Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Από χάλι σε happy birthday


Νομίζω πως έπρεπε κάποια στιγμή να κάνω κι εγώ ένα μικρό παρτάκι.
Να γελάσουμε, να καλαμπουρίσουμε... 

Απ' το '12-'13 εδώ μέσα... 
Κι εάν με ρωτάτε, αυτό που απολαμβάνω περισσότερο είναι η αλληλεπίδρασή μας
Κι είμαι ευγνώμων για τη παρουσία σας εδώ, που σκορπίζει άμετρη γλύκα. 
Αυτά είναι τα όμορφα, αυτό το «μαζί», 
που λειτουργεί σαν μαρκαδοράκι stabilo 
κι αφήνει ανεξίτηλα τη παρουσία μας στη ροή τού χρόνου.

Και για να σας ευχαριστήσω, θα δώσω κι ένα δωράκι. 
Όσοι σχολίασαν στη γενέθλια ανάρτηση, θα μπουν σε κλήρωση
κι ο νικητής θα παραλάβει δωράκι δια χειρός Άννας - συγκατοίκου.

Σκεφτόμουν τι να είναι το δώρο, 
και αφού τα δικά μου χέρια δεν το 'χουν με τη χειροτεχνία, 
σκέφτηκα πως το καλύτερο είναι ένα δωράκι περιποίησης, 
και μάλιστα bio, το οποίο δεν περιέχει ρίσκο  
(με την ανδρική σειρά ικανοποιούμε και τους άνδρες της παρέας!).

Έχω δοκιμάσει αρκετά απ' ό,τι φτιάχνει η Αννούλα,
οπότε είμαι σίγουρη πως ο νικητής θα το ευχαριστηθεί και με το παραπάνω.

Αυτοί που σχολίασαν είναι...

1. Pippi
2. Γεωργία Μανασή
3. Αρτίστα του βωβού
4. αννετά...κι  
5. Μαρία Γ.
6. Giannis Pit
7. Διονύσης Μάνεσης
8. marypertax
9. ANNA FLO
10. Ελένη Φλογερά
11. drastiria
12. Memaria
13. Marina Tsardakli
14. Mia Petra
15. Woman in Blogs
16. syros2js
17. webDev Natassa
18. nikol
19. Σμαραγδάκι-Ρούλα
20. Maria Kanellaki

Με το προγραμματάκι κλήρωσης να δείχνει...


...την Γεωργία Μανασή.


Συγχαρητήρια & πάντα καλότυχη, Γεωργία μου.
Όταν ευκαιρήσεις, στείλε μου τα στοιχεία σου στο μέιλ μου,
για να συνεννοηθώ με την Άννα για το δωράκι σου. 

anasta2332@yahoo.gr


Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Χάλι birthday


Τίποτα δεν σάλευε μες στη σιγαλιά τής νυχτιάς. Ή μήπως σάλευε; Ένα κεφάλι με μεγάλα, μακρουλά αυτιά και σκουφί ξεπρόβαλε από έναν θάμνο και μισόκλεισε τα μάτια του όλο πονηράδα κι ευχαρίστηση.

-«Πάρ' τα πόδια σου! Κοιμήθηκαν!» γύρισε κι είπε κατά τον θάμνο.

Μεμιάς ξεπετάγεται άλλο ένα πανομοιότυπο κεφάλι απ' τον θάμνο. Η μόνη διαφορά τους ήταν στο ότι το δεύτερο ανήκε σ' ένα πιο στρουμπουλό πλάσμα.

-«Είσαι σίγουρος;» είπε αργόσυρτα και μάλλον απρόθυμα.

-«Πότε σου έδωσα το δικαίωμα ν' αμφιβάλλεις για μένα; Σου λέω, κοιμούνται κι οι δυο του καλού καιρού» ανταπάντησε όλο ανυπομονησία ο λεπτότερος και πιο μικροκαμωμένος.

Ο δεύτερος έξυσε το κεφάλι του με περίσκεψη.

-«Και τι θέλουμε εμείς στους ανθρώπους; Τέτοιο καιρό θα έπρεπε να είμαστε κρυμμένοι από δαύτους, να είμαστε στο ζεστό μας κρεβατάκι και να μαζεύουμε δυνάμεις για τη μεγάλη επέλ...» δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του, που πνίγηκε σ' ένα χασμουρητό.

-«Μώρ' τι κοιμήσης είσαι, αδελφάκι μου; Για καλό σε πήρα μαζί μου; Δες το σαν διασκέδαση, σαν να σε πηγαίνω στο λούνα παρκ" του είπε μορφάζοντας, και συνέχισε «Παράτα τους άλλους, ας κοιμούνται. Εμείς έχουμε ν' ανακατώσουμε πράματα... Άσε που δεν θα μας περιμένουν τόσο νωρίς και δεν θα 'χουν πάρει τα μέτρα τους. Θα τα κάνουμε μπαχαλάκι με την ησυχία μας» χοροπήδησε χτυπώντας τα χέρια του.

