπό της, μαρκάροντας με τον αντίχειρα τα μισάνοιχτα χείλη της και βυθίζοντας το δάχτυλό του στο στόμα της. Τα χείλη της κλείνουν το δάχτυλό του, ενώ η γλώσσα της χαϊδεύει απαλά το δάχτυλό του. Με το χέρι της κρατάει το δικό του και το βυθίζει στο στόμα της, το βγάζει και το βυθίζει αργά και πάλι. Εκείνος τραβάει απαλά το χέρι του και το οδηγεί πάλι κάτω απ’ τη μπλούζα της. Έχουν σειρά οι σκληρές της ρώγες, που θέλει να της παιδέψει με το υγρό του δάχτυλο. Το περνάει απαλά από πάνω τους και νιώθει τη σκληράδα τους. Τις πιέζει, τις χαϊδεύει, τις τρίβει. Είναι δικές του!
Της βγάζει τη μπλούζα. Θέλει να την έχει στην αγκαλιά του ημίγυμνη.
Εκείνη γέρνει προς το μέρος του και περνάει το ένα της πόδι πάνω απ’ τα δικά του .
Εκείνος πιάνει το σήμα και χαμογελάει.
Τώρα που έχει τα δυο του χέρια ελεύθερα γύρω της, έτσι όπως έχει γυρίσει, μπορεί ν’ απασχολήσει και τα δυο του χέρια με το κορμί της. Τα χέρια του δεν σταματούν να τρυγούν το κορμί της. Πότε τ’ ανεβοκατεβάζει πάνω της, πότε τα στήθια της κυριεύονται απ’ τα αποφασιστικά του χέρια ταυτοχρόνως.
Εκείνη νιώθει την φλόγα τής ηδονής να κατακτάει ολοένα το κορμί της.
Βάζει τα χέρια της πάνω απ’ τα δικά του. Με το χέρι της οδηγεί το χέρι του στην πηγή τού έρωτά της για εκείνον. Του οδηγεί απαλά κι αποφασιστικά το χέρι, κι εκείνος καταλαβαίνει πως δεν φοράει εσώρουχο από μέσα. Είναι τόσο απαλή στη τριβή και νιώθει κάθε της πτυχή. Το ρούχο της μουσκεύει με το επίμονο τρίψιμό του.
Βάζει το χέρι του από μέσα και μ’ ένα δάχτυλο αφήνεται να περιπλανηθεί στην υγρή της περιοχή, από πάνω μέχρι κάτω. Το δάχτυλό του νιώθει τη ζεστασιά και τα υγρά της και δεν βρίσκει δυσκολία στη μετακίνησή του. Το δάχτυλό του μένει αποφασιστικά στο πιο ευαίσθητο σημείο τού κορμιού της – δεν έχει σκοπό να εξερευνήσει τα βάθη της ακόμα. Με το ένα του χέρι τη κρατά σφιχτά επάνω του και με το άλλο αργά και μεθοδικά την οδηγεί σε ασυγκράτητα ύψη. Τα δάχτυλά του έμπειρα, ξέρουν πώς να τη φτάσουν και δεν αργεί να νιώσει πάνω του τις συσπάσεις του κορμιού της και ν’ ακούσει τις κοφτές τις ανάσες να διακόπτονται για λίγο και να επανέρχονται ξανά με την ίδια γρηγοράδα. Τα δάχτυλά του συνεχίζουν να τρίβουν απαλά και σταματούν, κλείνοντας με τη παλάμη του την υγρή της κοιλάδα, κρατώντας την αγκαλιά μέχρι να συνέλθει.
Έγλειψε τα δάχτυλά του και τα ρούφηξε στο στόμα της.
Τ’ ακροδάχτυλά του περιπλανήθηκαν στη ραχοκοκαλιά της, την πλάτη της κι έφτασαν χαμηλά στη μέση της. Τράβηξε το παντελόνι της πιο χαμηλά, ίσα ν’ αποκαλυφθούν οι δύο μεγαλύτεροι λόφοι του κορμιού της.
Τα χέρια του τη χούφτωσαν και τη πίεσαν πάνω στο σημείο που φούντωνε ο πόθος του για εκείνη. Τον ένιωθε να φουσκώνει, έτοιμος και σκληρός για κείνη.
Της χουφτώνει τα οπίσθια ανοίγοντας και κλείνοντάς τα ξανά και ξανά, κάνοντας τις εισόδους της ν’ ανοιγοκλείνουν. Την ερέθιζε αυτό, κι εκείνος το ήξερε.
Με τα δάχτυλά του χάιδεψε τα χείλη της και τ’ άνοιξε.
Αυτή τη φορά ήθελε να εξερευνήσει τα βάθη της.
Την γύρισε μπρούμυτα ρίχνοντας όλο του το βάρος πάνω της,
Δεν πρόλαβε να μπει μέσα της και με χαύνα φωνή τον πρόσταξε «πιο γρήγορα». Σε απάντησή της, έκλεισε τα χέρια της στη γροθιά του, πάνω απ' το κεφάλι της, και βγήκε από μέσα της. Έμπαινε κι έβγαινε με αργό ρυθμό, μη αφήνοντάς της διαφορετική επιλογή. Μερικές ωθήσεις ακόμα, και τότε έμπαινε μέσα της πιο γρήγορα, πιο βίαια μέχρι να δώσει τη τελευταία, λυτρωτική ώθηση για εκείνον.
Ανοίγει τα πόδια της και βλέπεις την είσοδό της ανοιχτή, να στάζει υγρά.
Αυτή δεν είχε τελειώσει ακόμα, ήταν σε έξαψη.
Πριν προλάβει να ζητήσει και τη δική της ανακούφιση, ήχοι μπερδεύτηκαν με την ηδονή της. Διαπεραστικός, επίμονος ήχος.
Γυρίζει μηχανικά ανάσκελα κι αντικρίζει το πιο άσχημο, αποκρουστικό πρόσωπο με ένα σαρδόνιο χαμόγελο, ενώ δευτερόλεπτα αργότερα καταλαβαίνει πως ο ήχος είναι απ' το ξυπνητήρι της.
Ανοίγει τα μάτια της, αποτινάσσοντας και τα τελευταία ψήγματα ύπνου, και συνειδητοποιεί πως όλα ήταν ένα όνειρο.

Ξυπνάει απ' το όνειρο - είναι ξυπνητή κι ερεθισμένη!


❈❈❈❈❈❈❈❈❈❈


Η αρχή έγινε με το «Ένας πίνακας, δυο ιστορίες», η ιδέα τής Μαριλένας, ακολούθησε το «ο πότης του αψεντιού» του Viktor Oliva και τώρα συνεχίζεται με το «Εφιάλτης» του Henry Fuseli. Τελικά, μου έμεινε το χούι! Έγινε αγαπημένη συνήθεια η επιλογή ενός πίνακα κι η προσπάθεια να του δώσεις φωνή. 

