Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

Μια βραδιά στο Olympos Bar


 



Το παρακμιακό, σκοτεινό, υπόγειο μπαρ μύριζε φτηνά ποτά και καπνό. Έξω έριχνε μια σιγανή, ενοχλητική βροχή, κι ας ήταν μέσα του Ιουλίου. 

Πίσω απ' την μπάρα στεκόταν ο ιδιοκτήτης. Ένας τύπος με ατημέλητα σγουρά μαλλιά, ένα πουκάμισο με print από αμπελόφυλλα και μάτια που έλαμπαν με μιαν επικίνδυνη, μόνιμη μέθη. Στο καρτελάκι του έγραφε «Ντένις», αλλά όλοι τον φώναζαν «αφεντικό». Κρατούσε μια βρόμικη πετσέτα κι έτριβε σχολαστικά ένα ποτήρι, μπροστά απ' την επιγραφή νέον «Olympos Bar», στην οποία δεν άναβε το γράμμα «P».

Στη γωνία, δίπλα σε δύο μούτρα που έκλαιγαν για τη χυλόπιτα της κοπέλας - αυτής που συνέχισε να κοιτά επίμονα την οθόνη του κινητού της - καθόταν ένας τύπος που έδειχνε εξαντλημένος. Τα ρούχα που φορούσε έδειχναν το ίδιο ταλαιπωρημένα. Σου έκαναν εντύπωση τα μισοφαγωμένα παπούτσια του και τα δύο σκονισμένα φτερά περιστεριού, καρφιτσωμένα στο καπέλο του. Ήταν ο Ερμής.

«Νομίζεις ότι έχεις προβλήματα, φίλε;» μου είπε ο Ερμής παίζοντας με το παγάκι του ποτού του. «Αυτός εκεί πέρα», δείχνοντας μ' ένα νεύμα τον μπάρμαν, «έκανε τη διανομή των ποτών άνω κάτω».

Ο Διόνυσος άκουσε την μπηχτή και μας έκλεισε ειρωνικά το μάτι. Έσκυψε πάνω απ' την μπάρα, διαχέοντας μια βαριά μυρωδιά παλαιωμένου κρασιού.

«Μην τον ακούς», είπε ο Διόνυσος. «Όλα ξεκίνησαν όταν έδωσα στις Μαινάδες μου το "καλό" το πράγμα. Εκείνες, μεθυσμένες από εκστατική μανία, πήγαν και το σέρβιραν στην Πυθία. Αντί για τους κλασικούς, διφορούμενους χρησμούς που δεν έβγαζαν νόημα, άρχισε να ξερνάει αλήθειες με ρυθμό πολυβόλου. Ξεμπρόστιασε όλο τον Όλυμπο. Έτσι ξεκίνησε το μπάχαλο».

Ο Βορέας, μεθυσμένος κι αυτός, κλείδωσε την Άνοιξη στην αποθήκη και αποφάσισε ότι ο Ιούλιος θα έχει χιονοθύελλες - γι' αυτό έχει αυτόν τον κωλόκαιρο έξω σήμερα. Στον Κάτω Κόσμο, ο Κέρβερος έπαθε υπαρξιακή κρίση. Ξάπλωσε ανάσκελα σαν ναζιάρικο κοκόνι, αφήνοντας τις ψυχές να μπαινοβγαίνουν ελεύθερα, επειδή άκουσε τον Ορφέα να παίζει τη λύρα του και σαγηνεύτηκε.

Οι Κένταυροι, που δεν ήθελαν και πολύ, κατέβηκαν στα υπόγεια μπαράκια του Άδη - franchise δικό μου, παρεμπιπτόντως. Εκεί, ανάμεσα σε καπνούς και ποτό, απολάμβαναν τη Μέδουσα να τραγουδάει τζαζ. Πρόσεχαν απλώς να μην την κοιτάξουν στα μάτια όταν έπιανε τις ψηλές νότες, γιατί γίνεσαι μάρμαρο πριν καν προλάβεις να παραγγείλεις την επόμενη γύρα.