-«Καλά! Και για πες, γιατί ήρθαμε εδώ συγκεκριμένα;» είπε ψιθυριστά κοιτώντας τον στα μάτια.

Ο μικρός παμπόνηρος μισόκλεισε τα μάτια και τράβηξε τα χείλη του σ' ένα πλατύ χαμόγελο.

-«Η μια τους έχει γενέθλια! Αυτό συνεπάγεται γλέντι, κι αυτό τι συνεπάγεται; Ανθρώπινη χαρά, χαμόγελα, γέλια! Κι εμείς τι κάνουμε γι' αυτό; Φροντίζουμε να τους τη χαλάμε... Αυτό θα κάνουμε κι εδώ» κάγχασε. «Εμπρός! Θα γίνω κουβάρι... Πιάσε με και ρίξε με στο παράθυρό τους με τη θέρμη πρωταθλητή στις ρίψεις. Εμπρός, κουνήσου!» είπε και πήρε θέση για να τον βουτήξει σαν μπάλα.

-«Δεν μ' αρέσουν οι ρίψεις... Εγώ είμαι γκολτζής!» είπε και, πριν προλάβει να ορθώσει ο άλλος το ανάστημά του, του έριξε μια κλωτσά και τον εκσφενδόνισε προς το παράθυρο.

Πρόλαβε και πιάστηκε από ένα κλαδί, και μ' ένα μικρό σάλτο προσγειώθηκε στο παράθυρο.

-«Θα σου έλεγα καμιά χοντρή τώρα, αλλά έχε χάρη που θέλω να κάνω ησυχία. Έλα, θα μπω μέσα να βρω κάτι και θα σε τραβήξω πάνω» πρόσθεσε, καθώς γλιστρούσε μες στο σπίτι.

Δεν έχασε χρόνο κι έκανε την πρώτη του ζημιά: άρπαξε τη κουρτίνα και την έσκισε, αφήνοντάς τη ένα κουρέλι. 

-«Έλα, μη χάνουμε χρόνο» είπε ρίχνοντας τη μια άκρη τής κουρτίνας προς τον φίλο του.

Ο κάτω άρπαξε την άκρη και τη τράβηξε ρυθμικά τρεις φορές για να του δώσει το σινιάλο, να τον τραβήξει.


Κατόπιν προσπάθειας, προσγειώθηκε κι ο δεύτερος μες στο σπίτι.

Γύρισαν να περιεργαστούν τον χώρο.

-«Ποια έχει τα γενέθλια; Η ξανθιά ή η μελαχρινή;» αναρωτήθηκε ο τσουπωτός.

-«Η δεύτερη» βιάστηκε να του απαντήσει. «Δες τι έχει κάνει εδώ η ξανθιά... Μπαλόνια, αρκουδάκια, κομφετί. Φιλία» είπε φτύνοντας τη λέξη. «Θα τους δείξουμε εμείς τι θα βρουν το πρωί για να χαρούν» ακούστηκε, ενώ το νύχι του βρισκόταν ήδη στην άκρη ενός μπαλονιού και βυθιζόταν μέσα του.

-«Είσαι τρελός; Τι κάνεις; Θα μας ακούσουν» σχεδόν γκάριξε.

-«Ό,τι θέλω θα κάνω, δεν θα σε ρωτήσω κιόλας» του γύρισε την πλάτη, και συνέχισε να σκάει ένα ένα τα μπαλόνια. «Τι με κοιτάς; Κομφετί ήθελε η ξανθιά; Άρχισε να κάνεις κομμάτια τ' αρκουδάκια» πρόσταξε τον άλλο, που είχε μείνει να τον κοιτάζει.

Μηχανικά έκανε αυτό που του είπε ο άλλος.

Χέρια, πόδια, κεφάλια άρχιζαν να πετιούνται δεξιά κι αριστερά. Πήρε στην αγκαλιά του το περιεχόμενό τους και γύρισε στον άλλο «Κοίτα, θα 'χουν και χιόνι τώρα» είπε γελώντας, καθώς πέταξε ψηλά το λευκό περιεχόμενο των λούτρινων.

-«Έτσι, δεν θ' αφήσουμε τίποτα όρθιο. Θα τα κάνουμε όλα γης μαδιάμ» του έκλεισε μάγκικα το μάτι, ενώ περιεργαζόταν ένα καπελάκι γενεθλίων και το πέταξε περιφρονητικά στην άκρη. «Έχει και σημαιάκια» ακούστηκε ενθουσιωδώς, κάνοντας τσουλήθρα το σκοινί τους, και προσγειώθηκε πάνω στον πολυέλαιο ρίχνοντάς τον κάτω.

