Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2019

ΠΙΣΩ ΞΑΝΑ ΛΟΙΠΟΝ


Σχετική εικόνα


     Οκ παιδιά, πάμε για ένα δυνατό
come back. Ή reset, ή refresh ή και backup, ξέρω γω;  Θα δείξει.
Πίσω ξανά λοιπόν.
     Ναι, αλλά πόσο πίσω ;


     Σε μια επαναφορά εαυτού πχ σε πρότερα, καλύτερα χρόνια;
     Σε φάση που δεν ήταν ανάδρομος ο Ερμής (;;) – πότε ήταν να δεις, πότε ήταν, πότε ήταν …   👀
     Που είχαμε πιεί κι ένα κρασί και που τελειώσαμε το βράδυ μετά από το δεκαετίας ιεροτελεστικό σεξ (ξέρω τι θες, ξέρεις τι θέλω) με ροχαλητά ο καθένας μας 32db και βάλε; 

     Τότε που με παίζανε σερνικά, ανέβαινα κάτι πήχεις και ξαναγυρνούσα σπίτι ασφαλής – ανασφαλής;
Στα τριάντα, στα σαράντα μου να πάω πίσω;
 Όοοχι φίλε μου, δε θα πάρω. Οπισθοδρομή και κολλήματα με το παρελθόν και αχ τι ωραία που ήταν η ζωή στα ξένα, ξέχνα τα.

- Κάτσε να χτυπήσω τώρα κι ένα μαρεγκάκι, φόρτωσα. Ε, και; Και που πρόσεχα τα δόντια μου και που τα έπλενα πάντα και μετά από ζάχαρη ειδικά μετά μανίας ( ναι, σωστά ,
sugarholic ) δυο χιλιάρικα δεν έσκασα φέτος στον οδοντίατρο;
Άστο να πα στο διάλο, όσο και να προσέχεις πάντα από κάπου θα σου΄ρθει.
(αριστάκι μου, το γύρισα στη μουσταλευριά, σπιτική με καρυδάκι, τρώω δύο από δαύτες το βράδυ που βλέπω μια τα σπάει σειρά και σε παρακαλώ παραστράτησα για  δέκα μαρεγκάκια, μη με κόψεις από φίλη, σε παρακαλώ!)
Όχι, δεν κάνουμε πίσω. Ούτε  παρελθοντολογίες, ούτε νεκρολογίες.
Η γριά νιά δε γίνεται. ( Παροιμία αυτό, ξεκαθαρισμένο, για οποιονδήποτε προσπαθήσει να υπολογίσει την ηλικία μου. Ανυποχώρητα. )

⇒ Εντάξει 54ων. ⇐

Πίσω πού λοιπόν;
Πίσω στο μπροστά ρε! Πίσω στο μπροστά!