Ο συγκεκριμένος πίνακας φιλοτεχνήθηκε το 1781, με την ύπαρξη υπαινιγμών περί ηδονοβλεψίας, κτηνοβασίας, βιασμού ή/και φόνου και τις ερμηνείες γύρω του να 'ναι πολλές. 

Ο πίνακας ονομάστηκε «nightmare», συμβολίζοντας τον εφιαλτικό ύπνο ενώ έχει κι ερωτικά στοιχεία, με το δεύτερο συνθετικό να προέρχεται από τη σκανδιναβική λέξη «mara», που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το πνεύμα που βασάνιζε τους ανθρώπους στον ύπνο τους. Σύμφωνα με τους γερμανικούς μύθους, το άλογο κι ο δαίμονας κυριεύουν τους ανθρώπους που κοιμούνται μόνοι.

Ο Henry Fuseli συνήθιζε να καταγγέλλει τον καταναλωτισμό και τη γυναικεία ηθική κατάπτωση, τοποθετώντας τις γυναίκες στον ρόλο τής πόρνης και της υστερικής. Ωστόσο, ο ίδιος υποστήριζε πως αυτή του η κίνηση είχε μονάχα ως στόχο την βελτίωση της ύπαρξης.  

Η επικρατέστερη θεωρία θέλει την κοιμισμένη γυναίκα να 'ναι η ερωμένη του, η οποία παντρεύτηκε, τελικά, κάποιον άλλο, επειδή ο πατέρας της δεν ενέκρινε τον Henry Fuseli - κι ο δαίμονας είναι ο ίδιος, ο Fuseli, που την επισκέφτηκε στον ύπνο της.

Το έργο εντυπωσίασε τόσο που ο ζωγράφος έφτιαξε τουλάχιστον τρεις εκδοχές του, ενώ επηρέασε και πολλούς λογοτέχνες.

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

Κάθε Χριστούγεννα




Κάθε Χριστούγεννα τίκτω εντός μου 
ένα μικρό, στα μέτρα μου θεό. 
Για σμύρνα του έχω δυο κόκκους λιβάνι 
και για λιβάνι, ψήγματα χρυσό. 
Τα αποθέματα, από καιρό σωσμένα. 
-άλλωστε τι να του υποσχεθώ;- 
Στη σιωπή και λίγο πριν χαράξει, 
τρυφερά τον αποθέτω στο κεφαλόσκαλο 
ορφανοτροφείου Πολυεθνικού. 
Φρεσκοψημένα κάστανα στο κουβερτάκι, 
μια χούφτα σέντσια στο σκουφί, 
λίγο κονιάκ να ζεσταθεί. 
Μόνος του θα πορευτεί. 
Μαρκαρισμένη, πίσω από το αυτί 
η ημερομηνία λήξης του: 
πρώτη πρώτου της επόμενης χρονιάς. 
Θα τα καταφέρει Αυτός; 
Στον ετήσιο απολογισμό, 
τρεις το λάδι, δυο το ξίδι, 
η πόρτα χτυπά . 
Στο κατώφλι ο μικρός μου ο θεός 
γέρος, κουρασμένος κι ασπρομάλλης 
το βάρος όλης της γης στηρίζει 
σε κεδρόξυλου μαγκούρα. 
Εύγλωττα ανταλλάσσουμε τα βλέμματα της ήττας. 
-Δεν τα κατάφερα μάνα , λέει, 
οι άνθρωποι τα καταφέραν. 
Δεν πειράζει. 
Έτσι κι αλλιώς κάθε Χριστούγεννα 
πεισματικά κι ανένδοτα 
θα τίκτω εντός μου 
ένα μικρό, στα μέτρα μου θεό.




Η γλυκιά μας Αριστέα  στο 22ο Συμπόσιο Ποίησης μας ένευσε για μια ακόμη φορά να συμμετάσχουμε και να καταθέσουμε κάθε γλυκόπικρη Ιδέα μας για τα Χριστούγεννα. Κάπως έτσι βγήκε στον αέρα κι ο δικός μου μικρός Χριστός όπως τον ενσαρκώνω, τον αφουγκράζομαι και τον παρακολουθώ. Είναι γήινος γιατί ποτέ δεν μου άρεσαν οι εξ΄αποστάσεως θεοί. Περπατά ανάμεσά μας, παλεύει με τα θεριά και τους δαίμονές μας μόνος διδάσκοντας την αγάπη και το αντίτιμο είναι η χλεύη, τα αγκάθια και ο Σταυρός του. Θα του αρκούσε φαντάζομαι να παραμένουμε Αξία σταθερή σε μια κοινωνία που μόνο να διαβρώνει ξέρει. Στον μικρόκοσμό μας όλα είναι δυνατά!

Αριστάκι ήταν ένα πάρτυ πανδαισίας Ιδεών μέσα από 19 δυνατές συμμετοχές. Περάσαμε όμορφα ακόμη μια φορά. Σε ευχαριστούμε. Οι σκέψεις γίνονται λόγια. Τα λόγια γίνονται πράξεις. Το Καλό αν δεν ήταν τόσο δυνατό θα είχε νικηθεί από το Κακό αλλά ακόμη υπάρχουμε. Άρα υπάρχει ακόμη ελπίδα.

Με τη Λυσίππη μαζί ευχόμαστε το 2019 να μη χρειάζεται ... ευχές αλλά μόνο μια γερή επανεκκίνηση !!  

Βίβα !! 


Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018

...σουτ!


« … Σουτ! Αρχίζει το παραμύθι! Όταν τελειώσει, θα ξέρουμε περισσότερα απ΄ ότι τώρα… » Χ.Κ.Άντερσεν



…Μια φορά κι έναν καιρό στα χρόνια και στα μέρη μας ήταν μια… βιβλιοθήκη. Παραμονή Χριστουγέννων και η βιβλιοθηκάριος δεν έβλεπε την ώρα να σχολάσει και να γυρίσει στο ζεστό της σπιτικό. Όταν έφτασε η ώρα λοιπόν, κοίταξε αν όλα ήταν εν τάξει, ενεργοποίησε το συναγερμό και κλείδωσε ανυπόμονα τα βιβλία στην ησυχία τους. Όμως … ήταν ; Πρακτικά ναι, ήταν όλα τακτοποιημένα τα βιβλία με τους κωδικούς στα ράφια τους και τη βαριά μυρωδιά του παλιού χαρτιού στον αέρα.