-«Α! Πορτοκαλάδες, λεμονάδες, κόλες, ποτά... Εννοείται πως όλα θα τα πιουν, αλλά θα τα πιουν τα χαλιά τους» είπε σατανικά, αναποδογυρίζοντας τα μπουκάλια.

-«Κοίτα που σου κόβει τελικά, δεν σ' έφερα τζάμπα και βερεσέ» τον καμάρωνε ο άλλος και τον χτύπησε συναδελφικά, όλο κατεργαριά, στην πλάτη. «Λοιπόν, γενέθλια χωρίς τούρτα δεν είναι γενέθλια. Πού είναι η τούρτα;» αναφώνησε με το κεφάλι του να γυρνάει σαν περισκόπιο στον χώρο.

-«Πού να 'ναι, βρε χαμένε; Στο ψυγείο θα 'ναι» απάντησε περιφρονητικά κι έτρεξε προς το ψυγείο. «Βιάσου» είπε ανοίγοντας το ψυγείο. «26; Χαρούμενα 62α γενέθλια» είπε μ' ένα ειρωνικό γελάκι, ενώ άλλαζε θέση στα κεράκια. «Ρε, σοκολάτα είναι» αναφώνησε πανηγυρικά, όσο το δάχτυλό του διέγραφε μια διαδρομή στην αφράτη σοκολάτα.

-«Για..., για...,» χώθηκε ο άλλος και του δάγκωσε το δάχτυλο με λαιμαργία.

-«Φύγε από πάνω μου, πανάθεμά σε. Εσύ θα μου κόψεις κομμάτι. Πού σε είχαμε κλεισμένο και κάνεις σαν τον λιμασμένο;» του είπε, και του 'ριξε μια χαστούκα που του 'φυγε το σκουφί.

Ένα αργό, θριαμβευτικό χειροκρότημα διέκοψε την όλη φάση μεταξύ τους.

-«Μπράβο, μπράβο, το διασκεδάσατε;» ακούστηκε μια τρίτη φωνή στον χώρο.

Κι οι δύο καλικάντζαροι γύρισαν με τρόμο κατά 'κει όπου ακούστηκε η φωνή.

-«Σου είπα πως θα τους ξυπνούσαμε, ηλίθιε» κλαψούρισε, ενώ κρύφτηκε πίσω από τον βαρύμαγκα.

-«Το διασκεδάσαμε, και πολύ μάλιστα! Υπάρχει κάνα πρόβλημα;» γκάριξε νευριασμένος ο πιο θαρρετός απ' τους δύο, ενώ τους είχε αρπάξει η ξανθιά απ' τις μπλούζες και τους έφερνε στο ύψος τού προσώπου της.

-«Ωραία, επειδή τώρα είναι η δική μου σειρά να διασκεδάσω» τους ειρωνεύτηκε πετώντας τους απ' το παράθυρο.

-«Μα τι φασαρία είναι αυτή, ρε Άννα; Ήμαρτον! Να μη μπορεί να κοιμηθεί άνθρωπος μέσα σ' αυτό το σπίτι;» βγήκε έξαλλη η Λυσίππη με τα μπικουτί απ' το δωμάτιο. «Και τι χάλι είναι αυτό; Κι η τούρτα μου; Μου... πήρες τούρτα;» μαλάκωσε κατευθείαν. «62, ε; Πολύ ωραίο το αστειάκι σου, τι να σου πω» συνέχισε έξαλλη.

-«Ώχου κι εσύ» της απάντησε η Άννα. «Πού να σου εξηγώ τώρα; Τράβα κοιμήσου. Α! Και πού είσαι; Χάλι birthday» συνέχισε γελώντας.

-«Ε, λοιπόν, μπορεί να κλείνω τα 62, αλλά εγώ νιώθω κοριτσάκι, 26 χρονώ» γέλασε επίσης η Λυσίππη κορδώνοντας περήφανα το κορμί της.

-«Χρόνια σου πολλά, βούρλο» της είπε αγκαλιάζοντάς την.

-«Ε, λοιπόν, τέτοιο surprise πάρτι κανείς δεν το 'χει ματαδεί, θα μου μείνει αξέχαστο. Σ' ευχαριστώ» έδωσε την απάντησή της, γελώντας ξανά, και τη σφράγισε μ' ένα φιλί ανταποδίδοντας την αγκαλιά. «Να σου πω, να φτιάχναμε ένα φασκόμηλο και να συμμαζεύαμε λιγάκι; Θα γίνουμε ρεζίλι των σκυλιώνε στους καλεσμένους μας» κοίταξε το χάος που επικρατούσε.