     Επειδή όμως κανένα μπροστά δεν πάει πίσω χωρίς μια έστω σύνδεση με το πίσω του θα κάνω την αναδρομή μου με την περσινή καρυδιά. Η πρώτη μου ανάρτηση μετά από την
holidayαναγκαία διακοπή στο on the up and up blogάκι μας με μία ακατάσχετη γκρίνια για ένα δαιμόνιο κωλοκούνουπο που είχε τη διαστροφή να συχνάζει κοντά μου σαν σκυλί απροσκάλεστο και την ευφυία να αράζει πάνω στις κόγχες, όπου βέβαια όσες φορές έκανε το χέρι μου το λάθος  να το παλαμιάσει χραπ! η παλάμη έπαιρνε το σχήμα της κόγχης και το μπιπ-κούνουπο κόλλαγε αυθάδικα στην οθόνη κρυστάλλων κι έπαιρνε παράτα ζωής γιατί δεν μπορεί ένα κουνούπι να στοιχίσει 200 κάτι €!
Τώρα που το ξανασκέφτομαι, που είχα απορρίψει την ιδέα του
aroxol πάνω στο καρυδένιο μου μασίφ γραφείο, μήπως να το ψέκαζα με overlay που και τα έπιπλα γυαλίζει και κουνούπια ίσως καθαρίζει;
Δεν έχει σημασία όμως γιατί φέτος το κουνούπι το άφησα στο κάτω σπίτι. Και μετακόμισα στο πάνω σπίτι. Και εξοπλίστηκα με τη ρακέτα επαναφορτιζόμενης μπαταρίας από το πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας, βρήκα και πού συχνάζουν και τα τσιτσιρίζω με υπέρμετρη ηδονή. Φιλόζωη είμαι αλλά με κανένα έμβιο που μου πίνει το αίμα. Ανθρώπινο και μη. Ακόμη και οι καρκίνοι που και το λαιμό να τους πατάς μέχρι να αλλαξοπιστήσουν, ναι, έχουν κι αυτοί μια κόκκινη γραμμή. Είναι να μην τους γυαλίσει το μάτι.
     Και η καρυδιά, σωστά, η καρυδιά. Που άρχιζε τέτοια εποχή να ρίχνει τα φύλλα όχι τακτικά σε λοφάκια έστω, μα άναρχα και διάσπαρτα ώστε να κάνω χιλιάδες τσουγκρανιές κι εκατοντάδες επικύψεις λες και έπαιρνε η ρημάδα
online εντολή από το φυσιοθεραπευτή. Και που τα έριχνε λίγα λίγα αλλά μια πέντε ορόφων καρυδιά όσο λίγα λίγα φύλλα και να ρίξει από τον Οκτώβρη μέχρι το Φλεβάρη είναι μια πολύ κάπως γυναικεία δουλειά.
Τότε με αυτή τη χαζοαυτοσαρκαστική ανάρτηση δώδεκα μήνες πριν πήρα πρώτη μου φορά σχόλιο και από έναν κομήτη, άγνωστο στα γνωστά μου πλανητάρια ονόματι Διονύση.  Έναν άνθρωπο πηλοπλάστη του λόγου, ένα ταχυδακτυλουργό του λόγου, έναν Μότσαρτ, έναν
Bαν Γκογκ του λόγου, έναν Ίρβιν Γιάλομ με πολύ Αρκά μέσα του, έναν φεγγαροδιαβάτη, έναν γλύπτη του λόγου που έρεε στις φυσικές του κοίτες, χωρίς βία, απαλά σαν χάδι στο μάγουλο – έλεγε -  γιατί πολύ απλά όπως στην πορεία τον γνώριζα συνεχώς, έβρισκε, τοποθετούσε λέξεις, φράσεις, εικόνες, συναισθήματα, προβληματισμούς, σκέψεις, πτυχές, λεπτομέρειες σε ένα συναισθηματικό κρεσέντο με την ευκολία μάγου που τραβάει τη μπέρτα και αποκαλύπτει το θαύμα. Τον άνθρωπο που μέσα από οτιδήποτε έλεγε, όλοι μας κάπου βρίσκαμε τον εαυτό μας μέσα μας, τη γωνιά και την πτυχή μας. Λεξιπλάστης ιδεών που γαλήνευε καλύτερα κι από γιόγκα, από κλασική μουσική πριν το σπα-μασάζ κι από drugs (φαντάζομαι γιατί δεν παίρνω, δε γνωρίζω αλλά νομίζω), μας ανέβαζε τον καθένα μας ξεχωριστά σε ένα βάθρο αξιοσύνης θαυμαστά αληθινή ( και από τους δικούς μας ξεχασμένη) τόσο που απορούσαμε από ποια λέξη μας ακτινολόγησε αυτό το υποσυνείδητο κύτταρο που κρύβαμε έντεχνα κάτω από το χαλί. Μας αξίωνε ο Διονύσης, πάντα με κάτι γλυκόλογο, κατευναστικό, χιουμοριστικό, ευφάνταστο, ξαφνιαστικό, με ένα στίχο, εκεί που παιδευόμασταν όλοι να βρούμε τη σωστότερη από πέντε συνώνυμες, λέξη, σου πέταγε ένα Ρίτσο, έναν Ελύτη, ένα γαλλικό τραγούδι, μια ταινία ισπανική, ένα απόσπασμα, ένα στίχο που ζωντάνευε ένα ατροφικό νεύρο. Δε θα αποδώσω  περισσότερα εύσημα  στο Διονύση. Ξέρω γω; Μήπως και φανώ ερωτευμένη (με το μυαλό του); Με το μυαλό του μπορεί. Γιατί ήταν ο εγκέφαλος που συσσώρευσε όση λογοτεχνική σοφία χωρούσε με τόση ενσυναίσθηση και τέτοια ικανότητα έκφρασης του σωστού σχολίου, στη σωστή στιγμή, στο σωστό νευρώνα που αν επέλεγε να διακριθεί στις κοινωνικές επιστήμες θα ήταν famous. Και με βαριά βιβλιογραφία. Αλλά δεν ήταν επιλογή του να ήταν famous κι έτσι παρέμεινε ο Διονύσης κι όχι μεταλλαγμένος δόξης.
Ευτυχώς.
     Παραμένοντας μουλαρίσια στο είναι και στο ηθικό του Εγώ κατάφερε να μας κάνει να μακιγιάρουμε ένα τακ παραπάνω το λόγο μας, να ψάχνουμε για κάτι έξυπνο να σταθούμε επάξια στην προσοχή του, φορούσαμε σταράκια να τρέξουμε το γραπτό αντί γόβα και σκαρπίνι, ευφυούσαμε ένα κάτι τις παραπάνω. Ας το παραδεχτούμε, περιμέναμε οι περισσότεροι το σχόλιο του Διονύση για να μας τοποθετήσει την ανάρτησή μας στο πλατύσκαλο και να μας ακουμπήσει στο χαλάκι της εξώπορτας ένα σαν φτερό αθόρυβο μπράβο που κανείς δεν έχει τo δικό του εγκεφαλικό τρόπο να αφήσει.
     Υποκειμενικό αυτό και δεκταί αι ενστάσεις. Αλλά στη δική μου βαθμολογική κλίμακα αν ο Καζαντζάκης παίρνει 10, ο Αναγνωστάκης παίρνει 9,5, αυτό το ανθρώπινο βόρειο σέλας που φώτισε τη μπλογκογειτονιά μας και χάθηκε στην ώρα του ως συνεπής και με αυτοσεβασμό κομήτης παίρνει καθαρό εννιάρι.
- στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι χωρίς Διονύση –

