Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

Κάτω απ' το δέντρο της Λυσίππης


Κάποιες στιγμές μάς σημαδεύουν ανεξίτηλα. Εκείνη η βραδιά, μια βραδιά ενός κρύου Δεκεμβρίου, έμελλε να φέρει μια σφραγίδα μαζί της. Προοριζόταν για ένα μικρό, ευκίνητο πλάσμα που μπορούσε να κρύβεται, χωρίς να το παίρνουν χαμπάρι. Ήταν η Μία! Σε μικρό μέγεθος τότε, που κρυμμένη σε μια γωνιά είδε τον Άγιο Βασίλη να τους αφήνει τα δώρα κάτω απ' το δέντρο. Τον αληθινό Άγιο Βασίλη, ε; Όχι μαϊμού!

Αυτή η στιγμή μοιραία θα χαρασσόταν μέσα της και θα καρποφορούσε, όπως γίνεται σχεδόν πάντα με την έμπνευση που μας προκαλούν οι άλλοι. Όχι με συμβουλές και τσιτάτα, αλλά με την ίδια τους τη στάση. Έτσι, μεγαλώνοντας, θα έπαιρνε ξανά τον αγιοβασιλιάτικο σκούφο της, αυτόν που φορούσε κείνη τη βραδιά, και θα μοίραζε χαμόγελα.

Κάπως έτσι, μες στον σάκο της, βρέθηκε και ένα τσαλακωμένο χαρτάκι που έγραφε Λυσίππη. Δεν θα την άφηνε παραπονούμενη. Θα έπαιρνε κι εκείνη τα δώρα της - δώρα φτιαγμένα από κείνη.

Πέρασαν ημέρες που καθόταν στο εργαστήρι της και δημιουργούσε, μα η μεγαλειώδης στιγμή δεν άργησε να φτάσει. Το πακέτο είχε φτάσει στον προορισμό του...


 Η Λυσίππη ένιωσε το συναίσθημα που σε πιάνει κάθε φορά: έξαψη κι ενθουσιασμός. Με γρήγορες κινήσεις, άνοιξε το πακέτο για να δει τι έκρυβε μέσα του. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της, με το πόσο όμορφα και φροντισμένα τα είχε φωλιάσει μες στο πακέτο. Και μετά κυριεύτηκε ξανά απ' την έξαψη και τον ενθουσιασμό κι άρχισε να τα περιεργάζεται...

Τα μάτια της, όπως και κάθε άλλου κοιλιόδουλου πλάσματος, έπεσαν στη σοκολάτα. Και τι κάνει το κάθε κοιλιόδουλο πλάσμα; Τρώει! Ε, αυτό έκανε κι η Λυσίππη. Εν ριπή οφθαλμού είχε ξετυλίξει το περιτύλιγμα κι είχε ήδη δαγκώσει το μισό - μετά και το άλλο μισό. Κι αν δεν τη φρέναρε το ότι έπρεπε πρώτα να τραβήξει φωτογραφία, την ίδια τύχη θα είχαν και τα άλλα τρία - που, μεταξύ μας, δεν άργησε καθόλου να συμβεί.

Εδώ πριν προλάβουν να βρεθούν στο Λυσιππικό στομάχι.
 Μετά την γαστρι-μαγική απόλαυση, είπε να το ρίξει στον καλλωπισμό, οπότε τα μάτια της κεντράρανε στα σκουλαρίκια.


Και, βεβαίως βεβαίως, στον εσωτερικό καλλωπισμό, αυτό του πνεύματος, με ποίηση του Κάλβου. Ιδιαίτερη μνεία στην προνοητικότητά της, γιατί τίποτα καλύτερο απ' το να 'χει κρύο κι εσύ να είσαι μέσα, στα ζεστά σου, παρέα μ' ένα βιβλίο και μια κούπα με τσάι/καφέ/οτιδήποτε. Τσαγάκι λεμόνι λοιπόν. Και δίπλα βλέπετε ένα τετράδιο ντυμένο από την ίδια. Ο σελιδοδείκτης-καρδούλα σκέτη ζωγραφιά!

Μαζευτείτε. Θα απαγγείλω. :)
Όσοι τη ξέρουμε, ξέρουμε πόσο καλά τα πάει με τη ζωγραφική και τη χειροτεχνία. Μια ζωγραφιά της, λοιπόν, μια καρφίτσα και μια καρτούλα από εκείνη με ευχαριστίες.


Στα ίδια επίπεδα κι οι ικανότητές της με το βελονάκι.


Αυτά ήταν και τα δικά μου δωράκια, φίλοι μου.

Για όσους δεν γνωρίζουν, η Μία, για τα γενέθλιά της, έκανε κλήρωση με προσωποποιημένα δώρα φτιαγμένα από εκείνη. Είχε βάλει δέκα, αλλά η γενναιοδωρία της πρόσθεσε καμιά δεκαριά και βάλε ακόμα. Αυτή της η γενναιοδωρία μού χαμογέλασε και χαίρομαι τώρα τα δωράκια της.

Πολλές ευχές ξανά για τα γενέθλιά σου, Μία μου - με τόσα φωτεινά χαμόγελα, όσα έδωσες σ' εμάς.







Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018

Dance with me


Σ’ αυτή την ιστορία είμαι εγώ. Είσαι κι εσύ. Είμαστε μαζί. Αφηνόμαστε να περιπλανηθούμε παρέα σ’ ό,τι χτίζουμε σε πραγματικό χρόνο, με τη σκέψη που τη μετουσιώνουμε σε λέξεις. 