-«Τι χάλι birthday θα 'ναι μετά; Άσε που εγώ έπαθα μια υπερκόπωση και μόνο που τα κοιτάζω» είπε κρατώντας τη μέση της.

-«Δίκιο έχεις, πάμε να συνεχίσουμε τον ύπνο μας, να στρώσουμε επιδερμίδα» είπε η Λυσίππη κι αλληλοσπρώχτηκαν στα δωμάτιά τους.




 Μπορείτε να κεραστείτε απ ό,τι έμεινε όρθιο! :P

 


Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2018

Πόνος


Ψηλαφώντας χαρτογραφώ το κορμί σου, Πόνε
αυλακωμένο απ' άκρη σ' άκρη,
μονοπάτια-χαρακιές με πηχτό και κολλώδες αίμα
μαύρο σαν πίσσα.
Λαβύρινθος για τον αστόχαστο μαθητή,
που συνεχίζει στρατί στρατί ηττοπαθώς και χαμερπώς.
Θα προσπεράσει κείνο το άσπιλο δρομάκι
-κρυμμένο μες στην ασπρουδερή καταχνιά-
που οδηγεί στην Κάθαρση. 





Αυτή ήταν η δική μου συμμετοχή που ταξίδεψε με τις υπόλοιπες στο 21ο Συμπόσιο Ποίησης, που διοργανώνει η Αριστέα μας.  

Λίγο προσωπικές σκέψεις και βιώματα, λίγο η φιλοσοφία μου που 'χει σαν πρώτης τάξεως δάσκαλο τον πόνο, ε, δεν ήθελε πολύ για να βγουν τούτες οι γραμμές. Κι εάν οι γραμμές αυτές μένουν να θυμίζουν άσχημα γεγονότα, τα οποία λειτούργησαν ως καύσιμο, κι από μια άποψη θες να τις κάνεις χαρτοπόλεμο, υπάρχει κι εκείνη η πλευρά· να θυμίζουν τις κρυμμένες μας δυνάμεις, που ακόμη κι εμείς οι ίδιοι αγνοούμε την ύπαρξή τους, και που τις αντιλαμβανόμαστε μονάχα όταν βαράει εκκωφαντικά ο συναγερμός.

Τα συγχαρητήρια μου στην πανάξια Μαιρούλα με τη κουκκίδα της και τις Αλεξάνδρα και Άννα-συγκάτοικο (εσύ φύλα καλά, στον κόρφο σου, το τετραδιάκι, ε;!) που συμπλήρωσαν υπέροχα τη νικητήρια τριάδα.

Και στις επόμενες συνευρέσεις μας!
Εβίβα!


Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΙΔΑΧΗ (1942)



     Η τελευταία διδαχή (1942)


  • Πεινάω Δάσκαλε.
# Πεινώ κι εγώ μαζί σου.
Την πείνα κάνε τη τροφή για την ψυχή σου.
Να σε ψηλώσω δεν το μπόρεσα
ούτε να σε παχύνω.
Δεν πρόκαμα το Μπόι να υψώσω,
τα Σύρματα ν΄ανοίξω.
Να σ΄ενθαρρύνω.
Συγγνώμη μαθητή μου.
Κοίτα το τρένο πού΄φτασε
ταξίδι να μας πάει.
Σήκω και φόρα το, το μπλε σου το σακάκι
και μην ξεχάσεις το σακί με τ΄αυτοκινητάκι. 


  • Θα΄ναι καλύτερα εκεί;
# Ετούτο δεν το ξέρω. 


  • Συρματοπλέγματα και πάλι;
# Θα παίζουμε μαζί, απ΄όλους φυλαγμένοι. 
  • Για όλα έχεις άποψη ωραιοποιημένη!  
Ρώτα διακόσια εδώ παιδιά αν έτσι τους αρέσει!
Στα γκέτο των Ναζί να ζουν… 
φυτοζωούνε και φοβοζωούν.
Τι μας μαθαίνεις Δάσκαλε με τούτο το ταξίδι; 
Για πού ο πηγαιμός;
Και το Θεριό γιατί σφυρίζει;
Πού πάμε σε ρωτώ! με τούτα τα καλούδια;
Κουράστηκε το χέρι μου το σάκο να κρατάει 
και τα παπούτσια σφίγγουνε, το παντελόνι πέφτει.