     ... και ψιλοπέσαμε και ψιλοβαλτώσαμε λίγο και σα να σπάσαμε και σα να τα χάσαμε κι ας λέτε ότι το καλοκαίρι πάντα σπάει η κίνηση, όλοι στο προσωπικό μας στόρι σπάμε κι όχι πάντα εποχιακά, εσωτερικά σπάμε, κάποιοι τυχεροί έχουμε
logo και βολευόμαστε με το στραβοκολλημένο ομοίωμα, άλλοι δεν έχουμε καν πια λόγο για οτιδήποτε και περιμένουμε το κίνητρο. Το τσακ. Αλλά να πω τι καταλαβαίνω; Ό,τι γράφουμε, όσοι από μας γράφουμε, καίει τα ψυχοξερόχορτα. (Καλό). Με τον καιρό δεν απομένουν και πολλά ψυχοξερόχορτα να κάψει. Χώμα και φωτιά νερό δε γίνονται. ( Κακό ). Και κάπως έτσι όλο και αδειάζει η λίστα, όλο και σιωπούν τα λόγια.
     Δώδεκα μήνες μετά έχει αλλάξει η σχέση μου με την καρυδιά.
 (Τη μισώ και τη λατρεύω μαζί. Με παιδεύει 5 μήνες το χρόνο για να μου χαρίσει ένα δροσερό σαν ζαφείρι σκέπαστρο από τον ήλιο τους υπόλοιπους 7 και να με κάνει να ξεχάσω πως πίσω από τα κλαδιά της κρύβει τη μοναδική  διπλανή πενταόροφη πολυκατοικία στην περιοχή και για την ψευδαίσθηση της φύσης που μου χαρίζει την ευγνωμονώ. Την ευχαριστώ.
Και γιατί όταν αγόρασε το οικόπεδο ο πατέρας μου, φύτρωσε μόνη της αυθάδικα από ένα τυχαίο καρύδι, δεν την περάσαμε για αγριόχορτο ευτυχώς και γιατί από τα γεννοφάσκια της είχε οργιώδη ανάπτυξη και στο προσωπικό της στοίχημα ξεπέρασε και τον εαυτό της. Σταμάτησε να ψηλώνει όταν έφτασε 
στην ταράτσα του 5ου.
(-ας πάω να τσιμπήσω ακόμη ένα κεφτέ- )

     Βλακείες λέω. Την ξεφορτώθηκα γι αυτό  και αρχίζω να την ψιλοεκτιμώ. Ας ρίχνει τα φύλλα της τώρα στην πόρτα μπροστά κι όπου αλλού παρασυρθεί αφού από πέρσι μέχρι φέτος το κάτω σπίτι στεγάζει το γιο μου με την κοπέλα του. Ευτυχώς φιλότιμα παιδιά, μαζί με το σπίτι παίρνουν και τις ισόγειες αγγαρείες του (χεχε) όπως σαμιαμιδάκια,  ποντικάκια και διάφορα ζώα
« πάλι γεμίσαμε ζώα στο σπίτι !» ο γιος,
«παιδί μου δεν είναι ζώο, μια αράχνη είναι!», εγώ,
«δεν πειράζει, όλα αυτά ζώα είναι» αποστομώνει, γιατί, μεταξύ μας,  είναι,
«σιγά μην είναι και θηλαστικά κητοειδή» κλείνω το διάλογο με σαρωτικό σκορ γιος – μάνα 1-2. Θα εποπτεύω, θα υπενθυμίζω τις αγγαρείες τις Κυριακές και θα μαζέψω και εγώ φύλλα τρεις, τέσσερις φορές που θα το κάνω κέφι. Και θα το κάνω κέφι πραγματικά.
Αλλιώς και φέτος γκρίνιες θα είχα με την καρυδιά. Παρακαλώ όπως αναλάβετε τα ΕΝΦΙΑ και την καρυδιά σας.
     Κατά κάποιο τρόπο ένα νέο πρόσωπο προστέθηκε στη ζωή μας άρα  πέντε μαζί. Κι ένα αφαιρέθηκε. Ήτοι  τέσσερις. Μαζί.  Αλλά ακόμη δεν ξέρω με σιγουριά: μήπως ήμασταν από καιρό τρεις; Και γίναμε τέσσερις; Μήπως συνυπάρξαμε απλά μαζί και μόνοι  αφήνοντας το χρόνο να γελάει κακαριστά και ήμασταν τέσσερις ή πέντε τυχαίοι τυχαία στον ίδιο χώρο; Μήπως ήμασταν πέντε βιολογικά σώματα σε φευγάτα μυαλά; Μπερδεύομαι. Αυτό όμως που μού΄μαθε η πουτάνα η ζωή είναι πως πάντα κάποιοι φεύγουν. Και πάντα κάποιοι έρχονται. Και πως σε αυτό το ανθρώπινο πήγαινε-έλα είσαι ορατός –αόρατος. Τόσο σημαντικός όσο κι ασήμαντος. Και πώς φτάνει αυτό το ρημάδι το πλήρωμα του χρόνου όπου τίποτα από όσα κάναμε δεν είχε σημασία.
      Και τι κάνει κάποιον να λείπει; Η απουσία του στην καρδιά ή η φυσική απουσία;
Και κάπως έτσι φτάνουμε μέσα σε δώδεκα μήνες από φυλλόπτωση σε φυλλόπτωση να πληθαίνουμε, να αραιώνουμε, να ξαναπληθαίνουμε ίσως.  Πίσω ξανά λοιπόν στο μπροστά.  Στο έπεται που θα φτιάξουμε εμείς.