Βλέπουμε και περπατούμε. Περπατούμε; Πράγματι, βλέπουμε τα δύο πόδια μας να συντονίζονται εναλλάξ και το σώμα μας να κινείται υπάκουα λίγο ή πολύ. Εμείς επιλέγουμε το πόσο. Αλλά απομακρυνόμαστε στ’ αλήθεια; 

Η μήτρα όλης μας της ύπαρξης είναι το παρελθόν μας, και πυρήνας της το πατρικό μας σπίτι. Μπορεί να ζούμε ακόμα εκεί, ή να έχουμε μετακομίσει σε άλλο σπίτι ή άλλη πόλη. Στην πραγματικότητα δεν αλλάζει κάτι, παραμένουμε εκεί. Οι ρίζες μας είναι εκεί θαμμένες κι απλά μας δίνουν περιθώριο να απομακρυνόμαστε - σαν ένας δεμένος σκύλος που του αφήνει μπόλικο αέρα κίνησης ένα γενναιόδωρο λουρί. 

Τα πόδια μας κινούνται ξανά εναλλάξ, μα, αντί να μας πάνε μπροστά, αυτή τη φορά μας πάνε προς τα πίσω. Ακολουθούμε τις ρίζες μας. Απ’ τις πρόσφατες γνώριμες εικόνες μας γλιστρούμε σ’ εκείνες που είναι λες κι από πάντα είχαν εντυπωθεί μέσα μας. Κατά ένα μέρος, καθώς «ό,τι αφήνουμε, μας αφήνει». Αφήσαμε πίσω μας αυτά τα μέρη κι εκείνα δεν περίμεναν να γυρίσουμε για ν’ αλλάξουν. Παραμένουν γνώριμα, γιατί εκεί ζήσαμε, μεγαλώσαμε, ερωτευτήκαμε, πικραθήκαμε, ονειροπολήσαμε, κλάψαμε… Αλλά η πατίνα τού χρόνου αλλοίωσε το τοπίο. 

Μες σ’ αυτό το αλλοιωμένο τοπίο είναι και το σπίτι μας. Αποσυντιθέμενο κι αυτό. Σκουριασμένα πορτοπαράθυρα, φαγωμένοι σοβάδες, αλυσίδα με περασμένο λουκέτο στην πόρτα. Στάζει μοναξιά κι εγκατάλειψη χάσκοντας έτσι, σαν ανοιχτό στόμα νεκρού που μάταια προσπαθεί να βγάλει φωνή πια. 

Αφήνουμε όλο το βάρος μας ν’ ακουμπήσει στο πεζούλι ενόσω κοιτάμε τα κλειστά παράθυρα, γιατί νιώθουμε σαν καρφίτσα που τη τραβάει η γη - μαγνήτης. Το φορτίο μας είναι ανυπόφορα ασήκωτο. Το παράθυρο ανοίγει και προβάλει το πρόσωπο της μαμάς. Η πόρτα ανοίγει κι ο μικρός μας εαυτός ξεχύνεται με ορμή βαστώντας τη μπάλα. Ένα «να προσέχεις» και «να γυρίσεις πριν νυχτώσει» ακούγεται προστατευτικά απ' τα αγαπημένα χείλη. Οι διάφορες ηλικίες, οι διάφοροι ρόλοι και τα συμπλέγματά μας μπερδεύονται μεταξύ τους. Σκέψεις και συναισθήματα δεν δαμάζονται, τρέχουν στους δρόμους τής ψυχής μας και φτάνουν στα φρεάτια των ματιών μας, όπου ξεχύνονται δάκρυα ποτισμένα πόνο, νοσταλγία κι ανομολόγητα, σκονισμένα φορτία που κουβαλούσαμε και κρύβαμε καιρό μέσα μας. Το σπίτι βρυχάται, η μαμά έχει πεθάνει, εμείς έχουμε την ηλικία τής μαμάς και κλαίμε. 

Μάλλον ήρθε η ώρα να φύγουμε, αλλά δεν ξέρουμε πού να πάμε. Παραπαίουμε ακόμη. Ανθρώπινες φωνές, γέλια και μουσική ακούγονται από ένα στενό. Τα βήματά μας ενστικτωδώς θα μας οδηγήσουν εκεί. Κάποιες φορές το πλημμυρισμένο από συναισθήματα μέσα μας νιώθει την ανάγκη ν' ακουμπήσει κάπου, ή αρκεί να μη νιώθει μόνο του - κι ας στέκει βουβό. Βαδίζουμε ανάμεσα στους πολλούς και στεκόμαστε δίπλα τους, ίσως πάμε ακόμα πιο μπροστά για να παρακολουθήσουμε καλύτερα τα κορίτσια που χορεύουν. Τα μάτια μας απορροφώνται στην κίνησή τους, που εναρμονίζεται με τον ρυθμό που κελαρύζει απ' τα ηχεία. Μια κίνηση θαρρείς από πλαστελίνη· πλάθεται συνεχώς. Ξέρει πότε θα είναι κοφτή, πότε θα μαλακώσει, πότε θα αφεθεί απλά να ρέει στην ακινησία της και πότε απότομα θα δώσει πάλι απ' τον δυναμισμό της. Σκεφτόμαστε πως χορός σημαίνει ζωή, σημαίνει μεταμόρφωση, σημαίνει ελευθερία. Χορεύουμε μαζί τους, νοερά. Η ανάσα μας βγαίνει πιο εύκολα και νιώθουμε ανάλαφροι, σαν πούπουλο που χορεύει στον αέρα.  

Πίσω απ' τα κορίτσια μια κυρία στέκει με το κινητό της και τραβάει στιγμιότυπα.

Παίρνει κι εμάς ο φακός της.

Χαμογελάμε!
 

Αυτή ήταν η δική μου συμμετοχή στη «Φωτογραφική σκυτάλη», 
που διοργανώνει η αγαπημένη μας marypertax.
Η έμπνευσή μου βασίστηκε στη φωτογραφία τής Αλεξάνδρας μας. 