Κατά τις 8 στο σκοτάδι, που μετά βίας έσπαγε το χλωμό της εξόδου κινδύνου φωτάκι, σύρθηκε μια σκιά. Μετά από λίγο και αναποφάσιστα σύρθηκε άλλη μια. Σαν κάτι να μετακινήθηκε, να θρόισε, σαν κάτι να φυλλομετρήθηκε με ένα αβέβαιο ήχο γυρίσματος των σελίδων. Στην πτέρυγα των κλασικών εικονογραφημένων παραμυθιών ίσα που ακούστηκε ένας σαν πεταλούδας στεναγμός. Σε λίγη ώρα , με ένα τρόπο που μόνο στα παραμύθια γίνεται, μια στρατιά παλιά βιβλία της παιδικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα απλώθηκε σε ένα τραπέζι ανάγνωσης, ανάβοντας με τον ίδιο υπερφυσικό τρόπο και το πράσινο πορτατίφ. Τα «παιδιά» του Χ.Κ.Άντερσεν είχαν τηρήσει τη συμφωνία τους για το έκτακτο meeting της διάσωσής τους. Εδώ και αρκετές νύχτες χέρι χέρι περνούσαν τα θέματα της ημερήσιας διάταξης που θα έβαζαν στο τραπέζι εδώ και τώρα .

Θέμα 1ο: - στα αζήτητα. Μα στα αζήτητα τα παραμύθια αυτά που δυο αιώνες ενσωμάτωναν τη διαφορά, αγκάλιαζαν τη διαφορετικότητα, προάσπιζαν την αγάπη, θρυμμάτιζαν την ταξική ανισομέρεια; !! Σε τι διχασμένο κόσμο θα μεγαλώσουν τα σημερινά παιδιά, άλλα να ανήκουν στη μια όχθη και άλλα στην απέναντι;
Θέμα 2ο: - η διάσωση του αγαπημένου τους κοριτσιού με τα σπίρτα πριν ξαναπεθάνει ξυλιασμένο. Αφού δε ζητήθηκαν να διαβαστούν από κανένα παιδί δεν είχαν καμία ελπίδα.

Στη συνεδρίαση πήραν μέρος όλοι οι αζήτητοι τίτλοι: η βασίλισσα του χιονιού με την τετράγωνη λογική, ο χιονάνθρωπος που αδιόρθωτα ερωτευόταν τη φλόγα μιας ξυλόσομπας, το ασχημόπαπο που έγινε κύκνος, το έλατο που ανυπομονούσε να μεγαλώσει, τα κόκκινα παπούτσια που έσταζαν αίμα χορεύοντας ένα αδιάκοπο μπαλέτο, ο αυτοκράτορας με τα αόρατα ρούχα και τις αλαζονικές του αυταπάτες και ο γιος του μπαλωματή. Πριν ακόμη ξεκινήσει η συζήτηση για την επιβίωσή τους σιγά σιγά σύρθηκαν κι άλλοι τίτλοι, με την αγωνία έκδηλη στα εξώφυλλά τους για το αβέβαιο μέλλον τους: ο Σκρουτζ του Κ. Ντίκενς με χρυσοσκαλισμένη τη «Χριστουγενιάτικη Ιστορία» στη φθαρμένη του όψη, αυτός βλέπετε γνώρισε μέρες μεγάλης ζήτησης και το «Ένα δέντρο μια φορά» του Τριβιζά που γύρισαν και κοίταξαν έκπληκτοι όλοι αφού ο Ευγένιος ήταν περιζήτητος από τους νέους γονείς.

-Γιατί ήρθες Σκρουτζ; ρώτησε ο αυτοκράτορας, κάθε χρόνο γίνεσαι διασημότητα έτσι κι αλλιώς.

-Ωωωω ναι, μια διασημότητα την έχω, αλλά πού; Στην τηλεόραση και στο ίντερνετ μόνο. Έχω πολλά χρόνια να ζητηθώ και να ξεφυλλιστώ. Πάω να ξεφτιλιστώ!

-Κι εσύ Ήταν ένα Δέντρο μια φορά του Ευγένιου γιατί ήρθες εδώ; Πουλιέσαι και παίζεσαι παντού.

- Συμπάσχω γιατί κι εγώ θα μπαγιατέψω και ίσως έχω μια νέα οπτική των πραγμάτων να καταθέσω, είπε το Δέντρο.

Ο Σκρουτζ στη λέξη «καταθέτω» χασμουρήθηκε βαθιά. Πάλι λεφτά θα ζητήσουν, σκέφτηκε. « Η συνεδρίασις άρχεται και ο Σκρουτζ κρατά τα πρακτικά» είπε η Βασίλισσα αποφασιστικά. Ο Σκρουτζ αναπήδησε και παραλίγο να πέσει από την καρέκλα.

«Στα αζήτητα» το πρώτο μας θέμα, τι φταίει και τι κάνουμε γι΄αυτό. Αρχίζοντας από εμένα, έχασα από χρόνια την αίγλη μου. Αντικαταστάθηκα από τη Barbie και όλα της τα αξεσουάρ. Κανένα κορίτσι δεν πιστεύει πια σε βασιλοπούλες. Ό,τι καλό παραμόρφωνε ο καθρέφτης στις σελίδες μου διορθώνεται σήμερα από 6χρονα σε selfies με photoshop !!”

-Κανένας δεν πιστεύει σε αυτοκράτορες, συμπλήρωσε ο αυτοκράτορας. Οκ, μια ματαιοδοξία την έχω, τόσο που έγινα ρεζίλι νομίζοντας ότι μου έραψαν ρούχα που μόνο έξυπνοι θα έβλεπαν πάνω μου και επιδείκνυα και τα απόκρυφά μου ο ανόητος παντού αλλά ένα γέλιο το χάριζα τουλάχιστον.

-Κι εγώ νιώθω ξεγελασμένο είπε το έλατο στη σειρά του. Μέχρι να στηθούν τα πλαστικά έχουν ξεκολλήσει οι μισές βελόνες. Οι οικολόγοι ωρύονται και ελάχιστοι με στολίζουν σε κήπο ή βεράντα με τις ρίζες μου! Ούτε πριόνια ούτε καυσόξυλα μετά.