# Αδυνατίσαμ΄ όλοι μας, συγχώρεσέ με Chatzkel.
Τον χρόνο πες τον Κλέφτη… 

  • Μα ο Elaijax μας κλέβει τη μπομπότα!
Τότε βαριά ακούστηκε του Γερμανού η μπότα
με σεβασμό χτυπάει προσοχή μπροστά στο Janus Korczak
και σιγομουρμουρίζει στον Γιατρό
τον Δάσκαλο κι Ορφανοτρόφο:
«Αντιστασιακός κι εγώ, μεγάλος θαυμαστής σας.
Ξανασκεφτείτε το καλά στο τρένο να μην μπείτε.
Όλα έχουν ρυθμιστεί.
Τιμήστε το μετάλλιο, φυγέτε από δω πέρα
Και πίσω πάλι στη ζωή ριχτείτε.
Πόσα παιδιά σας λαχταρούν, πόση ελπίδα έχουν!
Γιατρέψτε τα, διδάξτε τα, στο πλάι τους σταθείτε.
Για την Τρεμπλίνκα προορίζονται αυτά,
στρατόπεδο θανάτου. Κι εσείς μαζί, αν ανεβείτε.»
O Γιάνους σιωπηλός τηρεί όσα διδάσκει.
Σφίγγει τη χούφτα του μικρού
και με χαμόγελο πλατύ στο τσούρμο νεύμα κάνει να ανεβούν.
Θανάτου τρένο αναχωρεί.
Ο Κόρτσακ κοίταζε από το κουπέ του έξω
… ώρα που μούχρωνε με μωβ το τελευταίο δείλι.
Φοβότανε κι αυτός, το ίδιο μ΄όλους λυπημένος.
Δεν το κατάλαβε κανείς. 

  • Πονάμε Δάσκαλε
# Πονώ κι εγώ μαζί σας. Πολύ δε θα κρατήσει. 


  • Τα μάτια τσούζουνε, φωνάζανε εκείνα.
# Πολύ δε θα κρατήσει, χαμογέλασε και πάλι.
Ο Αργυρός Σταυρός σε χρόνια βροχή σκουριάζει.


Έκλεισε το βιβλίο και ταξίδεψε στους μαθητές της.
Σκέψεις, εικόνες, αμηχανία, σιωπή.
Ένα χάσμα γέμιζε με τα ανείπωτα.
Η αποσυμπίεση σε παρόντα χρόνο γλυκύτητα απαιτεί.
«Δεν ξέρω αν σε δοκιμασία σκληρή θα έκανα το σωστό για σας.
Δύσκολο δεν είναι να κάνεις το σωστό. Δύσκολο είναι να το ξέρεις.
Αν νέα μάτια αντικρύσουν τα παλιά πεπραγμένα
ίσως Δάσκαλοι αναστηθούν, ίσως Δάσκαλοι ξαναγεννηθούν.»

Ένα κυνικό κουδούνι διαλύει ξάφνου τη Μαγεία.

   Η συμμετοχή μου στο 21ο συμπόσιο ποίησης της πάνγλυκης Αριστέας.



ΓΙΑΝΟΥΣ ΚΟΡΤΣΑΚ ένας ιδιαίτερος πολυσχιδής.

Ψάχναμε με την αγαπημένη μου συναδέλφισσα θεατρικό για τη λήξη της χρονιάς. Μου πρότεινε τον άγνωστο σε εμένα τότε Ματία τον 1ο του Γιάννους Κόρτσακ υπό τη διασκευή της Άλκης Ζέη. Απόλαυση! Κάπως έτσι τυχαία έμαθα γι΄αυτόν τον Τιτάνα Δάσκαλο που ως σήμερα με καθοδηγεί και αέναα με στοχοπροσηλώνει. Και κάθε φορά με καθηλώνει στην ασημαντότητά μου.

Δεν ήταν που σπούδασε όσα χωράει ο νους και η ζωή (γιατρός, δημοσιογράφος, αξιωματικός, εξέχων εκπαιδευτικός, συγγραφέας (πχ "το Δικαίωμα του παιδιού στον σεβασμό"), εκδότης παιδαγωγικών συγγραμάτων, ακτιβιστής). Δεν είναι μόνο που υπήρξε υπηρέτης της ελευθεριακής παιδαγωγικής και άφησε τα ίχνη του στη Μοντεσοριανή σχολή, στους Πεσταλότσι και Πιαζέ. Δεν είναι μόνο που με τη στάση του - έξω από διδακτικά δόγματα - συνέβαλε στη σύνταξη της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού (ΟΗΕ 1989).

Δεν είναι μόνο που αρνήθηκε να κάνει δική του οικογένεια υπηρετώντας το ευρύτερο παιδικό φάσμα. Ούτε είναι που το περισσότερο μέρος της ζωής του το πέρασε Δάσκαλος τριών ορφανοτροφείων που είχαν το δικό τους λαϊκό δικαστήριο για να επιλύουν μόνα τις διαφορές τους και συνέτασσαν μόνα τα εβδομαδιαία τους καθήκοντα με άξονα την ισότητα και το σεβασμό.
  