Αλεξάνδρα μου, δεν ξέρω εάν έτσι ονειρεύτηκες την ιστορία τής φωτογραφίας σου,
αλλά ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσα να κάνω μ' εκείνη.
Σου αφιερώνεται ολόκαρδα! ☺️

Τη σκυτάλη παίρνει η maniaspirit, μ' αυτήν εδώ τη φωτογραφία...


Καλή έμπνευση, Μάνια μου! 




Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

Μια ευχή


Λατρεμένο συγκατοικάκι,

ευτυχώς που υπάρχει κι ετούτος εδώ ο χώρος. Σαν ένα κομμάτι χαρτί, που εναλλάξ περνάει απ’ τα χέρια μας, και σαν άλλο origami αναδιπλώνεται παίρνοντας διάφορες μορφές. Τώρα κρατώ εγώ αυτό το χαρτί. Τσακίζω διαδοχικά τις πλευρές του και φτιάχνω ένα μικρό σπιτάκι που μπορεί να χωρά και τις δυο μας. Πώς αλλιώς θα έφτανα κοντά στην ιδανική σκέψη τού να σου γράφω αυτό το σημείωμα, να τρυπώσω κρυφά στο δωμάτιό σου -όσο κοιμάσαι μακαρίως- και να το αφήσω στο κομοδίνο σου, να το βρεις το πρωί; Λένε πως η καλή ημέρα απ’ το πρωί φαίνεται, γι’ αυτό κι εγώ σπεύδω και το φροντίζω προσωπικά, χωρίς να θέλω να το αφήσω στην τύχη του. Τίποτα δεν θα επιτρέψω να χαλάσει την ημέρα της γιορτής σου. 

Κάθομαι και μετρώ πόσες ονομαστικές γιορτές σου γιορτάσαμε μαζί και τις βγάζω εννέα. Για μέτρα τες κι εσύ λίγο. Τις βγάζεις τόσες; Λίγες θα σου πω, αν με ρωτάς. Όσες πρέπει, τελικά, θα καταλήξω. Βλέπεις, εάν ερχόσουν νωρίτερα στη ζωή μου, μπορεί να μην ήμουν ικανή να σε κρατήσω. Να που καμιά φορά το timing είναι συνεπές κι ακριβές στο ραντεβού του και κάθεται όταν κι εκεί που πρέπει. Ήρθε όχι μόνο στη φάση που μπορούσα να σ’ εκτιμήσω πλήρως και να πράξω αντίστοιχα για να σε κρατήσω, μα και σαν ανώτερη απάντηση στη σκέψη μου πως αποκλείεται να βρω κάποιον άνθρωπο που να πληρεί τα όσα έχω στο κεφάλι μου, η παράξενη και η «όλα ή τίποτα», που η αλληλεπίδραση μαζί του να ‘χει κάτι το υπερβατικό. Δεν βρίσκω καλύτερα λόγια για να το περιγράψω, αλλά δεν με νοιάζει, ξέρω πως μπορείς να καταλάβεις αυτό που εννοώ. Μάλλον αυτό δεν σου το είχα πει ποτέ, ε; Το πόσο σε περίμενα να έρθεις. Ουτοπικά και ρομαντικά. Κι εάν κάποτε μου είπες «να επιλέγεις, να μην επιλέγεσαι», θα σου πω πια πως καμιά φορά συγχρόνως επιλέγεις κι επιλέγεσαι. Κι έτσι είναι καλύτερα… 

Λέω να μη συνεχίσω, καίτοι εννοώ πολλά και θέλω να πω άλλα τόσα. Όχι ότι δεν τα ξέρεις, αλλά, πώς να το κάνουμε, δεν κουραζόμαστε ποτέ να τ' ακούμε.

Ας μη σε κάνω να κοκκινίσεις άλλο, γιατί περιμένουν κι άλλοι να σου ευχηθούν. Αν και μπήκα στον πειρασμό... Σου πάει το κόκκινο, "κοκκινάκι" μου.
 

 Να σε προσέχεις για ποοοολλά χρόνια, 
επειδή «απ’ όλους τους καθρέφτες μου, εσύ, μόνο εσύ είσαι ο πιο καθαρός».