     Αύριο θα σταματήσω  να πάρω δυο πίνακες σημειώσεων. Ακόμα καλύτερα μαυροπίνακες με κιμωλία για να θυμάμαι συχνότερα το παιδί μέσα μου . Στον έναν θα γράφω όλα τα καλά πράγματα και τις όμορφες σκέψεις που έκανα τελευταία. Στο δεύτερο θα γράψω όσα θέλω και είναι εφικτά να κάνω. Αν ο εγκέφαλος έχει τη δύναμη να βουλιάζει έχει και τη δύναμη να ξανασηκωθεί. Αν η σκέψη έχει την ανίκητη δύναμη της αρνητικής σκέψης έχει την ίδια δύναμη και για τη θετική. Αν μπορεί να παρελθοντολογεί, μπορεί και να  μελλοντολογεί. Όλα επιλογές είναι. 

     Υ.Γ.Μου λείψατε όλοι. Είχα σχεδόν ξεχάσει πόσα όμορφα πήρα από αυτή την παρέα, πόσες λέξεις μου θυμίσατε, πόσες σκέψεις επανεργοποιήσατε με τον ξεχωριστό, δικό σας τρόπο. Πόση χαρά, πόσα κίνητρα μου δώσατε να ξαναθυμηθώ την παλιά, ζεστή μου καρδιά. Πιάνει κρύο σιγά σιγά. Παιδί, κέρνα σαράντα, πενήντα καυτές σοκολάτες ....  ❤❤❤



Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2019

Στη μισοσκότεινη σοφίτα

     


          Μια φορά κι έναν καιρό, κοντινό ή μακρινό, σε μια σοφίτα, ακούστηκε ο ήχος τού κλειδιού να γυρίζει στην κλειδαριά. Η πόρτα μισάνοιξε και δειλά βήματα ακούστηκαν στον μισοσκότεινο χώρο τής σοφίτας.
          Σύρθηκε το καπάκι από ένα μεταλλικό κουτί κι ένας γδούπος ακολούθησε, ενώ το καπάκι γύρισε πάλι στη θέση του.
          Τα βήματα ξεμάκρυναν, η πόρτα έκλεισε και γύρισαν όλα στην πρότερη ηρεμία τους.
-«Ωχ, με σακατέψανε» ακούστηκε μια φωνή.
-«Είσαι καλά;» ρώτησε χαμηλόφωνα και ντροπαλά. «Με λένε Κλημεντίνη» συνέχισε σε φιλικό τόνο ένα μολυβάκι μια σταλιά.
-«Χάρηκα, Κλημεντίνη. Καλά είμαι, δεν χτύπησα» είπε απογοητευμένο το στυλό. «Κοίταξε το σώμα μου... Χρόνια ολόκληρα με είχε η κυρά μου το δεξί της χέρι. Θες απ' τα τόσα χρόνια χρήσης; Θες ότι δεν με προσέχανε κι έπεφτα κάτω; Γέμισα γρατζουνιές» είπε κι έτεινε το κορμί του στο πιο φωτεινό κομμάτι τού κουτιού για να το προσέξει καλύτερα η Κλημεντίνη. «Τόσα χρόνια υπηρεσίας κι αυτό είναι το ευχαριστώ; Να με πετάξουν σε ένα σκονισμένο κουτί και να με ξεχάσουν;» το έπνιξε το παράπονο, το στυλό.
-«Μη στενοχωριέσαι» προσπάθησε να γλυκάνει το στυλό η Κλημεντίνη. «Ωραία περνάμε κι εμείς εδώ, δεν θα είσαι μόνο σου. Η εξωτερική εμφάνιση δεν μετράει, στέκεις ακόμα ευθυτενές κι είσαι ακόμα χρήσιμο» πρόσθεσε με μια φιλική σπρωξιά δείχνοντάς του την στάθμη απ' το μελάνι του.
-«Εδώ τι θα κάνω; Εγώ έστεκα περήφανο στη μολυβοθήκη μου. Ένιωθα χρήσιμο... Έχω χαράξει σειρές ολόκληρες, ωκεανό λέξεων με τόσα συναισθήματα μέσα τους. Λόγια ερωτικά που στάζανε πόθο, λόγια γεμάτα αγάπη για φίλους και μακρυνούς συγγενείς. Ήμουν χρήσιμο για την υπενθύμιση στα ημερήσια ψώνια τού σπιτιού [...]»
-«Κι εδώ χρήσιμος θα είσαι. Δεν είναι χρήσιμη η συντροφιά σου σ' εμάς; Θ' ανταλλάξουμε εμπειρίες ετών, τα όνειρά μας, τ' απωθημένα μας... Άσε που εάν θέλεις μπορείς να γεμίζεις τις εναπομείνασες σελίδες των τετραδίων και των μπλοκ εδώ πάνω» τον διέκοψε με το πιο δελεαστικό της ύφος.
          Το στυλό χαμογέλασε προσπαθώντας να μη δείξει την πικρία μέσα του.
          Έτσι, ο καιρός περνούσε. Όλα τα κλεισμένα αντικείμενα της σοφίτας είχαν αναπτύξει μια σχέση αδελφική μεταξύ τους. Ακόμα και το στυλό ήταν χαρωπό, καίτοι πού και πού το έπιανε το παράπονο αναπολώντας το ένδοξο παρελθόν του, χωρίς να το δείχνει στους υπόλοιπους. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά όποτε άνοιγε η πόρτα τής σοφίτας αλλά κανείς δεν έλεγε να του δώσει σημασία.
         Ένα πρωινό η κλειδαριά έτριξε πάλι. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα και παιδικά ποδαράκια προχωρούσαν δειλά δειλά προς τα μέσα. Ένας ήχος όλο θαυμασμό ξεπήδησε απ' τα χείλη του, ενόσω τα παιδικά μάτια γέμιζαν απ' τον άλλοτε θησαυρό που κοιμόταν στα βάθη τής σοφίτας μες στην σκόνη.
         Κούτες αρχίνισαν ν' ανοίγουν, πράγματα χτυπούσαν μεταξύ τους στην προσπάθειά του να δει γρήγορα περί τίνος πρόκειται σε κάθε κούτα.
Το πόδι σκόνταψε σε ένα μεταλλικό κουτί.
-«Πρόσεξε μην χτυπήσεις, Ελενίτσα» ακούστηκε η φωνή τής γιαγιάς που επιτηρούσε αδιαλείπτως την εγγονή της.
-«Τι έχει εδώ μέσα, γιαγιά;" είπε η Ελενίτσα δείχνοντας το μεταλλικό κουτί στα πόδια της.         
          Και, χωρίς να περιμένει, έκανε πιο πέρα το καπάκι του για να αποκαλυφθούν τα τιμαλφή του.
          Το στυλό, αν και γρατζουνισμένο και ταλαιπωρημένο, έλαμψε στις αχτίδες τού ήλιου που έπεσαν πάνω του.
          Η Ελένη το πήρε στα χέρια της και το σήκωσε ψηλά για να το δει καλύτερα.
          Το στυλό άρχισε να ξεφωνίζει ενθουσιασμένα, σαν παιδί σε παιδική χαρά.
-«Κλημεντίνη, αυτή είναι η ευκαιρία μου να φύγω από 'δω μέσα» γύρισε να κοιτάξει με μάτια που έλαμπαν από χαρά την φίλη του.
          Το μικρό κορίτσι στριφογύριζε το στυλό στα χέρια της κοιτώντας το πότε από τη μια και πότε από την άλλη. Τα δάχτυλά της σέρνονταν πάνω του, και μόνο τα δικά της δάχτυλα μπόρεσαν να αισθανθούν το ανάγλυφο όνομα πάνω στο εκτεθειμένο του κορμί. «Airis τ' όνομά του, γιαγιά» είπε με μια ανάσα η μικρή.
-«Τόσα μολύβια, στυλό και μαρκαδόρους έχεις στο δωμάτιό σου, βρε κορίτσι μου. Τι το θες αυτό; Δεν είναι σε καλή κατάσταση, άσ' το πάλι μέσα» την πρόετρψε η γιαγιά της.
-«Όχι, εγώ το θέλω» ανταπάντησε πεισματικά η μικρή Ελένη. «Οι γρατζουνιές είναι που του δίνουν αξία και το θέλω. Σημαίνουν πως κάποτε ήταν χρήσιμο κι εξυπηρετούσε ακούραστα για πολύ καιρό, είχε ιδιαίτερο δέσιμο μ' αυτόν που το είχε, γι' αυτό είναι πολλές κι οι γρατζουνιές".
         Το στυλό έβαλε τα κλάματα. Επιτέλους, κάποιος μπόρεσε να δει τ' όνομά του και ν' αναγνωρίσει την πραγματική του αξία. Κείνη τη στιγμή ξαναένιωσε ευτυχισμένο!