Δεν είναι μόνο που αρνήθηκε να σώσει τη ζωή του τρεις φορές.

"... Πριν εισβάλουν οι Ναζί στην Πολωνία, ο Janusz Korczak σχεδίαζε να μετακομίσει στην Παλαιστίνη. Εκείνη την εποχή εργαζόταν ως διευθυντής ενός ορφανοτροφείου και δεν μπορούσε να αφήσει μόνα τους τα παιδιά που βρίσκονταν υπό την προστασία του στην Βαρσοβία. Τελικά, αποφάσισε να μείνει μαζί με τα παιδιά και να αντιμετωπίσουν μαζί την δύσκολη κατάσταση που ερχόταν.

Το 1942, όταν οι Ναζί άρχισαν να δολοφονούν Εβραίους που ζούσαν στα γκέτο της Βαρσοβίας, είχε μια δεύτερη ευκαιρία να σώσει την ζωή του. Αλλά όταν του δόθηκε η ευκαιρία να φύγει, αρνήθηκε να την πάρει.

Η ιστορία λέει, ότι για μια ακόμη φορά αρνήθηκε να αφήσει τα ορφανά του, όταν όλα κινδύνευαν να μπουν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ένας από τους αξιωματικούς των SS αναγνώρισε το συγγραφέα και τον ρώτησε:

– “Εσύ είσαι αυτός που έγραψε το “Βασιλιάς Ματίας Α”; Το διάβασα, όταν ήμουν παιδί. Μπράβο. Μπορείτε να φύγετε.”

– “Τι θα γίνει με τα παιδιά;”

– “Τα παιδιά θα μείνουν εδώ, αλλά εσείς μπορείτε να φύγετε τώρα.”


 – “Κάνετε λάθος δεν μπορώ απλά να φύγω. Δεν είναι όλοι οι άντρες κακοί άνθρωποι.”

Είναι ΚΑΙ που ζύγιζε τα παιδιά του κάθε εβδομάδα και σημείωναν μαζί ύψος και βάρος, είναι που όλα γελούσαν χαρούμενα μη νιώθοντας καμία ορφάνια. 


 

Είναι ΚΑΙ που τα σαββατοκύριακα διασκέδαζαν με τραγούδια κι ακορντεόν.

Είναι ΚΑΙ που στο ύστατο ταξίδι για την μαζική τους εξόντωση ζήτησε από τα 198 του παιδιά να φορέσουν την επίσημή τους στολή και να πάρουν ένα παιχνιδάκι μαζί, το καθένα στον σάκο του.

Είναι αυτός που πείνασε και κρύωνε μαζί τους, ίσως και λίγο παραπάνω.


...Και μια δοξασία (;) τον θέλει, στην αποβάθρα για το τελευταίο τρένο να κρατάει ένα πιτσιρίκο από το χέρι καθ΄όλη την αναμονή.

ΚΑΙ πιο πολύ για την τελευταία του σημείωση στο προσωπικό του ημερολόγιο πριν το θάλαμο αερίων: "γιατί το κάνω αυτό; για να νιώσουν μια στάλα λιγότερο φόβο. Γι΄αυτό το κάνω".

Με την απολύτως φτωχή ποιητική μου έκφραση προσπάθησα να αποδώσω όσο πιστότερα μπορούσα αυτό τον Δάσκαλο, Γιατρό κι Ορφανοτρόφο τις δυο τελευταίες μέρες της ζωής του - κάπως, όσο, γιατί οι παιδαγωγικές μας σχολές τον παρέκαμπταν πάντα και δυστυχώς τον αγνοούμε. Σε όλες τις βαθμίδες της εκπ/σης η Ιστορία αναφέρει τους άπαντες ρευματοποιούς σύντομα και ξερά με δυο λεζάντες και με το ζόρι.

Αριστέα σε ευχαριστώ που με τον διαγωνισμό σου με έκανες να τον ξαναθυμηθώ! Έπαιζα ανάμεσα σε δασκάλα της Κέλερ και κρυφό σχολειό. Κέρδισε επάξια ο Γιάνους. Τον χρειάζεται πίσω η εποχή μας. Χρειαζόμουν μια επανάληψή του κι εγώ.

Όλους σας ευχαριστώ. 
-αννετά...κι

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Φθινόπωρο σου λένε μετά...


Φθινόπωρο σου λένε μετά...