-Θα σας πω εγώ τι φταίει παιδιά, που δεν είμαστε στη μόδα αν και είμαστε περισσότερο από ποτέ! πήρε το λόγο ο γιος του μπαλωματή. Ο πατέρας μας ο Άντερσεν ορφάνεψε πάμφτωχος και κακάσχημος. Για σκεφτείτε, ποιος θα κοιτάξει σήμερα ένα άπορο και δύσμορφο παιδί; Εδώ το ξανθό μας κορίτσι με τα σπίρτα θα πεθάνει, είχε στη θέση του ελπίδα κανείς; Μπα ! Τον απέρριψαν στη Βασιλική Σχολή Θεάτρου της Κοπεγχάγης που ονειρευόταν να φοιτήσει γιατί τον βρήκαν λέει αποκρουστικό. Ποιος αποκρουστικός έχει πέραση σήμερα; Κανείς. That’s all! Όλοι μας οι ήρωές του, μαραζώνουμε από μοναξιά. Γιατί; Γιατί και ο πατέρας μας κατέφυγε στο κουκλοθέατρο που έφτιαξε μόνος του για να φαντασιώνεται παρέες, αναγνώριση και έρωτα. Όσες προτάσεις γάμου έκανε του γύρισαν πίσω φασκελωτά. Είμαστε τα απωθημένα του βιώματα. Οι «κακοί» του πατέρα μας ούτε δράκοι ήταν ούτε μάγισσες. Ήταν οι εκπρόσωποι της ματαιοδοξίας, του σνομπισμού, του κατάφωρου εγωισμού και της παγερής αδιαφορίας. Αυτά τα έζησε πριν δυο αιώνες και σήμερα δεν άλλαξε τίποτα, ε; Τι ελπίδα έχει ένα μολυβένιο ακρωτηριασμένο στρατιωτάκι που ακούνε αναπηρία και ανασηκώνουν τους ώμους; Το ασχημόπαπο που τότε όλοι κλώτσαγαν και τσίμπαγαν, σήμερα δε θα ήταν θύμα bullying; Χα ! Κανείς δεν αποδέχτηκε τη διαφορετικότητά του νεοσσού μέχρι να γίνει κυκνοστάρ. Πλούσιοι και τυχεροί vs φτωχοί και άτυχοι, δυο κόσμοι που ποτέ δε συναντιώνται. Παράλληλα σύμπαντα είμαστε - και μάγκες; Μη γελιέστε. Όλοι οι λαμπροί φιλανθρωπισμοί της κάμερας εντείνουν τη διαφορά. Μόνο τις τουαλέτες των παρουσιαστριών να δείτε στους εράνους της τηλεόρασης κάθε Χριστούγεννα θα καταλάβετε. Η κραυγαλαία δημόσια φιλανθρωπία ΔΕ ΓΕΦΥΡΩΝΕΙ! Πάρτε το χαμπάρι. Επικυρώνουν και το ρατσισμό και την απόσταση. Συμφιλίωση ούτε υπήρξε, ούτε θα υπάρξει. Από την εργατική επανάσταση μέχρι και τα σημερινά πολιτικά δρώμενα, το ανθρώπινο δικαίωμα είναι λαχνός. Γι αυτό και οι περισσότεροι ήρωες του πατέρα μας του Χανς καταφεύγουμε στη συμβολική μας φυγή από αυτό τον κόσμο. Αρνούμαστε τέτοιου είδους στυγνή πραγματικότητα. Κι έτσι πεθαίνουμε ξυλιασμένοι, λιωμένοι, περιγελασμένοι, ξύλα για το τζάκι. Άστα βράστα. Αναξιοπαθούντες, ανάπηροι, άρρωστα ορφανά, προσφυγόπουλα, συσσίτια, bazaars και οι άστεγοι είμαστε η συνθήκη της φιλανθρωπικής ελίτ.

Το κορίτσι με τα σπίρτα δάκρυσε. Για λίγο ένιωσε να ανήκει, ένιωσε αποδεκτή. Χειροκροτήματα ξέσπασαν δυνατά και αγωνιστικά φρονήματα γεννήθηκαν μεμιάς.

-Όχι, άλλαξε και κάτι ακόμη παιδιά, πετάχτηκε το δέντρο του Ευγένιου που είμαστε στα αζήτητα. Διανύουμε μια ψηφιακή εποχή. Αποδεχτείτε το. Αν θα προβάλλουμε τα νοήματά μας θα είναι σε κάνα i pad ιδιωτικού σχολείου, σε καμιά σχολική παράσταση, άντε να μελετηθούμε και από κάνα φοιτητή και τέλος. Ελπίζουμε μόνο να παραμείνουμε Ιδέα. Άντε να αποκτήσουμε και σαν κλασικά εικονογραφημένα, αξία συλλεκτική. Και καλύτερα έτσι. Από το να λένε «αχ! Τα κακόμοιρα!» καλύτερα παρέα όλοι εδώ. Φτωχοί, περιφρονημένοι και καταφρονεμένοι, όλοι ενωμένοι και ποτέ νικημένοι! φώναξε υψώνοντας το χέρι σε γροθιά. Μόνοι μας και με τις ικανότητές μας ο καθένας θα λύσουμε τα θέματά μας!

Μετά από αυτό το λογύδριο σε τόνους νέου συνδικαλιστή, μάτια έτρεχαν βρύσες και μπράβο, ζήτω , έτσι, ακούστηκαν από όλους που κουνούσαν το κεφάλι επιδοκιμαστικά.

Η άρχουσα βασίλισσα του χιονιού συγκινημένη ρώτησε το Σκρουτζ:

-Γράφεις τα πρακτικά;

-Πού να γράψω μωρέ βασίλισσα, δε βλέπω από το βούρκωμα κι ας ανήκω του Ντίκενς εγώ. Την ίδια μοναξιά με εσάς νιώθω! Να δούμε τι θα κάνουμε και με το ξανθό κουκλί που προσεχώς θα ανάψει όλα τα σπίρτα να ζεσταθεί και θα κοκκαλώσει ξυπόλητο και σύξυλο ως την αυγή; είπε ο Σκρουτζ, και πρώτος με χέρι που έτρεμε σπαραξικάρδικα ( από τσιγκουνιά φυσικά) άφησε μπροστά στο κορίτσι την τυχερή του δεκάρα.

-Με αυτή θα κάνεις μια νέα αρχή, πάρτη και θα σου φέρει γούρι, της χαμογέλασε τρυφερά.

-Πλάκα κάνεις μωρέ Σκρουτζ; με μια δεκάρα ούτε κουλούρι δεν αγοράζει! Ξηλώσου! Πάτησε φωνή η μπαλαρίνα αυταρχικά.

-Μα...