Χρόνια σου πολλά, χρόνια σου μελένια! ッ




Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2018

ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ




    Με λένε απληστία. Καμία αποκατάσταση δεν μου είναι  αρκετή γιατί απειθώ και αδιαφορώ να τη θαυμάσω.  Να τη χαρώ να μεστώνει και να καρπίζει εύφορα τα δώρα της. Κυνηγώ την επόμενη και σωρεύω  λάβαρα σε  αραχνιασμένα  ράφια στα σκοτεινά  λοφτ της ψυχής μου, τίγκα από δαύτα.
    Με λένε αχαριστία γιατί ο ήλιος  δε μου αρκεί. Όσο άπλετα και να  αναδειχτώ  στη σκηνή του θεάτρου μου, στέκομαι πάντα μπροστά   στην κόκκινη  δέσμη του λέιζερ δείκτη για να εντυπωθώ άφθαρτα,  αθάνατα  και να αναπαράγομαι από το επιλεγμένο μου κοινό . Ανικανοποίητα φτιάχνω, λέω, ενεργώ, σιωπώ  και απραγώ κατά περίσταση για να έχω το χειροκρότημα και του τελευταίου θεατή στην πλατεία της ζωής μου.
    Με λένε χαροποιό γιατί απαλύνω  λύνοντας τους γόρδιους κόμπους των ανθρώπων μου αν και το κάνω για την προσωπική μου δημοσκόπηση στη μοναδική μου υπεροχή.
    Με λένε καλοσύνη αλλά μόνο εγώ ξέρω ότι έτσι εξαγοράζω μια ακόμη πιθαμή στον παράδεισο το γήινο και τον επερχόμενο. Δε με λένε ευτυχία γιατί μόνο την ύλη έχω αυτοσκοπό. Εμπεριέχω φόβο, ταμπού και καμουφλαρισμένα συμπλέγματα.
    Με λένε εγωισμό γιατί δεν ανταγωνίζομαι παρά μόνο εμένα.
    Με λένε θλίψη, πορεύουσα, υποτροπιάζουσα  και καλπάζουσα μέσα στο  ανάκτορο του λαβύρινθού μου.
    Με λένε συνείδηση και σαν  είδηση σε εκπομπή, ασελγώ στο υποσυνείδητο των θυτών και βιαστών μου. Με λένε υποκρισία γιατί απαντώ μόνο όσα  με προωθούν  στο παιχνίδι.
    Με λένε αντίδραση για τα δόντια που σφίγγω και χαμογελώ στους φίλους που με εξαργύρωσαν, για όλα μου τα ψυχικά στριπτίζ , για όλα τα τατουάζ που με σοδόμισαν.   Απάτησα, απατήθηκα και τζόγαρα συνειδητά και ασυνείδητα με αόριστα και αμφίβολα κέρδη.
    Με λένε θυμό γιατί η γλώσσα της νιότης μου έγινε μιας πεντάρας λόγια και ολάκερη η προσφορά μου, ένοχη και αθώα, βορά για καλοταϊσμένα στομάχια, παχιά χαλιά, ρεφενέδες και ελίτ πανηγύρια ψευδοαγωνιστών.
    Με λένε άνθρωπο και ανάμεσα στις κλειδώσεις και αρθρώσεις μου κυκλοφορεί η βεβαιότητα του αναλώσιμου, της προσκαιρότητας και της νοσηρής μου ασχήμιας. Με αποστεώνει  η ζωή που, χωρίς να καταλάβω, ξεθύμανε το άρωμά μου. Παραλύω στην εξέλιξη και την πρόοδό μου , στη μεταμόρφωσή μου. Δεν έχω ευγνωμοσύνη για όσα είχα κι όσα  απομένουν γιατί δεν έχω καν γνώμονα. Τυφλά ήρθα, ψηλαφιστά βαδίζω, τοίχο τοίχο  προχωράω. 
   Φοβάμαι που γερνάω και δεν ξέρω να ζω. Να ζω όπως θέλω.
(πώς θέλω αλήθεια;)
   Να γίνομαι ό,τι θέλω. Να αγαπάω όποιον θέλω και για όσο έχω. Δεν υπάρχει χρόνος να ξαναγεννηθώ. 


- η συμμετοχή μου στο 17ο δρώμενο των 5 λέξεων της ακούραστης Μemarias στο mytripssonblog - 


Με αφορμή τους μύθους του Πλάτωνα ( το κέρινο εκμαγείο της ψυχής" και τους "αλυσοδεμένους" του σπηλαίου) η ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ αναφέρεται στον παρακμασμένο άνθρωπο. Αυτόν που, ενώ γεννιέται αθώος, φθίνει και φθείρεται στη μετάβασή του στον κόσμο των ενηλίκων. Ο εκπληκτικός Πλάτωνας θεωρεί ότι η Ψυχή πεθαίνει και ξαναγεννιέται συνεχώς. Έτσι περιπλανώμενη στο χρόνο και ενσαρκώνοντας πλήθος ζωές, γνωρίζει ήδη. Γνωρίζει την Ιδέα και την Αρετή. Έχει γεννηθεί τόσες φορές που έχει την ανάμνηση της Γνώσης στην κάθε του  γέννηση. Κάθε όμως φορά που εισέρχεται σε σώμα μωρού και με τα χαρακτηριστικά του Αγαθού ( αθώο, αγνό και άδολο) να προϋπάρχουν, με τον καιρό ξεχνά και φτιάχνει αντίγραφά τους. Κάκιστα αντίγραφα πλείστες φορές. Ίσως παράδοξο για μας αλλά για τον Πλάτωνα, το παιδί γνωρίζει ήδη ( το " μανθάνειν" ) και μεγαλώνοντας μεταβιβάζεται στο " λησμονείν". 
   Η Αλήθεια μας ωστόσο, αν και καμουφλάρεται συνήθως καλά, δεν κρύβεται από τον εαυτό μας. Κάποτε το φαίνεσθαι ταυτίζεται με το γίγνεσθαι κι αυτά τα δυο μαζί συνθέτουν το προσωπικό μας Είναι. 
    Μου αρέσει η σκέψη πως έχουμε γεννηθεί με Την Αρετή στην ψυχή μας. Στο κέρινο εκμαγείο του φιλόσοφου είναι αποτυπωμένη η ανάμνησή της. Κάποιοι στο διάβα τους, με συνετή γνώση και συνείδηση, τη διατηρούν όσο το αντέχουν. Άλλοι την εκμεταλλεύονται για ιδίους λόγους προβολής και καταξίωσης ή για να εφησυχάσουν μια επίπλαστη συνείδηση. Αρκετοί ( πολλοί;) την απορρίπτουν γιατί δεν έχουν κέρδη από αυτήν, κέρδη όπως οι ίδιοι τα ορίζουν.
   Μεγαλώνοντας η καλοσύνη φθίνει και σε βαθιά ψυχικά σκοτάδια θρυμματίζεται ως μη κερδοσκοπική. Λήθη. Παρατηρήσαμε πόσο αθώα γελάει κι ενθουσιάζεται με τα πάντα ένα μωρό; Αυτό που αργότερα θα ξεχάσει και θα αναλωθεί σε φτηνές απολαύσεις, θα κολυμπήσει εκ του ασφαλούς στα  ρηχά νερά και θα τραφεί με δόλο και αχρειότητα. Με ανθρώπινο αίμα. " Η υποβίβασή σου, προβίβασή μου". Πόσο έντεχνα φέρνουμε στα μέτρα μας τον εαυτό που θέλουμε να προβληθεί. Τον συνθέτουμε, τον αποσυνθέτουμε, τον τρομπάρουμε, τον αδειάζουμε, τον τραβάμε, τον λασκάρουμε, τον ξεχειλώνουμε για φτηνή ηδονή, αναγνώριση, πλούτο, ματαιοδοξία. Λες και είμαστε αθάνατοι! Ή από φόβο μήπως περιθωριοποιηθούμε ; Ψυχές εγκλωβισμένες σε σώματα που φθείρονται . Παγιδευμένες στους σωματικούς τους τάφους. ( Σώμα, λέξη που προέρχεται από το σήμα που σημαίνει τάφος.) 
Υποχείρια των αισθήσεών μας με στρεβλή αντίληψη του σωστού και του λάθους. Οι "αλυσοδεμένοι" του σπηλαίου χωρίς κίνητρα να σπάσουμε την αλυσίδα. Άσκοπες περιφορές σωμάτων που αγνοούν την Αλήθεια με την οποία γεννήθηκαν. Αλήθεια είναι η λέξη που προκύπτει από το στερητικό -α- και τη λήθη, η ανάμνηση της Αρετής που είχαμε και ξεχάσαμε.
   Οι ψυχικοί θάνατοι αυτού του ανθρώπινου είδους προηγούνται και πολλές φορές πριν τον έναν, οριστικό και φυσικό.
   Φτύστα όλα αυτά Άνθρωπε. Γέλα, χαμογέλα, ερωτεύσου, εμπιστεύσου, παραδώσου, ζήτησε συγνώμη, αποδέξου, χάρισε, άπλωνε το χέρι, ταξίδεψε, αναζήτησε παρέες , απόλαυσε βουλιμικά το φαγητό σου, πες ευχαριστώ, δώσε-πάρε χάδι, αγκαλιά, τον έρωτα, ένα άδολο φιλί.
   Κάνε την ψυχή σου εκπομπή απεριόριστης εμβέλειας !
Για μια ακόμη φορά Μαρία, συμμετέχοντες και αναγνώστες σας ευχαριστώ.







Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018

Η ΣΕΛΗΝΗ ΑΠΟ LED




     Την ξεσκόνισα  και τη βίδωσα με τρυφερότητα στον τοίχο. Είχε σπάσει πέρσι από ένα χαρούμενο σάλτο του γάτου μου που τη θεώρησε –ψευδώς -  αληθινή και σωριαστήκανε, καθόλου από χαρά, αλλά παρέα. Εύκολη η επισκευή της όψης με λίγο γύψο στη γωνία  και της υπόληψής  της με μια κουβεντούλα με το γάτο ιδιαιτέρως:
- δεν έχεις τίποτα να  ζηλέψεις, του είπα. 
Oλόφωτη, μαγική αλλά από plexiglass. Αναλώσιμη. Φθαρτή. Θα μου πεις κι εμείς  φθαρτοί είμαστε. Ναι. Σκέψου όμως την παροδικότητά της. Μια χριστουγεννιάτικη σελήνη είναι μόνο.

     … η σελήνη μου χλώμιαζε κάθε μέρα που πλησίαζε για να παροπλιστεί και πάλι στο πατάρι. Θύμωνε,  γι΄αυτό τα βράδια φώτιζε ό,τι άσχημο  αθωωνόταν στον ήλιο. Τελευταία τα έβαλε με τη γέρικη λεύκα του πεζοδρομίου. Αντί να φωτίζει  τον εαυτό της περήφανα για το ρόλο της, έριχνε μνησίκακα το φως , προβολέα  πάνω της για να της τονίζει πόσο αγνοημένα  ζει χωρίς μυρωδιά γιορτών στα κλαδιά της. Στην ουσία ήταν η μόνη της παρέα η λεύκα. Στο πεζοδρόμιο αυτή, στη βεράντα η χριστουγεννιάτικη σελήνη, δυο μέτρα κοντά, δυο μέτρα μακριά, αλλά αυτό δε σήμαινε πάντα αγάπη. Αντιθέτως τη νύχτα αθέατη από μάτια, φωτισμένα τόνιζε  τη μοναξιά της.


     … η λεύκα πνιγόταν από καιρό. Πόσο; Σε φυλλοπτώσεις μετρούσε. Kάμποσες.  Ήξερε όμως πως στο λάκο  που τη φύτεψαν  κάποτε,  δε χωρούσε πια. Στην αρχή διαμαρτυρόταν πόντο  τον πόντο. Γιγάντωνε τις ρίζες της και φούσκωνε τις πλάκες του πεζοδρομίου. Με τα χρόνια έφτασε να τις σηκώσει τόσο, που, ενώ στην αρχή φαίνονταν καμπυλωτές  σαν κακοτεχνία μεθύστακα εργολάβου, τώρα έχασκαν σπασμένες  κι επικίνδυνες για κάθε πεζό τη νύχτα. Όταν το πήρε απόφαση  πως κανείς δεν καταλάβαινε την ασφυξία της στο τσιμέντο, έριξε με τις ρίζες της τη μάντρα. Μπορεί και να τις προόριζε  για  πόδια σε άτακτο κάποτε τρεχαλητό. 
Μπορεί και να αποστατούσε. 
Ποιος ξέρει; Σίγουρα πάντως ήταν η λεύκα που βιαζόταν. Ή μάλλον η λεύκα που βιαζόταν γιατί β ι α ζόταν.