Τι είναι φθινόπωρο λοιπόν; Οπώρων φθίσις; Φθίση φύσης; Χα!
Φθινοανθρώπορο θα΄ πρεπε να λέγεται. Γιατί φθίνουμε κι εμείς μαζί με τη μπάμια και τον αρακά. Χωρίς να θέλω να φανώ απολιτίκ ή ντιπ απολιτιστίκ σχετικά με την ανθρώπινη φθίση (κι όχι μόνο το φθινόπωρο) βγάζω από μέσα μου αυτό που σκέφτομαι διακαώς και εμμονικά από τον κυκλώνα Ζορμπά κι εν όψει του Ορέστη


Το φθινόπωρο είναι μια πολύ κακιά εποχή. Με καταπιέζει. Με βγάζει από τα ρούχα μου (τα καλοκαιρινά). Με χειραγωγεί και με υποχρεώνει. Με φθίνει θρασύτατα. Και το με το στανιό δεν το μπορώ. Όσο μεθοδική είμαι στη δουλειά μου ή σε κάτι που γουστάρω τόσο ζαμανφού είμαι στα νοικοκυρικά. Πρέπει να φτιάξω τις ντουλάπες. Τριών αλλού γι΄αλλού αντρών και τη δική μου. Και τα παπούτσια. Και τα μαγιό και τα είδη θάλασσας. Και με πέντε γάτες κι έναν σκύλο που ξέρουν άριστα να μαδάνε αλλά να βάλουν μόνα τους ένα πιάτο φαϊ δεν μπορούν. Να περάσουν μια αμπούλα στη ράχη; Πλάκα κάνω. Ούτε κτηνίατρο μόνα τους δεν πάνε


Πρέπει λέει να φτιάξω τις ντουλάπες. Π ρ έ π ε ι. Και τι θα πει πρέπει! Την εποχή της ανεξιθρησκείας, της ελευθερίας του λόγου, της δημοκρατίας, των ίσων ανθρωπίνων δικαιωμάτων! Αυτό το διαβολεμένο, το χωρίς κυρώσεις, π ρ έ π ε ι το εσωτερικό που έκανα τεράστια μ@λκ@ που γεννήθηκα μ΄αυτό. Το χρέος


Κάπου στη διαδρομή όμως ξεφύτρωσε και μια ΑΝΑΒΟΛΗ νααα! ένα πράμαδείχνοντας τον πήχυ - (σχωράτε με) που καπελώνει το χρέος σα να παίρνει αναβολικά. Κι εγώ στα βολικά. Μια χαρά βολεύει η αναβολή με τα αναβολικά της κι εγώ στο γραφείο μου βολικά


Κι όταν θες να αναβάλλεις, σου ξεφυτρώνουν τσουπ! σα μανιτάρια οι δικαιολογίεςΚώστα πώς να μαγειρέψω; Όλη μέρα (μισή ώρα) μάζευα κάτι κιτρινοκροκί μανιτάρια απ΄το χώμα, τι να ΄κανα; Να τα φάνε τα σκυλογατά μας και να πάνε αδιάβαστα; Ε, μετά έχω και κοινωνικές υποχρεώσεις. Τόσα λάικ να πατήσω, να διαβάσω, να σχολιάσω, να διατηρώ το κοινωνικό ΜΑΣ προφίλ γκραν! Με γαλλικό αξάν. Οι ψυχολόγοι λένε ότι πρέπει να έχω χρόνο για τον εαυτό μου για να κρατώ ισορροπίες, δε θες Κώστα να ζεις με μια ζουρλή σε απλά λαϊκά. Γεννήθηκα έξυπνη. Το ξέρει και τσούκου τσούκου πάει ένα σούπερ μάρκετ

Έξυπνη είπα; Χα! Ή μ ο υ ν έξυπνη. Με σταθμισμένα τεστ και αναγνωρισμένη κοινωνικά. Ένα κουνούπι τζιχαντιστής όμως διαλύει κάθε μου φήμη. Μου ρούφηξε κάθε αυτοπεποίθηση. Κάθε αυτοσεβασμό. Μου φοράει με τεράστια ηδονή την ταμπέλα της πανηλίθιας. Και για να επανέλθω σ΄αυτή την άθλια εποχή, πετούμενα εισέβαλαν μέσα να προφυλαχτούν από τις βροχές. Όλη η Άρτα και τα Γιάννενα μαζευτήκανε εδώ απ΄όλη την τοπική πανίδα. Κι ας έρθει ένας να μου πει μετά ότι δεν είναι η πιο χάλια εποχή.