-Μα και ξερός! Κόψε επιταγή εδώ και τώρα. 6ψήφια, ε; Είπαμε, μόνοι μας θα λύσουμε τα προβλήματά μας. Στον τάφο σου θα τα πάρεις παλιόγερε;
Ο γιος του μπαλωματή της έδωσε ρούχα παλιά αλλά ζεστά να φορέσει. Ο χιονάνθρωπος της έδωσε να φάει την καροτένια του μύτη. Το έλατο που βιαζόταν να μεγαλώσει της άφησε όλα του τα στολίδια να ομορφύνει το νέο της σπιτικό. Η βασίλισσα του χιονιού θα τη φιλοξενούσε μέχρι να συντονίσουν το νέο ξημέρωμα. Η μπαλαρίνα της χτένισε τα μαλλιά σε μια όμορφη, μακριά πλεξούδα. Το ασχημόπαπο που ψιλοάργησε να δικαιωθεί, στο τέλος της μίλησε στην άκρη πολλή ώρα γι΄αυτό που λέγεται καρτερικότητα και υπομονή.

Τα πρακτικά έκλεισαν με μια φράση και μια απόφαση: βοήθεια ούτε περιμένουμε, ούτε καταδεχόμαστε αν είναι για δημόσια προβολή. Μόνοι μας και μαζί, με τα ελαττώματα και τις αδυναμίες μας τα καταφέρνουμε. Πιστεύουμε στο ένα και μόνο νόημα των Χριστουγέννων: βοήθεια, ομόνοια, κατανόηση, αγάπη.



Ήταν η συμμετοχή μου στη φωτό-συγγραφική σκυτάλη ΙΙ της φίλης μας marypertax στη Γήινη ματιά με την εικόνα που μου πέρασε το δελφινάκι. Κάνω πάσα στη Σμαραγδένια με την ελπίδα ότι η φωτογραφία μου θα την εμπνεύσει για το καλύτερό της.













Μαζί με το Λυσιππάκι ευχόμαστε καλά Χριστούγεννα, η νέα Χρονιά να φέρει στόχους κι ελπίδα, λάμψη και φως εσωτερικό να αναβλύζει από την καρδιά μας, η δοτικότητα να μετρηθεί σε πράξεις, η αγάπη να πάρει μορφή!








Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

Λογισμοί κι απολογισμοί

   
                          Εδώ Αθήνα , Μόντρεαλ ακούει;  φου φου, 1,2, 1,2 φου φου

   Να ήμουν 5; 6 χρονών; Η συγκυρία έφερε ένα συνομήλικο κορίτσι στη διπλοκατοικία που μέναμε, τότε που ψάχναμε μέτρο το μέτρο τη ζωή, δρόμο το δρόμο και κάναμε καμαρωτά τα πρώτα ψώνια μόνες μας (!) στο ψιλικατζίδικο. Η Πόλι είχε έρθει για δυο χρόνια στην Ελλάδα και θα επέστρεφε στο Μόντρεαλ όπου και είχε γεννηθεί. Η Ελληνίδα μάνα της φρόντισε να ξέρει η Πόλι άψογα ελληνικά και αυτό βόλευε πολύ  τη φιλία των δυο ορόφων. Είχε μακριά κατάμαυρα φιλντισένια μαλλιά ( σπαστά τα δικά μου) και αφέλειες τέλεια κομμένες στο ύψος των φρυδιών. Τα δόντια της,  δυο λαγουδίσια μπροστινά, της έδιναν της παιδικής μου φίλης  μια ομορφιά εξωτική. Μιλούσε ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά, είχε μπει σε αεροπλάνο (!), γνώριζε δυο ηπείρους που αυτό ήταν το έναυσμα να πρωτοεντρυφήσω στους χάρτες. Ήταν όσα δεν ήμουν και μάλλον διαισθανόμουν ότι δε θα γινόμουν ποτέ.  Έτσι αποτυπώθηκε, φωτογραφία που όποτε θέλω ανασύρω από το κουτί της μνήμης μου γιατί μάλλον έτσι ήθελα να τη βλέπω. Έκανα το λάθος να επενδύσω τα πάντα μου σε αυτό το κορίτσι δίνοντας μονιμότητα στη φιλία μας. Ποιο παιδάκι νοιάζεται τι θα γίνει δυο χρόνια μετά ; ήταν πάνω που μάθαινα την ώρα στο ρολόι.
   Λίγο που το Μόντρεαλ ήταν "κάπου στη Γη", λίγο που μου μετέφερε εικόνες από εκεί " κάνει τόσο κρύο " μου έλεγε, " που η μύξα που τρέχει γίνεται στο ρουθούνι παγάκι" και ξεκαρδιζόμουν στα γέλια, λίγο που έβαζα το χέρι στην κατάψυξη ώστε να ξέρω να μεταφέρομαι νοερά "στο κάπου εκεί" όταν το χρειαζόμουν και η Πόλι έγινε ανάγκη μου, επέκτασή μου, το μισό που μου έλειπε ή ήθελα να διαμορφωθώ. Ακόμη κι όταν ήρθε η ώρα να φύγει αρνιόμουν αυτή την άδικη πραγματικότητα με την αντίδραση που διέθετα: να αρρωστήσω για μήνες και να σφαλίσω συναισθηματικά. Κάπως έτσι έμαθα για την παροδικότητα των σχέσεων, για όσα ο χρόνος , οι καταστάσεις και τα μίλια εύκολα φέρνουν κοντά και το ίδιο άκαρδα απομακρύνουν. Έμαθα ότι τα καλύτερα σε βάθος χρόνου διαρκούν ένα τακ. Ομφάλιοι λώροι κόβονται από τη ζωή με ένα παγερό λεπίδι που ξεχνά να ρωτά αν θέλουμε κι αν και πώς θα τα καταφέρουμε μετά. 'Εμαθα στην πορεία ότι περνούν πάρα πολλοί άνθρωποι από τη ζωή μας, αρκετοί από αυτοί για να χάσουμε το χρόνο μας και να συνηθίζουμε το μάταιο όλου αυτού του κυνηγιού. Έμαθα ότι η καλύτερη ώρα είναι όταν σβήνουν τα φώτα της ράμπας και με τη ρόμπα μπορώ να συνομιλήσω με τον εαυτό μου και να απολογίσουμε/απολογιστούμε. Άλλοτε σε αερόστατο κι άλλοτε σε κατακόρυφες πτώσεις γνώριζα και αφήνω  ακόμη το "έξω" τους να διαμορφώνει το δικό μου "μέσα". Άπειρα τα "έμαθα". Και το συμπέρασμα; όχι, ακόμη δεν υπάρχει συμπέρασμα. Η ζωή μας, ανοίγει με μια παρένθεση που γεμίζει όσο αυτή διαρκεί και γράφει ... και γράφει χωρίς να καταλήγει στο οριστικό")" .
Κάποιες δυνάμεις μας την ανοίγουν, στο πώς θα την κλείσουμε εξαρτάται από μας. Και η ειρωνεία είναι πως όσα σε τόμους γράφουμε θα καταλήξουν σε δυο φράσεις, βία τρεις.
 