 〣〣〣〣〣〣〣〣〣〣〣〣〣〣〣〣

Αυτό το κειμενάκι γράφτηκε πριν κάμποσες ημέρες και στάλθηκε στην Αριστέα, 
για συγκεκριμένο λόγο, και σήμερα ανασύρεται, στολίζεται με κορδέλα και τοποθετείται
 σε περίοπτη θέση για να κάνουν πιο ιδιαίτερα τα γενέθλιά της. 

Ας ενώσουμε όλοι μαζί τις ευχές μας και την αγάπη μας για εκείνη, 
να της κάνουμε ακόμα ομορφότερη την ημέρα της, λοιπόν. 

Σας την παραδίδω! ღ


Αριστέα, παρασκευάστηκε με αγνά, υγιεινά υλικά. 
Θα το φας! 
Δεν μ' έφαγε τζάμπα η κουζίνα για να σου το ετοιμάσω. 






Τρίτη, 4 Ιουνίου 2019

Το χαμομήλι

Επιλεγμένη λέξη "Χαμομήλι"



Σάββατο, 1 Ιουνίου 2019

«Η μέρα μας» όπως λέμε συνωμοτικά μεταξύ μας. Η ημέρα τής βδομάδας που οι ενοχές μου συρρικνώνονται και κρύβονται μες στην ντουλάπα, αφού μπορώ να μείνω σπίτι και να κάνουμε πράγματα μαζί. Πώς φωτίζεται το πρόσωπό σου κείνες τις μέρες, πάντα.

Σε πήρα και πήγαμε να περπατήσουμε. Λατρεύεις να καταγράφεις τα τοπία, τους περαστικούς, τ' αυτοκίνητα... Και μένα μ' αρέσει να καταγράφω εσένα· την έκπληξη που σου αφήνει το καθετί, την έκπληξη και τον ενθουσιασμό που -στον κόσμο των μεγάλων- το χρώμα τους είναι ξεθωριασμένο. 