Παίρνω μια παλιά μυγοσκοτώστρα αλλά στην πρώτη μύγα, βρήκε η φτηνιάρα να πολυμερίσει, να σπάσει και να μείνω με το χερούλι στο χέρι. Η μύγα όμως είναι εύκολη, εφημερίδα και καλά σαράντα. Έχω και 4, 5 μικρές καφέ πεταλούδες κι επειδή λένε ότι είναι οι ψυχές όσων αγάπησες κι έφυγαν - κι έχω τρεις στο μυαλό μου κι αν χτυπήσω τις σωστές και ζήσουνε οι εισβολείς; Τις αφήνω αυτές σε ασυλία. Άντε σιγά, σιγά ξεπαστρεύω και τα κουνούπια. Δεν χρησιμοποιώ και τοξικά τρομάρα μου. Αυτό το ένα όμως! Αυτό που με διέλυσε σαν άνθρωπο; Που με έσβησε από το χάρτη των επαρκώς νοήμονων όντων; Πώς να μη μου τη δίνει αυτή η εποχή! Πάει και πετάει στο ένα εκατοστό από την οθόνη του υπολογιστή μου, το μάτι μου γίνεται φλιπεράκι και τι να κάνω; Να το χτυπήσω χαϊδευτικά; Στην οθόνη; θα γελάσει και θα φύγει. Πιο δυνατά; Έ, δε θα μου κοστίζει ένα κ@λοκούνουπο νέα οθόνη 200e! Κι όταν καταλαβαίνει ότι αρχίζει να μου γυαλίζει το μάτι, μαζεύεται και πάει το πανούργο σε μια κόγχη. Της οθόνης. Του γραφείου. Ενός συρταριού. Κόγχη να΄ναι κι ό,τι να΄ναι αρκεί να μη μπορώ να το συνθλίψω με παλαμάκια. Εξολόθρευσης και χαράς παλαμάκια φυσικά. Με νίκησε. Τώρα καταλαβαίνω πώς ένιωθε ο ελέφαντας του Αισώπου. Νοητική συντριβή.


Κι εκεί που όλοι οι πάγκοι γεμίζουν καρύδια, κανονίζουν φθινοπωρινές πεζοπορίες ανά την Ελλάδα, γράφουνε στα μπλογκς ρομαντικά, φθινοπωρινά, αισιόδοξα, ερωτιάρικα, μελαγχολικά κι αινιγματώδη αριστουργήματα ως της πρέπει της εποχής, εγώ έχω να τσουγκρανίσω μπροστά από την πόρτα της κουζίνας τους 7 λόφους της Ρώμης από τα φύλλα που ρίχνει η 15μετρή μου καρυδιά. Άσε τα καρύδια της. Σκύψε, πιάσε, σπάσε, καθάρισε. Ένα ένα. Σπιτικό καρύδι βλέπεις. Την ώρα και τη στιγμή που θα τσουγκρανίσω και κανά ψόφιο ποντίκι όμως κάτω απ΄αυτά θα σώσει και το καντήλι μου. Μα το θεό των τρωκτικών και η φιλοζωία έχει ένα όριο πια

Αναβάλλω κι εγώ κι αυτοβάλλομαι. Είπαμε, το «πρέπει» και το «χρέος» φθίνουνε σιγά σιγά. Αναβάλλω κι αυτοβάλλομαι γιατί ο μικρός στη ντουλάπα του έχει ακόμη σορτς κι εγώ στη δική μου σαγιονάρες. Είναι θέμα τόσο στυλιστικό όσο και πρακτικό. Και ζορίζει το κρύο. Και μπουφάν πάνω από φορεματάκι της θάλασσας δε λέει, μα τη φάσιον πολίς! Και χάνουν σε ισχύ και οι δικαιολογίες εις ετέρους και εις εαυτόν.

Το μόνο που σώζει την εποχή είναι που μαζί της ξαναβρίσκω την εσωτερικότητά μου. Και αισοδοξία ίσως. Οι Καρκίνοι αγαπάμε τη ζέστη. Πάπλωμα χάρισε και την ψυχή μας πάρε. Δημιουργούμε χουχουλιασμένοι, λέμε! Ραχάτ αραχτάρ στο ριχτάρ, σαν γάτα στα αραβικά. Μπορεί να φτάνω και να το αγαπώ κιόλας για όσα προαναγγέλει. Γιατί με σοφία προφυλάσσει τα λουλούδια μου. Γιατί είναι αλλόκοτο. Γιατί με διχάζει. Κοντομάνικο με ζακετούλα μαζί. Με κάνει και γελάω η παμπόνηρη που ξεγελάει τα μπουμπούκια και μου στέλνει με τον κούριερ κυκλώνα αυτό το δολιοκούνουπο, τον Δάσκαλό μου!


Η συμμετοχή μου στις Ιστορίες του φθινοπώρου
που διοργανώνει η Μαρία Νικολάου στο Κείμενο.