Την ίδια ώρα, ο Ποσειδώνας είχε παρατήσει τις θάλασσες. Έτρεχε πίσω απ' τις Ερινύες κραδαίνοντας την τρίαινα σαν να ήταν πιρούνι για φοντύ, ενώ στην Κρήτη, η Πηνελόπη και η Ωραία Ελένη γύριζαν μεθυσμένες στα στενά του Λαβυρίνθου, ψάχνοντας να θυμηθούν πού πάρκαραν το πλοίο για την Τροία. Όποια το έβρισκε πρώτη, κέρδιζε τον Πάρη.

Απ' την άλλη, ο Σίσυφος βαρέθηκε να κουβαλάει τον βράχο. Τον χρησιμοποίησε για μπάλα παίζοντας σουτάκια με τον Δία και τον Απόλλωνα. Η Αφροδίτη έκανε τον τερματοφύλακα. Στο παγκάκι καθόταν ο Προμηθέας και τους χάζευε, με τον αετό στον ώμο του».

Ο Διόνυσος γέλασε, μ' ένα γέλιο βαθύ. Έβαλε ένα σφηνάκι κόκκινο υγρό και το έσπρωξε προς το μέρος μου.  

«Δεν προφταίνω να σου πω τα υπόλοιπα κουτσομπολιά, φίλε», ψιθύρισε ο Ερμής. «Κοίτα πίσω σου».

Στο βάθος του μαγαζιού, σ' ένα τραπέζι με χαμηλό φωτισμό, τρεις γυναίκες με μαύρα παλτό κάθονταν σιωπηλές. Δεν κοιτούσαν τα κινητά τους. Κρατούσαν μια χοντρή, κόκκινη κλωστή και ένα τεράστιο, σκουριασμένο ψαλίδι. 

«Οι Μοίρες», είπε ο Διόνυσος, και αντί να φοβηθεί, το χαμόγελό του μεγάλωσε. Έπιασε ένα μπουκάλι single malt και άρχισε να σερβίρει τρία ποτήρια για το βάθος. «Ήρθαν να σου ξετυλίξουν την υπόλοιπη κλωστή. Πιες το σφηνάκι σου, θνητέ. Τώρα θα δεις μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η παράνοια.»
 

 

 

Οι Σειρήνες πλησίασαν το jukebox, κι αμέσως η φωνή του Ville Valo σκόρπισε στον χώρο. 

Ο ήχος δεν έβγαινε απ' τα ηχεία. 

Ήταν λες κι έβγαινε μέσα απ' τους τοίχους. 

 

 

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Το κουρδιστό στρατιωτάκι

 24 Days Challenge: 'Σ'

 Το κουρδιστό στρατιωτάκι
 
 
Το δωμάτιο μοσχοβολάει ακόμη αθωότητα. Τα πάντα σιωπούν γύρω απ' την κούνια, για να μην ταράξουν τη γαλήνη της Ανθρωπότητας που έπεσε στον βαθύ, πρώτο της ύπνο. Λένε πως τα μωρά χαμογελούν στον ύπνο τους. Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο και για εκείνη. Το πρώτο της όνειρο δεν λάμπει από αστέρια και ήλιους. Είναι σκοτεινό· θαρρείς μια προφητεία και καταδίκη μαζί.

Η αναπνοή της γίνεται ρηχή, κοφτή, απόλυτα εναρμονισμένη με το ονειρικό της περιβάλλον. 
 
Ο καπνός κι η σκόνη δεν κατακάθονται πουθενά. Βλέπει πως δεν έχει πια ανθρώπινη σάρκα. Το κορμί της, ψυχρό και μεταλλικό, στέκεται αγέρωχο μες στην κάπνα και τη σκουριά. Στην πλάτη της, καρφωμένο ένα κλειδί κουρδίσματος. Γύρω της μόνο άψυχα κορμιά, ουρλιαχτά απελπισίας και πόνου. Κι ένας βουβός φόβος σε παιδικά μάτια, που την κοιτούν κρυμμένα μέσα στα χαλάσματα. 
 