«Μία, δύο, τρεις...» ακούγεται η φωνούλα σου, σαν τιτίβισμα, όσο μετράς τις πλάκες τού πεζοδρομίου, χοροπηδώντας πάνω τους. Και στη σχισμή του φυτρωμένο ένα χαμομήλι. Μια αφανής λεπτομέρεια για μένα, για σένα κάτι άλλο, μεγαλύτερο· σου δίνει χαρά. Κόβεις δυο - τρία απ' τα λουλούδια του και τρέχεις να μου τα δώσεις, με τον σταθερό ενθουσιασμό στη φωνή σου να λέει ένα μακρόσυρτο «μαμάαα» με το «ήλιοι με άσπρες αχτίδες» να το ακολουθεί. 

Οι ασπροκίτρινοι ήλιοι σου, γεμάτοι υπενθυμίσεις. 






Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στη 3η φωτο-συγγραφική σκυτάλη
που διοργανώνει η Μαίρη μας με την Γήινη ματιά της. 

Η φωτογραφία κι η επιλεγμένη λέξη είναι απ' τη Μαρία Νικολάου
στην οποία αφιερώνω και την ανάρτηση. 

Νομίζω πως παρόμοια συναισθήματα γεννούν αυτά τα χεράκια
-φορτωμένα λουλούδια- 
που τρέχουν στην μανούλα τους, ε, Μαρία; :)  

Με τη σειρά μου αφήνω στη Μαρίνα μας αυτή τη φωτογραφία, με την λέξη «ελπίδα».

Νομίζω είναι πολύ σε σένα, Μαρινάκι μου.
Καλή έμπνευση!




Κυριακή, 19 Μαΐου 2019

3ο Δρώμενο Χαϊκού


 
Κλωστές κόπηκαν,
λύθηκαν οι αρθρώσεις·
κομματιάστηκε.

Δηλητήριο· 
το σώμα του βρύση πια,
κατεστραμμένη.
 
 
 
   Το Χαϊκού (ιαπ.: 俳句"αστείος στίχος") είναι μια ιαπωνική ποιητική φόρμα. Παραδοσιακά αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους για έμφαση ή σε έναν, χωρισμένο με κενά. Το χαϊκού είναι με συνολικά 17 συλλαβές η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο. (πηγή)
 
  
 
 Άλλη μια εύγλωττη φωτογραφία απ' την Μαρία Νικολάου, απ' το Κείμενο
που έδωσε το σύνθημα για να μαζευτούν δεκαπέντε υπέροχα χαϊκού. 
 
Η δική μου ερμηνεία πήρε ως αφορμή τ' απομεινάρια σύρματος ή περικοκλάδας (?) στο συρματόπλεγμα και μεταπήδησε -μεταφορικά- σε ό,τι καταντάει παρασιτικά τοξικό.
 
Πολλά συγχαρητήρια κι από εδώ στην Ελευθερία Έρη που πρώτευσε και στις κυρίες που συμπλήρωσαν την τριάδα. Αννούλι, Αριστάκι & Μαρία, μπράβο σας! 
 
 
 
 

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

χαϊκού



Αφηρημένη
ήσουν άνοιξη φέτος
σαν τις πλάνες μας∙

… να καρφιτσώνεις
σημείωμα στο σύρμα
ότι πέρασες.



Το 3ο δρώμενο χαϊκού υπό τη διοργάνωση και επιμέλεια της φίλης Μαρίας Νικολάου έφτασε όμορφα στο τέλος του και την ευχαριστούμε πάλι και πάντα για τη φιλόξενη και φιλότεχνη στέγη της.




Ξέρουμε τι είναι το χαϊκού; Ούτε εγώ ήξερα αλλά είναι πάντα νωρίς να μαθαίνουμε κάτι παραπάνω. Τρεις στίχοι των 5,7,5 συλλαβών μέσα από επιλεγμένη φωτογραφία αποδίδουν λιτά και συμπυκνωμένα το μέγιστο για τον καθένα νόημα. Ποιητική, ιαπωνική τεχνική του 11ου αιώνα  "το λίγο που το καθιστά περισσότερο"  επεξηγεί ο Robert Browning χαρακτηριστικά.
(
πηγήλέξημα)


Επειδή
όμως ένα χαϊκού δεν είναι ποτέ αρκετόεδώ απολαμβάνουμε όλες τις υπέροχες συμμετοχές που πήραν μέρος στο γλυκό κουτούκι της Μαρίας κι εδώ δύο εκπρόθεσμες ακόμη. Καλή ανάγνωση !

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2019

Άλωση. Ανάλωση. Κατανάλωση.






Άλωση. Ανάλωση. Κατανάλωση. 
Εκ του «εάλω» όλα.