     … Δεν σήκωνε αναβολή. Με την  πρωινή κούπα καφέ στο χέρι βλέπω από τη βεράντα πως το πεζοδρόμιο χάσκει τα χώματα και τις πέτρες του σαν ανοιχτός θώρακας στο χειρουργείο.  Πόσα ζευγαράκια κούρνιασε στα κρυφά τα βράδια με τα φτερουγίσια , κλωσομάνας  κλαδιά της, αναπολώ. Δυο  αρχικά με σουγιά σκαλισμένα στον κορμό, άραγε αυτός ο έρωτας ακόμη  ζει; Πόσες γόπες πετάχτηκαν από δωδεκάχρονα ζούδια στα μουλωχτά....   Και με πόσους ανυπόφορους ήλιους τα΄βαλε, ασπίδα για μένα. Θα φταίω που μια καλή κουβέντα δεν της είπα ποτέ.  
     -  Όλα γερνάνε μπαμπά. Έδωσες, γέρασες, έφυγες. Τώρα η λεύκα σου. Κάπου μετά κι εγώ. Μόνο ο τρόπος κι ο χρόνος αλλάζουν.

–Ναι; Τεχνική υπηρεσία του Δήμου; - Μπορείτε να κόψετε ένα δέντρο στο πεζοδρόμιό μου που είναι επικίνδυνο για τους πεζούς; …Ναι, μάλιστα, οι ρίζες βγήκαν μισό μέτρο από την επιφάνεια και έσπασαν οι πλάκες… 
Κανονίζω  τις διατυπώσεις με ένα κόμπο στο λαιμό.

… Τα μετεωρολογικά δελτία  από μέρες προειδοποιούσαν για ακραία  καιρικά φαινόμενα. Η φωνή του παρουσιαστή και τα χαμηλά βαρομετρικά  δε με έπεισαν  να πάρω τα μέτρα μου. Και η σελήνη που ήταν από led, αυτή που φύλαγα χρόνια στο κουτί της για να μου θυμίζει γιορτές και υποχρεωτικές χαρές,  κρεμάστηκε  ανάποδα  το βράδυ από μαινόμενο αέρα, δείχνοντας τη σιδερένια της,  με γυμνά  καλώδια,  κοιλιά. Τα λεντάκια είχαν σπάσει. Η αλήθεια,  της φανερώθηκε  σε μια ριπή και ένα τσαφ.  Ένα φθαρτό, αναλώσιμο στολίδι ήταν μόνο. 
Ψευδής πεμπτουσία.

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Από χάλι σε happy birthday


Νομίζω πως έπρεπε κάποια στιγμή να κάνω κι εγώ ένα μικρό παρτάκι.
Να γελάσουμε, να καλαμπουρίσουμε... 

Απ' το '12-'13 εδώ μέσα... 
Κι εάν με ρωτάτε, αυτό που απολαμβάνω περισσότερο είναι η αλληλεπίδρασή μας
Κι είμαι ευγνώμων για τη παρουσία σας εδώ, που σκορπίζει άμετρη γλύκα. 
Αυτά είναι τα όμορφα, αυτό το «μαζί», 
που λειτουργεί σαν μαρκαδοράκι stabilo 
κι αφήνει ανεξίτηλα τη παρουσία μας στη ροή τού χρόνου.

Και για να σας ευχαριστήσω, θα δώσω κι ένα δωράκι. 
Όσοι σχολίασαν στη γενέθλια ανάρτηση, θα μπουν σε κλήρωση
κι ο νικητής θα παραλάβει δωράκι δια χειρός Άννας - συγκατοίκου.

Σκεφτόμουν τι να είναι το δώρο, 
και αφού τα δικά μου χέρια δεν το 'χουν με τη χειροτεχνία, 
σκέφτηκα πως το καλύτερο είναι ένα δωράκι περιποίησης, 
και μάλιστα bio, το οποίο δεν περιέχει ρίσκο  
(με την ανδρική σειρά ικανοποιούμε και τους άνδρες της παρέας!).

Έχω δοκιμάσει αρκετά απ' ό,τι φτιάχνει η Αννούλα,
οπότε είμαι σίγουρη πως ο νικητής θα το ευχαριστηθεί και με το παραπάνω.

Αυτοί που σχολίασαν είναι...

1. Pippi
2. Γεωργία Μανασή
3. Αρτίστα του βωβού
4. αννετά...κι  
5. Μαρία Γ.
6. Giannis Pit
7. Διονύσης Μάνεσης
8. marypertax
9. ANNA FLO
10. Ελένη Φλογερά
11. drastiria
12. Memaria
13. Marina Tsardakli
14. Mia Petra
15. Woman in Blogs
16. syros2js
17. webDev Natassa
18. nikol
19. Σμαραγδάκι-Ρούλα
20. Maria Kanellaki

Με το προγραμματάκι κλήρωσης να δείχνει...


...την Γεωργία Μανασή.


Συγχαρητήρια & πάντα καλότυχη, Γεωργία μου.
Όταν ευκαιρήσεις, μπες στο ΓΑΙΑ Βιο καλλυντικά,
διάλεξε ό,τι θες και πες μου το μαζί με τα στοιχεία σου στο μέιλ μου,
για να συνεννοηθώ με την Άννα για το δωράκι σου. 

anasta2332@yahoo.gr


Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Χάλι birthday


Τίποτα δεν σάλευε μες στη σιγαλιά τής νυχτιάς. Ή μήπως σάλευε; Ένα κεφάλι με μεγάλα, μακρουλά αυτιά και σκουφί ξεπρόβαλε από έναν θάμνο και μισόκλεισε τα μάτια του όλο πονηράδα κι ευχαρίστηση.

-«Πάρ' τα πόδια σου! Κοιμήθηκαν!» γύρισε κι είπε κατά τον θάμνο.