Κάθε πρωί που ξυπνάω θυμίζω στον εαυτό μου να τα πάω καλά με τη συνείδησή μου και με τους γύρω μου. Καμιά φορά αυτό ταιριάζει θαυμάσια, κάποιες  φορές όμως το ένα τρώει αμείλικτα το άλλο. Καταλήγει είτε η συνείδηση είτε η στάση μου με τους ανθρώπους σε αδηφάγα πάλη και  να συμβιβάζεται συνήθως το ένα από τα δυο.
Καμιά φορά αυτή η συνείδηση λέει "ΜΙΛΑ". Άλλες "ΒΟΥΛΩΣΕ ΤΟ". "ΔΙΑΦΩΝΗΣΕ". Άλλες λέει απλά" παραδέξου". Θέλει τόλμη εμείς να είμαστε εμείς και μέσα στα στάτους των άλλων ταυτόχρονα. Και η τόλμη δυναμώνει με την παρότρυνση. Συχνά αντικρούονται δυο ειδών παροτρύνσεις. Όσο η μια λέει "μην το κάνεις", η άλλη λέει "κάνε το". Προστασίες και οι δυο κι από καρδιάς αληθινές. Αντικρουόμενες οπτικές όσων μας προστατεύουν. Ποια η σωστή; Σαν το ρούχο είναι νομίζω , φοράς ότι σου υπαγορεύει  το ένστικτό σου ότι σου πάει καλύτερα. Ευχαριστούμε και τις "δυο αντικρουόμενες" προστασίες που μας βοήθησαν να σταχυολογήσουμε όσα μας ταιριάζουν και συνεχίζουμε εμείς να είμαστε ελεύθερα όσο δύναται,  εμείς.
   Τείνω με τα χρόνια να απλοποιώ τα πράγματα και να συμβιβάζομαι αθόρυβα. Τυχαίνει η νηνεμία με τους γύρω να είναι σημαντικότερη από την εσωτερική καταιγίδα. Έμαθα και ακόμη μαθαίνω πως καλύτερα είναι να χτίζω συμβιβάζοντας παρά να γκρεμίζω διεκδικώντας. Με πληγώνει η αυστηρότητα. Η υπόδειξη. Η επιβολή. Υπάρχουν θαυμάσιοι άλλοι  τρόποι να περνάμε αυτά που θέλουμε, γλυκύτητα θες; αταραξία; με χαμόγελο θες; με ένα άπλωμα του χεριού θες; ακόμη και με λίγο χιούμορ αφήνουμε το χνάρι μας.
Αν πω " σε φτύνω για τα ορθογραφικά σου λάθη" είναι ευτελισμός. Αν πω όμως ότι διαφωνώ για χ λόγους με κάτι και ο τελευταίος λόγος είναι γιατί το ΣΒΥΣΤΟ γράφεται με Η ( δεν δύναται να είναι έτσι κι αλλιώς ορθός λόγος διαφωνίας αυτός  ) είναι γιατί θέλω να λειάνω τις αιχμές της διαφωνίας μου με μια ανάλαφρη  καταληκτική νότα.
Από κάποιους καταλαβαινόμαστε ( ευτυχώς). Από κάποιους όχι ( δις ευτυχώς.) Συνήθως την ίδια γλώσσα μιλάμε αλλά η "αργκό", η "ντοπιολαλιά" είναι που τα χαλάει όλα. Επιμένω όμως, ρομαντικά θες; την ίδια γλώσσα μιλάμε όλοι. Ό,τι γράφει δεν ξεγράφει. Ό,τι ειπώνεται δεν ξεχνιέται πάντα. Αστείο είναι σβηστεί ή να διαγραφτεί από την οθόνη. Όλα όμως μπορούν να αποσυρθούν γιατί αγαπάμε τις λέξεις - εργαλεία και όχι τις λέξεις μαχαίρια.
    Αν ποτέ κανείς συναντήσει την Πόλι, ακόμη κι αν δεν την αναγνωρίσει, ας της δώσει νοερά έστω ένα φιλί. Από την Άννα των 5, 6 χρόνων θα είναι γιατί στο μεταξύ και οι δυο μας αλλάξαμε πολύ.
( ασταδιάλα, συγκινήθηκα, βγήκε και ήλιος, πάω για καφέ. Ας έρθει -νοερά, αυταπάτες δεν υπάρχουν- όποιος θέλει. Πληρώθηκα και κερνάω. Νοερά επίσης :p )

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

Κάτω απ' το δέντρο της Λυσίππης


Κάποιες στιγμές μάς σημαδεύουν ανεξίτηλα. Εκείνη η βραδιά, μια βραδιά ενός κρύου Δεκεμβρίου, έμελλε να φέρει μια σφραγίδα μαζί της. Προοριζόταν για ένα μικρό, ευκίνητο πλάσμα που μπορούσε να κρύβεται, χωρίς να το παίρνουν χαμπάρι. Ήταν η Μία! Σε μικρό μέγεθος τότε, που κρυμμένη σε μια γωνιά είδε τον Άγιο Βασίλη να τους αφήνει τα δώρα κάτω απ' το δέντρο. Τον αληθινό Άγιο Βασίλη, ε; Όχι μαϊμού!

Αυτή η στιγμή μοιραία θα χαρασσόταν μέσα της και θα καρποφορούσε, όπως γίνεται σχεδόν πάντα με την έμπνευση που μας προκαλούν οι άλλοι. Όχι με συμβουλές και τσιτάτα, αλλά με την ίδια τους τη στάση. Έτσι, μεγαλώνοντας, θα έπαιρνε ξανά τον αγιοβασιλιάτικο σκούφο της, αυτόν που φορούσε κείνη τη βραδιά, και θα μοίραζε χαμόγελα.

Κάπως έτσι, μες στον σάκο της, βρέθηκε και ένα τσαλακωμένο χαρτάκι που έγραφε Λυσίππη. Δεν θα την άφηνε παραπονούμενη. Θα έπαιρνε κι εκείνη τα δώρα της - δώρα φτιαγμένα από κείνη.

Πέρασαν ημέρες που καθόταν στο εργαστήρι της και δημιουργούσε, μα η μεγαλειώδης στιγμή δεν άργησε να φτάσει. Το πακέτο είχε φτάσει στον προορισμό του...


 Η Λυσίππη ένιωσε το συναίσθημα που σε πιάνει κάθε φορά: έξαψη κι ενθουσιασμός. Με γρήγορες κινήσεις, άνοιξε το πακέτο για να δει τι έκρυβε μέσα του. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της, με το πόσο όμορφα και φροντισμένα τα είχε φωλιάσει μες στο πακέτο. Και μετά κυριεύτηκε ξανά απ' την έξαψη και τον ενθουσιασμό κι άρχισε να τα περιεργάζεται...