Εκείνη, όμως, δεν αντιδράει σε όσα βλέπει. Συνεχίζει να κινεί τα πόδια της μ' έναν εκκωφαντικό, μεταλλικό γδούπο. Ένας οδοστρωτήρας που ισοπεδώνει κάθε χαρά, ανίκανος ν' ακούσει τις κραυγές και να νιώσει τον πόνο. Ένα "ζόμπι" καταδικασμένο να επαναλαμβάνει τον ίδιο αφανισμό, ξανά και ξανά. 
 
Κι όσο εμείς απορούμε για μια Ανθρωπότητα που ραγίζει και καταρρέει, ξεχνάμε πως τα δικά μας δάχτυλα είναι αυτά που, κάθε πρωί, στρίβουν με μανία το κλειδί του κουρδίσματος.
 
 

 Αφορμή γι' αυτό το κείμενο στάθηκε το τραγούδι των Cranberries. 

Κι είπα να το στριμώξω στο 24 Days Challenge, 

που δεν λέω να τ' ολοκληρώσω, το καημένο.  

 
 
 
 
 
--------
 
 
 
To 24 Days Challenge είναι μια ιδέα-πρόκληση του mystickland. Πρωταγωνιστούν 24 γράμματα, 24 λέξεις σε 24 ημέρες. Μόνο που εγώ το υλοποιώ κάπως άναρχα στη σειρά των γραμμάτων και στις ημέρες πραγματοποίησής τους.  
  

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Το δώρο που κανείς δεν ήθελε

 


 
 
 
Ημερομηνία: 22 Απριλίου 2039
Καθεστώς: Υπό επιτήρηση


Η δόνηση της οθόνης με ξύπνησε πριν από το πρώτο φως του ηλίου. Τα δάχτυλά μου σύρθηκαν στο γυαλί κι έκλεισαν την ειδοποίηση. Με βήμα ράθυμο ξεκίνησα την ιεροτελεστία της ημέρας: πλύσιμο, ντύσιμο, καφές, τσιγάρο. Μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη· ίσιωσα το barcode στον λαιμό μου σαν να έστρωνα γραβάτα. Το κλειδί γυρίζει και μ’ αναγκάζει ν’ αφήσω τον –επίπλαστα- δικό μου ασφαλή χώρο.

Βγαίνοντας στον δρόμο, βλέπω βιαστικές φιγούρες να κινούνται προς πάσα κατεύθυνση. Γκρίζες, αγέλαστες, με μάτια καρφωμένα χαμηλά. Γίνομαι άλλη μια σκιά ανάμεσά τους. Το μόνο φωτεινό μας γνώρισμα είναι το barcode που κρέμεται στον λαιμό μας.

Στριμωχνόμαστε στον συρμό του μετρό. Τσάντες και ώμοι με σκουντούν. Πόδια με πατούν. Βλέμματα κολλημένα στο πάτωμα και χείλη σφραγισμένα, δίχως ν’ αφήνουν να περάσει ούτε μια συγγνώμη. Μόνη έγνοια, ποιος θα προλάβει να σκανάρει πρώτος τον λαιμό του για να περάσει από το στενό άνοιγμα της πόρτας.

Βγάζω απ’ την τσέπη το κομμάτι χαρτί που ετοίμασα χθες αποβραδίς: «Χαρίζονται: Δέκα λεπτά αληθινού χρόνου» και με ψιλότερα γράμματα από κάτω «Δώρο σε όποιον αντέχει να με κοιτάξει στα μάτια».

Το ανέκφραστο στα πρόσωπα των διπλανών μου έδωσε ακαριαία τη θέση του στον φόβο.

 


 

 
Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο δρώμενο «σε 200 λέξεις»
που διοργανώνει η Μαρία Νικολάου στο blog της «Το Κείμενο».
Με υποχρεωτικές λέξεις: δώρο, άνοιγμα, φως. 
 
Όλες οι συμμετοχές, εδώ
 
Τ' αποτελέσματα της ψηφοφορίας, εδώ.  
 
Συγχαρητήρια στον φίλο μας Giannis Pit
για την κατάκτηση της πρώτης θέσης.  
 