-Πόση ζωή έχω ;
-Το προσδόκιμο σε αυτές …
-Περίπου.
-Η νωτιοθαλαμική οδός…
-Περίπου.
-Λίγους…
Η πόρτα έκλεινε πριν ειπωθούν οι μήνες.
Λοιπόν, ναι. Ήθελε να πεθάνει.
Χωρίς μνήμες.
Χωρίς αποσκευές.
Μια δέσμευση ολάκερη η ζωή 
μια φλούδα γη εδώ, μια φλούδα γη εκεί
να πόσο κάνει η ανταρσία.
Πρώτη του βουτιά στο ποτάμι
χωρίς σωσίβιο.
Χωρίς επιστροφή.
Να μην ήταν άνυδρο μόνο
- ή απόβλητο ποτάμι.
Οι ζωντανοί σιωπηλά κι ενδόμυχα
θα ανακουφίζονταν για την προσωρινή τους ασηψία.
Το χαρτομάντιλο ελαφρώς νωπό
από το κομψό τους δάκρυ
κι ελαφρώς ελαφρύ
σαν το χώμα που, υπάκουο στη χημεία του
θα τον αποσάρθρωνε στις αρχικές του ύλες.
Το βράδυ θα έβλεπαν στο BBC
«Ο Θεός σώζει τη Βασίλισσα».
«Ο Θεός σώζει την Αμερική».
(και τους παρίες σώζει Τι; )
γελώντας καταλήγει:
« τελικά ο θάνατος δεν έχει καμία εξουσία. »
Έξω από το ιατρείο
η ματιά του σκόνταψε στην ξεχαρβαλωμένη μάντρα 
με μόνους καταπατητές
μισοσβησμένα συνθήματα ρετάλια
- για αγάπες παντοτινές μιλούσαν 
με αισιοδοξία σαν μπαλόνια νέον φίσκα
και για ονείρων τάματα 
στα ζευγαράκια, στα παιδιά πετούσαν σφαίρες μαργαρίτες.
Κι αν τις συλλέξεις τρυφερά
για μια ιδέα  παράταση παράστασης
κι αν το νερό τους καθημερινά αλλάζεις;
Κι άπαξ εβδομαδιαίως ασπιρίνη;
Ήταν κατανάλωση κατά προτίμηση πριν από αυτές.
«Πόσο και σένα σου΄μεινε  να ζήσεις δύστυχέ μου Μαξ…  
Κι αδέσποτος ακόμα, μην ξεχνάς 
ό,τι σου έμαθα κόσμιο στον κόσμο

-  ... Θα βρω και τη μάνα!  και τον Παρασκευά!
Μια χαραμάδα ουρανός στη συννεφιά  
τον πυροβόλησε με μπλε ανάμεσα στα μάτια.

-όλοι να ξανανταμώναμε Άνθρωπε 
για τη μία έστω από εκεί 
Δεύτερη Ευκαιρία ! 
Γιατί εδώ ήταν μόνο η δοκιμαστική. Η δοκιμασία» .

-Στην οδό Φυλής παρακαλώ.
Μηδενίζει η ταρίφα.
Στο ραδιόφωνο ένα κορίτσι 
έβγαζε από τις τσέπες φλούδες μανταρίνι 
και του έριχνε σαρδόνια στα μάτια να πονά 
κι εκείνο να γελά
και φιλόξενο φάντασε ξαφνικά το Μεταξουργείο.
Οι κόκκινες λάμπες σειροθετημένες 
τον περίμεναν για μία και μόνη φορά.
Νότισε τη ροζ λατέξ καλτσοδέτα 
Και ένα συριγμό τύπου "φοβάμαι"
κανένας τοίχος δεν είπε ότι άκουσε με σιγουριά 
πως ξεστομίστηκε.
Ήταν η αποδοχή και η αποκοπή του
φτάνοντας στου συρματόσχοινου την άκρη. 

Φεύγοντας στο τραπέζι άφησε είκοσι ευρώ,
το φιλντισένιο κομπολόι του κι έναν ζίπο αναπτήρα.