Μεμιάς ξεπετάγεται άλλο ένα πανομοιότυπο κεφάλι απ' τον θάμνο. Η μόνη διαφορά τους ήταν στο ότι το δεύτερο ανήκε σ' ένα πιο στρουμπουλό πλάσμα.

-«Είσαι σίγουρος;» είπε αργόσυρτα και μάλλον απρόθυμα.

-«Πότε σου έδωσα το δικαίωμα ν' αμφιβάλλεις για μένα; Σου λέω, κοιμούνται κι οι δυο του καλού καιρού» ανταπάντησε όλο ανυπομονησία ο λεπτότερος και πιο μικροκαμωμένος.

Ο δεύτερος έξυσε το κεφάλι του με περίσκεψη.

-«Και τι θέλουμε εμείς στους ανθρώπους; Τέτοιο καιρό θα έπρεπε να είμαστε κρυμμένοι από δαύτους, να είμαστε στο ζεστό μας κρεβατάκι και να μαζεύουμε δυνάμεις για τη μεγάλη επέλ...» δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του, που πνίγηκε σ' ένα χασμουρητό.

-«Μώρ' τι κοιμήσης είσαι, αδελφάκι μου; Για καλό σε πήρα μαζί μου; Δες το σαν διασκέδαση, σαν να σε πηγαίνω στο λούνα παρκ" του είπε μορφάζοντας, και συνέχισε «Παράτα τους άλλους, ας κοιμούνται. Εμείς έχουμε ν' ανακατώσουμε πράματα... Άσε που δεν θα μας περιμένουν τόσο νωρίς και δεν θα 'χουν πάρει τα μέτρα τους. Θα τα κάνουμε μπαχαλάκι με την ησυχία μας» χοροπήδησε χτυπώντας τα χέρια του.

-«Καλά! Και για πες, γιατί ήρθαμε εδώ συγκεκριμένα;» είπε ψιθυριστά κοιτώντας τον στα μάτια.

Ο μικρός παμπόνηρος μισόκλεισε τα μάτια και τράβηξε τα χείλη του σ' ένα πλατύ χαμόγελο.

-«Η μια τους έχει γενέθλια! Αυτό συνεπάγεται γλέντι, κι αυτό τι συνεπάγεται; Ανθρώπινη χαρά, χαμόγελα, γέλια! Κι εμείς τι κάνουμε γι' αυτό; Φροντίζουμε να τους τη χαλάμε... Αυτό θα κάνουμε κι εδώ» κάγχασε. «Εμπρός! Θα γίνω κουβάρι... Πιάσε με και ρίξε με στο παράθυρό τους με τη θέρμη πρωταθλητή στις ρίψεις. Εμπρός, κουνήσου!» είπε και πήρε θέση για να τον βουτήξει σαν μπάλα.

-«Δεν μ' αρέσουν οι ρίψεις... Εγώ είμαι γκολτζής!» είπε και, πριν προλάβει να ορθώσει ο άλλος το ανάστημά του, του έριξε μια κλωτσά και τον εκσφενδόνισε προς το παράθυρο.

Πρόλαβε και πιάστηκε από ένα κλαδί, και μ' ένα μικρό σάλτο προσγειώθηκε στο παράθυρο.

-«Θα σου έλεγα καμιά χοντρή τώρα, αλλά έχε χάρη που θέλω να κάνω ησυχία. Έλα, θα μπω μέσα να βρω κάτι και θα σε τραβήξω πάνω» πρόσθεσε, καθώς γλιστρούσε μες στο σπίτι.

Δεν έχασε χρόνο κι έκανε την πρώτη του ζημιά: άρπαξε τη κουρτίνα και την έσκισε, αφήνοντάς τη ένα κουρέλι. 

-«Έλα, μη χάνουμε χρόνο» είπε ρίχνοντας τη μια άκρη τής κουρτίνας προς τον φίλο του.

Ο κάτω άρπαξε την άκρη και τη τράβηξε ρυθμικά τρεις φορές για να του δώσει το σινιάλο, να τον τραβήξει.


Κατόπιν προσπάθειας, προσγειώθηκε κι ο δεύτερος μες στο σπίτι.

Γύρισαν να περιεργαστούν τον χώρο.

-«Ποια έχει τα γενέθλια; Η ξανθιά ή η μελαχρινή;» αναρωτήθηκε ο τσουπωτός.

-«Η δεύτερη» βιάστηκε να του απαντήσει. «Δες τι έχει κάνει εδώ η ξανθιά... Μπαλόνια, αρκουδάκια, κομφετί. Φιλία» είπε φτύνοντας τη λέξη. «Θα τους δείξουμε εμείς τι θα βρουν το πρωί για να χαρούν» ακούστηκε, ενώ το νύχι του βρισκόταν ήδη στην άκρη ενός μπαλονιού και βυθιζόταν μέσα του.

-«Είσαι τρελός; Τι κάνεις; Θα μας ακούσουν» σχεδόν γκάριξε.

-«Ό,τι θέλω θα κάνω, δεν θα σε ρωτήσω κιόλας» του γύρισε την πλάτη, και συνέχισε να σκάει ένα ένα τα μπαλόνια. «Τι με κοιτάς; Κομφετί ήθελε η ξανθιά; Άρχισε να κάνεις κομμάτια τ' αρκουδάκια» πρόσταξε τον άλλο, που είχε μείνει να τον κοιτάζει.

Μηχανικά έκανε αυτό που του είπε ο άλλος.

Χέρια, πόδια, κεφάλια άρχιζαν να πετιούνται δεξιά κι αριστερά. Πήρε στην αγκαλιά του το περιεχόμενό τους και γύρισε στον άλλο «Κοίτα, θα 'χουν και χιόνι τώρα» είπε γελώντας, καθώς πέταξε ψηλά το λευκό περιεχόμενο των λούτρινων.