 
 
 

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2023

ΧΑΡΙΖΕΤΑΙ

 


 
 
ΧΑΡΙΖΕΤΑΙ

Ροτόντα  ξύλινη, μασίφ
με τέσσερις καρέκλες σε άριστη κατάσταση.
Δωρίζω  την ιστορία μας, τα νιάτα  και το σπιτικό σας
με την παιδικότητά μου μαζί.
Συγνώμη μαμά. Συγνώμη μπαμπά.
Δε μ΄ακούτε, το ξέρω - μα τη χρωστάω  ακόμη και χωρίς ακροατή.
….. Να ήμουν οχτώ; να ήμουν δέκα;
Κάθε Χριστούγεννα που γιόρταζες μπαμπά
αυτή τη μόνη φορά άνοιγε το σπίτι, άνοιγε κι η καρδιά  μου
στο μικρόκοσμό μας.
Ξεσκόνιζα την τραπεζαρία μας τρυφερά
για τους επισκέπτες μας το βράδυ.
Γυάλιζες τα κρυστάλλινα μαμά εσύ, φυλαγμένα ένα χρόνο στο μπουφέ
και χαρούμενη εγώ τα γέμιζα καλούδια.
Εδώ τα φιστίκια, εκεί οι σοκολατένιες μαργαρίτες.
Δίπλα τα αμύγδαλα και στο μεγάλο μεγάλο μπολ
τα  λιγοστά, τα ακριβά  με βύσσινο σοκολατάκια μέσα.
Τα αγαπημένα μας αυτά που τρέχαν στο πηγούνι  άσπρο πηχτό λικέρ
και ρουφάγαμε ηδονικά  μη στάξουν
αλλά  σπάνια έτρωγα μαμά. Αν περίσσευαν  τα άφηνα για σένα.
Πάντα ήξερα πόσα λίγα χάρηκες  μέχρι τα βαθιά σου γηρατειά.
Το  δέντρο με  παλιά στολίδια , δύσκολα τα χρόνια, μετρημένα τα λεφτά.
Δυο ουίσκι, φτηνό κονιάκ  κι ένα λικέρ.
Όλα στη ροτόντα  πάνω σε δαντελένιο, άσπρο πετσετάκι
από τη γιαγιά  μου προίκα βελονιά.
Κι αυτό το μόνο  βράδυ Χριστουγέννων από όλη τη χρονιά
άνοιγε το σαλόνι, αστράφταν τα γυαλάκια στα  φωτιστικά
και γεμίζαμε κοστούμια , μίνι στρας τσαντάκια και κραγιόν
που με σημάδευαν στα μάγουλα  σαν καρδιά  επιβράβευσης από τη δασκάλα.
Οι άντρες να σιγοπίνουν στο τραπέζι,
οι γυναίκες σα σε στασίδι εκκλησίας  στον καναπέ
και να κερνάω εγώ μετρώντας μ΄αγωνία, τελειώνουν τα σοκολατάκια  βύσσινο,
όλο και λιγότερα  τα όρθια κοτσάνια, ουφ, έχουμε ακόμη μαργαρίτες.
Κι αθόρυβα σε σκαμπό  να σκιαγραφώ  τα πρόσωπα
να χαρτογραφώ τις λέξεις, να απαντάω πού και πού  
" ναι, είμαι καλή μαθήτρια, - μπράβο- ευχαριστώ " .
....................
Περάσανε τα  χρόνια, φτάξαμε τα δικά μας σπιτικά,
γερνούσες μαμά, δε στόλιζες δέντρο "για ποιον;  έλεγες, στολίστε εσείς  για τα παιδιά σας"
Γερνούσες κι εσύ μπαμπά μα πάντα Χριστούγεννα ερχόμασταν με τα δώρα μας,
παπούτσια, πουλόβερ και μπουφάν  με τα χρόνια γίνονταν  κάλτσες, παντόφλες, φανελάκια
- πού να βγεις και πού να πας-
ολοένα και λιγόστευαν τα κοστούμια και οι φούστες,
τα μάγουλά μου καθαρά  πια από τα ανεξίτηλα τριανταφυλλί κραγιόν
- αποδημούσαν  όλοι με τα χρόνια μα η ροτόντα, το τραπέζι μας
γέμιζε  πια με τα δικά μας τα γκουρμέ τα φαγητά ,
τα  παιδιά μας κελαρύζαν κακόφωνα τα κάλαντα
κι έτσι τρεις γενιές    ανασταίναμε τη μέρα  με φουσκωτές κοιλιές, γέλια, βαχ
και στις τσέπες χαρτζηλίκια.
Η τραπεζαρία  σιώπησε  - πότε; δε θυμάμαι πια
όμως θυμάμαι μαμά με πόση στοργή σε μια παλιοκουβέρτα  πέρασες λάστιχο
να την τυλίξεις , τρυφερά, προστατευτικά  κι όταν  έφυγες κι εσύ
με τις τέσσερις καρέκλες της χώθηκε σε αποθήκη σκοτεινή.
Κάθε πρόσωπο  μια κόκκινη γραμμή.
Πότε φτάσαμε στα ίδια τα σημεία σας μαμά, μπαμπά;
Μια ζωή σα να ταν χτες, ένα αύριο που όλο κατηφορίζει.
Μέρες  τώρα νοερά φτιάχνω το μενού,
τα παιδιά με το όνομά σου πατέρα μου γιορτάζουν!
Μα  σήμερα  πενθώ.  Η ιστορία  μας σκόνη γεμάτη αξίζει μιας δικής μου  μέρας σιωπή.
"Χαρίζεται  ροτόντα........"
Πατήστε Δημοσίευση.  Κλικ.  Η αγγελία σας  δημοσιεύτηκε επιτυχώς.