Τα μάτια της, όπως και κάθε άλλου κοιλιόδουλου πλάσματος, έπεσαν στη σοκολάτα. Και τι κάνει το κάθε κοιλιόδουλο πλάσμα; Τρώει! Ε, αυτό έκανε κι η Λυσίππη. Εν ριπή οφθαλμού είχε ξετυλίξει το περιτύλιγμα κι είχε ήδη δαγκώσει το μισό - μετά και το άλλο μισό. Κι αν δεν τη φρέναρε το ότι έπρεπε πρώτα να τραβήξει φωτογραφία, την ίδια τύχη θα είχαν και τα άλλα τρία - που, μεταξύ μας, δεν άργησε καθόλου να συμβεί.

Εδώ πριν προλάβουν να βρεθούν στο Λυσιππικό στομάχι.
 Μετά την γαστρι-μαγική απόλαυση, είπε να το ρίξει στον καλλωπισμό, οπότε τα μάτια της κεντράρανε στα σκουλαρίκια.


Και, βεβαίως βεβαίως, στον εσωτερικό καλλωπισμό, αυτό του πνεύματος, με ποίηση του Κάλβου. Ιδιαίτερη μνεία στην προνοητικότητά της, γιατί τίποτα καλύτερο απ' το να 'χει κρύο κι εσύ να είσαι μέσα, στα ζεστά σου, παρέα μ' ένα βιβλίο και μια κούπα με τσάι/καφέ/οτιδήποτε. Τσαγάκι λεμόνι λοιπόν. Και δίπλα βλέπετε ένα τετράδιο ντυμένο από την ίδια. Ο σελιδοδείκτης-καρδούλα σκέτη ζωγραφιά!

Μαζευτείτε. Θα απαγγείλω. :)
Όσοι τη ξέρουμε, ξέρουμε πόσο καλά τα πάει με τη ζωγραφική και τη χειροτεχνία. Μια ζωγραφιά της, λοιπόν, μια καρφίτσα και μια καρτούλα από εκείνη με ευχαριστίες.


Στα ίδια επίπεδα κι οι ικανότητές της με το βελονάκι.


Αυτά ήταν και τα δικά μου δωράκια, φίλοι μου.

Για όσους δεν γνωρίζουν, η Μία, για τα γενέθλιά της, έκανε κλήρωση με προσωποποιημένα δώρα φτιαγμένα από εκείνη. Είχε βάλει δέκα, αλλά η γενναιοδωρία της πρόσθεσε καμιά δεκαριά και βάλε ακόμα. Αυτή της η γενναιοδωρία μού χαμογέλασε και χαίρομαι τώρα τα δωράκια της.

Πολλές ευχές ξανά για τα γενέθλιά σου, Μία μου - με τόσα φωτεινά χαμόγελα, όσα έδωσες σ' εμάς.







Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018

Dance with me


Σ’ αυτή την ιστορία είμαι εγώ. Είσαι κι εσύ. Είμαστε μαζί. Αφηνόμαστε να περιπλανηθούμε παρέα σ’ ό,τι χτίζουμε σε πραγματικό χρόνο, με τη σκέψη που τη μετουσιώνουμε σε λέξεις. 

Βλέπουμε και περπατούμε. Περπατούμε; Πράγματι, βλέπουμε τα δύο πόδια μας να συντονίζονται εναλλάξ και το σώμα μας να κινείται υπάκουα λίγο ή πολύ. Εμείς επιλέγουμε το πόσο. Αλλά απομακρυνόμαστε στ’ αλήθεια; 

Η μήτρα όλης μας της ύπαρξης είναι το παρελθόν μας, και πυρήνας της το πατρικό μας σπίτι. Μπορεί να ζούμε ακόμα εκεί, ή να έχουμε μετακομίσει σε άλλο σπίτι ή άλλη πόλη. Στην πραγματικότητα δεν αλλάζει κάτι, παραμένουμε εκεί. Οι ρίζες μας είναι εκεί θαμμένες κι απλά μας δίνουν περιθώριο να απομακρυνόμαστε - σαν ένας δεμένος σκύλος που του αφήνει μπόλικο αέρα κίνησης ένα γενναιόδωρο λουρί. 

Τα πόδια μας κινούνται ξανά εναλλάξ, μα, αντί να μας πάνε μπροστά, αυτή τη φορά μας πάνε προς τα πίσω. Ακολουθούμε τις ρίζες μας. Απ’ τις πρόσφατες γνώριμες εικόνες μας γλιστρούμε σ’ εκείνες που είναι λες κι από πάντα είχαν εντυπωθεί μέσα μας. Κατά ένα μέρος, καθώς «ό,τι αφήνουμε, μας αφήνει». Αφήσαμε πίσω μας αυτά τα μέρη κι εκείνα δεν περίμεναν να γυρίσουμε για ν’ αλλάξουν. Παραμένουν γνώριμα, γιατί εκεί ζήσαμε, μεγαλώσαμε, ερωτευτήκαμε, πικραθήκαμε, ονειροπολήσαμε, κλάψαμε… Αλλά η πατίνα τού χρόνου αλλοίωσε το τοπίο. 

Μες σ’ αυτό το αλλοιωμένο τοπίο είναι και το σπίτι μας. Αποσυντιθέμενο κι αυτό. Σκουριασμένα πορτοπαράθυρα, φαγωμένοι σοβάδες, αλυσίδα με περασμένο λουκέτο στην πόρτα. Στάζει μοναξιά κι εγκατάλειψη χάσκοντας έτσι, σαν ανοιχτό στόμα νεκρού που μάταια προσπαθεί να βγάλει φωνή πια. 

Αφήνουμε όλο το βάρος μας ν’ ακουμπήσει στο πεζούλι ενόσω κοιτάμε τα κλειστά παράθυρα, γιατί νιώθουμε σαν καρφίτσα που τη τραβάει η γη - μαγνήτης. Το φορτίο μας είναι ανυπόφορα ασήκωτο. Το παράθυρο ανοίγει και προβάλει το πρόσωπο της μαμάς. Η πόρτα ανοίγει κι ο μικρός μας εαυτός ξεχύνεται με ορμή βαστώντας τη μπάλα. Ένα «να προσέχεις» και «να γυρίσεις πριν νυχτώσει» ακούγεται προστατευτικά απ' τα αγαπημένα χείλη. Οι διάφορες ηλικίες, οι διάφοροι ρόλοι και τα συμπλέγματά μας μπερδεύονται μεταξύ τους. Σκέψεις και συναισθήματα δεν δαμάζονται, τρέχουν στους δρόμους τής ψυχής μας και φτάνουν στα φρεάτια των ματιών μας, όπου ξεχύνονται δάκρυα ποτισμένα πόνο, νοσταλγία κι ανομολόγητα, σκονισμένα φορτία που κουβαλούσαμε και κρύβαμε καιρό μέσα μας. Το σπίτι βρυχάται, η μαμά έχει πεθάνει, εμείς έχουμε την ηλικία τής μαμάς και κλαίμε. 