-«Έτσι, δεν θ' αφήσουμε τίποτα όρθιο. Θα τα κάνουμε όλα γης μαδιάμ» του έκλεισε μάγκικα το μάτι, ενώ περιεργαζόταν ένα καπελάκι γενεθλίων και το πέταξε περιφρονητικά στην άκρη. «Έχει και σημαιάκια» ακούστηκε ενθουσιωδώς, κάνοντας τσουλήθρα το σκοινί τους, και προσγειώθηκε πάνω στον πολυέλαιο ρίχνοντάς τον κάτω.

-«Α! Πορτοκαλάδες, λεμονάδες, κόλες, ποτά... Εννοείται πως όλα θα τα πιουν, αλλά θα τα πιουν τα χαλιά τους» είπε σατανικά, αναποδογυρίζοντας τα μπουκάλια.

-«Κοίτα που σου κόβει τελικά, δεν σ' έφερα τζάμπα και βερεσέ» τον καμάρωνε ο άλλος και τον χτύπησε συναδελφικά, όλο κατεργαριά, στην πλάτη. «Λοιπόν, γενέθλια χωρίς τούρτα δεν είναι γενέθλια. Πού είναι η τούρτα;» αναφώνησε με το κεφάλι του να γυρνάει σαν περισκόπιο στον χώρο.

-«Πού να 'ναι, βρε χαμένε; Στο ψυγείο θα 'ναι» απάντησε περιφρονητικά κι έτρεξε προς το ψυγείο. «Βιάσου» είπε ανοίγοντας το ψυγείο. «26; Χαρούμενα 62α γενέθλια» είπε μ' ένα ειρωνικό γελάκι, ενώ άλλαζε θέση στα κεράκια. «Ρε, σοκολάτα είναι» αναφώνησε πανηγυρικά, όσο το δάχτυλό του διέγραφε μια διαδρομή στην αφράτη σοκολάτα.

-«Για..., για...,» χώθηκε ο άλλος και του δάγκωσε το δάχτυλο με λαιμαργία.

-«Φύγε από πάνω μου, πανάθεμά σε. Εσύ θα μου κόψεις κομμάτι. Πού σε είχαμε κλεισμένο και κάνεις σαν τον λιμασμένο;» του είπε, και του 'ριξε μια χαστούκα που του 'φυγε το σκουφί.

Ένα αργό, θριαμβευτικό χειροκρότημα διέκοψε την όλη φάση μεταξύ τους.

-«Μπράβο, μπράβο, το διασκεδάσατε;» ακούστηκε μια τρίτη φωνή στον χώρο.

Κι οι δύο καλικάντζαροι γύρισαν με τρόμο κατά 'κει όπου ακούστηκε η φωνή.

-«Σου είπα πως θα τους ξυπνούσαμε, ηλίθιε» κλαψούρισε, ενώ κρύφτηκε πίσω από τον βαρύμαγκα.

-«Το διασκεδάσαμε, και πολύ μάλιστα! Υπάρχει κάνα πρόβλημα;» γκάριξε νευριασμένος ο πιο θαρρετός απ' τους δύο, ενώ τους είχε αρπάξει η ξανθιά απ' τις μπλούζες και τους έφερνε στο ύψος τού προσώπου της.

-«Ωραία, επειδή τώρα είναι η δική μου σειρά να διασκεδάσω» τους ειρωνεύτηκε πετώντας τους απ' το παράθυρο.

-«Μα τι φασαρία είναι αυτή, ρε Άννα; Ήμαρτον! Να μη μπορεί να κοιμηθεί άνθρωπος μέσα σ' αυτό το σπίτι;» βγήκε έξαλλη η Λυσίππη με τα μπικουτί απ' το δωμάτιο. «Και τι χάλι είναι αυτό; Κι η τούρτα μου; Μου... πήρες τούρτα;» μαλάκωσε κατευθείαν. «62, ε; Πολύ ωραίο το αστειάκι σου, τι να σου πω» συνέχισε έξαλλη.

-«Ώχου κι εσύ» της απάντησε η Άννα. «Πού να σου εξηγώ τώρα; Τράβα κοιμήσου. Α! Και πού είσαι; Χάλι birthday» συνέχισε γελώντας.

-«Ε, λοιπόν, μπορεί να κλείνω τα 62, αλλά εγώ νιώθω κοριτσάκι, 26 χρονώ» γέλασε επίσης η Λυσίππη κορδώνοντας περήφανα το κορμί της.

-«Χρόνια σου πολλά, βούρλο» της είπε αγκαλιάζοντάς την.

-«Ε, λοιπόν, τέτοιο surprise πάρτι κανείς δεν το 'χει ματαδεί, θα μου μείνει αξέχαστο. Σ' ευχαριστώ» έδωσε την απάντησή της, γελώντας ξανά, και τη σφράγισε μ' ένα φιλί ανταποδίδοντας την αγκαλιά. «Να σου πω, να φτιάχναμε ένα φασκόμηλο και να συμμαζεύαμε λιγάκι; Θα γίνουμε ρεζίλι των σκυλιώνε στους καλεσμένους μας» κοίταξε το χάος που επικρατούσε.

-«Τι χάλι birthday θα 'ναι μετά; Άσε που εγώ έπαθα μια υπερκόπωση και μόνο που τα κοιτάζω» είπε κρατώντας τη μέση της.

-«Δίκιο έχεις, πάμε να συνεχίσουμε τον ύπνο μας, να στρώσουμε επιδερμίδα» είπε η Λυσίππη κι αλληλοσπρώχτηκαν στα δωμάτιά τους.




 Μπορείτε να κεραστείτε απ ό,τι έμεινε όρθιο! :P