                                    
                                   ◍ ◍ ◍ ◍ ◍ ◍ ◍ ◍ ◍ ◍


Η συμμετοχή  μου στο 29ο Συμπόσιο Ποίησης της αγαπημένης μας Αριστέας, μιας μεγάλης εμψυχώτριας να εξωτερικεύουμε τα συναισθήματά μας, να "ποιούμε" σκέψεις, και να αποτυπώνουμε όσο γίνεται πιο λυρικά τον εσωτερικό μας κόσμο. Αριστέα σε ευχαριστούμε για όσα δίνεις και όσα η ίδια είσαι. Μας κάνεις καλύτερους. Η συμμετοχή σου "πληρότητα" ήταν ένα δίδαγμα  για την αξιοπρέπεια και την ευγνωμοσύνη. 

Σε ευχαριστούμε και εσένα Σταυρούλα γιατί μας δείπνησες κάτι υποτιμημένο σήμερα.... την αγάπη.

Σας ευχαριστώ όλους, συμμετέχοντες και μη γιατί είστε παρακινητές να πιάνουμε το μολύβι ξανά και να σκαλίζουμε τις λέξεις φτιάχνοντας ένα ολάνθιστο φυτώριο αξιοζήλευτων συμμετοχών. 

Ευχαριστώ και όσους με "ένιωσαν" δίνοντάς μου την ανέλπιστη 2η θέση και τη χαρά της διάκρισης. 

Συγχαρητήρια και στους υπόλοιπους 2ους, 3ους, 4ους,... 26ους για όσα είχαν να πουν κάνοντας ομορφότερη αυτή την ήδη της Αριστέας μας ολοφώτεινη γιορτή.

Σε ευχαριστώ αναστασάκι μου για.... για.... χιλιάδες λόγους αλλά σήμερα κυρίως γιατί με θέλεις και με έχεις εδώ δίπλα σου. 

Για τη συμμετοχή μου δεν έχω και πολλά να αναλύσω. Αυτοβιογραφική, ελπίζω να ξύπνησε κάτι από τα παιδικά μας Χριστούγεννα νοσταλγικά, ως το πεζό "μας σήμερα". 

Καλή χρονιά να έχουμε και με τρόπο που ο καθένας εννοεί και επιθυμεί την "καλή"!!