Η συμμετοχή μου σε ένα ακόμη δυνατό δρώμενο της παρέας ( και της Αριστέας), το 23ο συμπόσιο ποίησης με βασικό θέμα το Θάνατο. Δύσκολο θέμα που σηκώνει σεβασμό και δέος με τη βαρύτητά του, περισυλλογή κι ενσυναίσθηση.
Ξαναθυμόμαστε εδώ το ποίημα του φίλου Γιάννη Pit που αγαπήθηκε και πρώτευσε στη μικρή μας κοινότητα.
Ευχαριστούμε θερμά και τους δυο που μας χάρισαν όμορφες στιγμές όπως και τους φίλους που πάντα βρίσκουν χρόνο γι΄αυτό το -πολυαγαπημένο πλέον- τελετουργικό.

~~~~~ . ~~~~~
Σε αναλώσιμη τροχιά όλοι μας και ουδείς ανεπιβίβαστος στο τρένο αυτό.
Αγάπησα αυτόν το γεροντάκο μου, που, περιθωριοποιημένος, έρχεται αντίκρυ στην ανελέητη πραγματικότητα: αυτή της εκπνεόμενης ζωής του. Ένα κομπιασμένο ιατρικό ανακοινωθέν του δίνει λίγο χρόνο να τακτοποιήσει το χάος των συναισθημάτων του.
Στοχαστικά παρατηρεί όσα συμβαίνουν και θα συμβαίνουν εν παρουσία και απουσία του. Αέναη η ζωή στροβιλίζεται σε ανέμελους, χορευτικούς ρυθμούς ενόσω διαπιστώνει την παροδικότητά τους.
Αγάπησα αυτή τη μοναχική φιγούρα με μόνο φίλο ένα σκύλο και είναι γύρω μας πολλοί. Ποιος να παρηγορήσει, πόσο και πώς όταν σώνεται το λαδάκι στο καντήλι...
Φοβάται.
Κανείς δεν μπορεί να του υποδείξει να μη φοβάται. Σε μίξη τρόμου-ελπίδας για τη μεγάλη μετάβαση ακροβατεί και παραπαίει. Μια φτηνή πόρνη θα δεχτεί την ανθρώπινή του πλευρά χωρίς ερωτήσεις, χωρίς εξηγήσεις για το δάκρυ του φόβου, τη γυμνή πλευρά του φόβου. Πληρώνει το αντίτιμο για το ξέντυμα της ψυχής του, αφήνει το ευτελές περιεχόμενο της τσέπης που δεν μπορεί ο ίδιος να πετάξει και ασήμαντο σε κάποιον να χαρίσει  και περήφανα, με αξιοπρέπεια, με  στωικότητα χάνεται στο σκοτάδι.
Δεν είναι δα ο πρώτος, δε θα΄ναι ο τελευταίος....
Όλοι, διακεκριμένοι και μη, οικογενειάρχες και όχι, κοινωνικοί και ακοινώνητοι, μια σφραγίδα στο Ληξιαρχείο τελικά,  όπως  συγκινητικά μας είπε και η φίλη Γιούλη στην Τελεία της.
Σας ευχαριστώ! 

Σάββατο, 27 Απριλίου 2019

Πρόβα μπαλέτου


Προσδιορισμός θέσης σε καθρέφτη
Dèboulès - Developpé - Arabesque
Υπακοή στην υποβολή κινήσεων
Ξανά
Dèboulès - Developpé - Arabesque
Παιδικά κελαηδίσματα
Φτου και βγαίνω
Γέλια, ανεμελιά
Ξανά
Dèboulès - Developpé - Arabesque
Πιο 'κει σβησμένο το δωμάτιο
Δυο μάτια κρυφοκοιτούν από βρόμικο τζάμι
Ξανά
Dèboulès - Devel...
Πέφτω κάτω
Ραγισμένος αγκώνας
Ξανά
Dèboulès - Developpé - Arabesque
Φωνές από λαρύγγια ενήλικα
Ελαφάκι στριμωγμένο σε γωνία
Βρισιές, ξύλο
Ξανά
Dèb...
Πέφτω κάτω
Σπασμένο χέρι
Ξανά
Dèboulès - Developpé - Arabesque
Δάκρυα στάζουν υποδόρια
"Μη", "Σταμάτα", "Μαμά, πού είσαι, μαμά" σχίζουν τον αέρα
Νεκρά πουλιά αθωότητας
Ψυχή λεηλατημένη
Ξανά
Dèboulès - Developpé - Arabesq...
Πέφτω κάτω
Πρόσωπο κομματιασμένο
Ακινησία


 

Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο 23ο Συμπόσιο Ποίησης,
που διοργανώνει η Αριστέα μας,
έχοντας αυτή την φορά την επιλογή ανάμεσα στις λέξεις:  
θάνατος, πεθαίνω, πεθαμένος και νεκρός.

29 συμμετοχές, 29 μπράβο 
για όσους καταπιάστηκαν μ' αυτό το θέμα,
και ένα μεγαλύτερο στον Γιάννη μας 
που κατάφερε να τραβήξει τα περισσότερα βλέμματα. 


*********
Εδώ, εδώ κι εδώ μπορείτε να διαβάσετε ξανά όλες τις συμμετοχές
κι από εδώ μπορείτε να μεταφερθείτε στην λήξη και την γιορτή μας.

*********

Να πω πως η εκπληκτική φωτογραφία που συνοδεύει την "Πρόβα μπαλέτου" 
είναι στιγμιότυπο από την σειρά Tabula Rasa

Σε ένα απ' τα επεισόδια συμβαίνει ακριβώς αυτό: η κοπέλα εκτελεί τις κινήσεις μπαλέτου μπροστά στον καθρέφτη και πέφτει συνεχώς κάτω σπάζοντας ξανά και ξανά. Πρώτα τον αγκώνα της, μετά όλο της το χέρι μέχρι που πέφτει κάτω και ραγίζει το πρόσωπό της - σπάει σαν πορσελάνινη κούκλα. 

Αυτή η σκηνή μού έκανε μεγάλο κλικ! 
Κι όταν μου κάνει κάτι κλικ, θέλω να το κάνω δικό μου. Κι αυτό γίνεται μόνο όταν βάλεις κάτι από σένα μέσα του. Είναι σαν την άμορφη πλαστελίνη που την παίρνεις στα χέρια σου, την ζεσταίνεις και της δίνεις μορφή. Κάπως έτσι έγινε κι εδώ, λοιπόν. Αυτό το στιγμιότυπο και η θανατερή θεματική αυτού του Συμποσίου με οδήγησε στην κακοποίηση - εδώ στην παιδική, που είναι το βαρύτερο πλήγμα/φορτίο στο πρωτοξεκίνημα της ζωής μας. Κακοποίηση σωματική (σεξουαλική, ξύλο κλπ), κακοποίηση ψυχολογική. Κακοποίηση άμεση, κακοποίηση έμμεση. 
Όλες καταλήγουν στο ίδιο: το ράγισμα των κομματιών μας.

Για κάθε φόνο, για κάθε μετέπειτα αυτοκτονία, για κάθε βλέμμα ενηλίκου μέσα σε ανήλικα μάτια, για κάθε εξέλιξη ζωής με έναν μεγάλο κόμπο, είτε ζώντας με αυτόν (με ό,τι συνεπάγεται) είτε καταβάλλοντας υπέρμετρες δυνάμεις για να τον λύσεις, και για κάθε "για κάθε". 

Εν ολίγοις, ένα δικό μου γαμώτο, ρε γαμώτο!
Και χαίρομαι που βρέθηκε το Συμπόσιο ως αφορμή για να βγει, τελικά, από μέσα μου. 

********* 
 
Καλή Ανάσταση & Καλό Πάσχα, φίλοι μου!