Μάλλον ήρθε η ώρα να φύγουμε, αλλά δεν ξέρουμε πού να πάμε. Παραπαίουμε ακόμη. Ανθρώπινες φωνές, γέλια και μουσική ακούγονται από ένα στενό. Τα βήματά μας ενστικτωδώς θα μας οδηγήσουν εκεί. Κάποιες φορές το πλημμυρισμένο από συναισθήματα μέσα μας νιώθει την ανάγκη ν' ακουμπήσει κάπου, ή αρκεί να μη νιώθει μόνο του - κι ας στέκει βουβό. Βαδίζουμε ανάμεσα στους πολλούς και στεκόμαστε δίπλα τους, ίσως πάμε ακόμα πιο μπροστά για να παρακολουθήσουμε καλύτερα τα κορίτσια που χορεύουν. Τα μάτια μας απορροφώνται στην κίνησή τους, που εναρμονίζεται με τον ρυθμό που κελαρύζει απ' τα ηχεία. Μια κίνηση θαρρείς από πλαστελίνη· πλάθεται συνεχώς. Ξέρει πότε θα είναι κοφτή, πότε θα μαλακώσει, πότε θα αφεθεί απλά να ρέει στην ακινησία της και πότε απότομα θα δώσει πάλι απ' τον δυναμισμό της. Σκεφτόμαστε πως χορός σημαίνει ζωή, σημαίνει μεταμόρφωση, σημαίνει ελευθερία. Χορεύουμε μαζί τους, νοερά. Η ανάσα μας βγαίνει πιο εύκολα και νιώθουμε ανάλαφροι, σαν πούπουλο που χορεύει στον αέρα.  

Πίσω απ' τα κορίτσια μια κυρία στέκει με το κινητό της και τραβάει στιγμιότυπα.

Παίρνει κι εμάς ο φακός της.

Χαμογελάμε!
 

Αυτή ήταν η δική μου συμμετοχή στη «Φωτο-συγγγραφική σκυτάλη», 
που διοργανώνει η αγαπημένη μας marypertax.
Η έμπνευσή μου βασίστηκε στη φωτογραφία τής Αλεξάνδρας μας. 

Αλεξάνδρα μου, δεν ξέρω εάν έτσι ονειρεύτηκες την ιστορία τής φωτογραφίας σου,
αλλά ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσα να κάνω μ' εκείνη.
Σου αφιερώνεται ολόκαρδα! ☺️

Τη σκυτάλη παίρνει η maniaspirit, μ' αυτήν εδώ τη φωτογραφία...


Καλή έμπνευση, Μάνια μου! 




Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

Μια ευχή


Λατρεμένο συγκατοικάκι,

ευτυχώς που υπάρχει κι ετούτος εδώ ο χώρος. Σαν ένα κομμάτι χαρτί, που εναλλάξ περνάει απ’ τα χέρια μας, και σαν άλλο origami αναδιπλώνεται παίρνοντας διάφορες μορφές. Τώρα κρατώ εγώ αυτό το χαρτί. Τσακίζω διαδοχικά τις πλευρές του και φτιάχνω ένα μικρό σπιτάκι που μπορεί να χωρά και τις δυο μας. Πώς αλλιώς θα έφτανα κοντά στην ιδανική σκέψη τού να σου γράφω αυτό το σημείωμα, να τρυπώσω κρυφά στο δωμάτιό σου -όσο κοιμάσαι μακαρίως- και να το αφήσω στο κομοδίνο σου, να το βρεις το πρωί; Λένε πως η καλή ημέρα απ’ το πρωί φαίνεται, γι’ αυτό κι εγώ σπεύδω και το φροντίζω προσωπικά, χωρίς να θέλω να το αφήσω στην τύχη του. Τίποτα δεν θα επιτρέψω να χαλάσει την ημέρα της γιορτής σου. 

Κάθομαι και μετρώ πόσες ονομαστικές γιορτές σου γιορτάσαμε μαζί και τις βγάζω εννέα. Για μέτρα τες κι εσύ λίγο. Τις βγάζεις τόσες; Λίγες θα σου πω, αν με ρωτάς. Όσες πρέπει, τελικά, θα καταλήξω. Βλέπεις, εάν ερχόσουν νωρίτερα στη ζωή μου, μπορεί να μην ήμουν ικανή να σε κρατήσω. Να που καμιά φορά το timing είναι συνεπές κι ακριβές στο ραντεβού του και κάθεται όταν κι εκεί που πρέπει. Ήρθε όχι μόνο στη φάση που μπορούσα να σ’ εκτιμήσω πλήρως και να πράξω αντίστοιχα για να σε κρατήσω, μα και σαν ανώτερη απάντηση στη σκέψη μου πως αποκλείεται να βρω κάποιον άνθρωπο που να πληρεί τα όσα έχω στο κεφάλι μου, η παράξενη και η «όλα ή τίποτα», που η αλληλεπίδραση μαζί του να ‘χει κάτι το υπερβατικό. Δεν βρίσκω καλύτερα λόγια για να το περιγράψω, αλλά δεν με νοιάζει, ξέρω πως μπορείς να καταλάβεις αυτό που εννοώ. Μάλλον αυτό δεν σου το είχα πει ποτέ, ε; Το πόσο σε περίμενα να έρθεις. Ουτοπικά και ρομαντικά. Κι εάν κάποτε μου είπες «να επιλέγεις, να μην επιλέγεσαι», θα σου πω πια πως καμιά φορά συγχρόνως επιλέγεις κι επιλέγεσαι. Κι έτσι είναι καλύτερα… 

Λέω να μη συνεχίσω, καίτοι εννοώ πολλά και θέλω να πω άλλα τόσα. Όχι ότι δεν τα ξέρεις, αλλά, πώς να το κάνουμε, δεν κουραζόμαστε ποτέ να τ' ακούμε.

Ας μη σε κάνω να κοκκινίσεις άλλο, γιατί περιμένουν κι άλλοι να σου ευχηθούν. Αν και μπήκα στον πειρασμό... Σου πάει το κόκκινο, "κοκκινάκι" μου.
 

 Να σε προσέχεις για ποοοολλά χρόνια, 
επειδή «απ’ όλους τους καθρέφτες μου, εσύ, μόνο εσύ είσαι ο πιο καθαρός».

Χρόνια σου πολλά, χρόνια σου μελένια! ッ