Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Τ' αστέρι της Μελίνας

Ο Δημητρός άνοιξε την τηλεόραση, έβαλε το dvd στη συσκευή κι ανέβασε την ένταση της τηλεόρασης, κατευθυνόμενος προς την πολυθρόνα. Ήταν χαρούμενος, γιατί, επιτέλους, βρήκε διαθέσιμο αντίτυπο της αγαπημένης του κωμωδίας. Δύο φορές είχε πάει στο video club της γειτονιάς του, αλλά και τις δύο φορές βγήκε απογοητευμένος. Η τρίτη φορά του χαμογέλασε. Το είχε και τόσο ανάγκη. Να γελάσει, να ξεφύγει λίγο απ' την ρουτίνα και τα προβλήματα της καθημερινότητας.

Η ταινία είχε ξεκινήσει. Τα τρανταχτά γέλια τού Δημητρού αντηχούσαν μες στο σπίτι. Έφταναν ως την κουζίνα, όπου τον άκουγε η Αγλαΐα, καθώς πηγαινοερχόταν στο εσωτερικό της κουζίνας, αποτελειώνοντας τις δουλειές που της είχαν απομείνει. Άκουγε τα γέλια του κι είχε ένα πλατύ πλατύ χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη. Γιατί βλέπεις, αν ο άνθρωπός σου είναι χαρούμενος, χαίρεσαι κι εσύ. Μέχρι και τα μουστάκια σου χαμογελούν!

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Ξεκλειδώνοντας το μπαούλο των αναμνήσεων

Είμαι απ' τα τυχερά παιδιά, απ' αυτά που τα παιδικά τους χρόνια μοσχοβολούν την ελευθερία και την αναζωογόνηση της φύσης. Βλέπεις, η γιαγιά κι ο παππούς κατοικούν σε χωριουδάκι, κι οι εξορμήσεις μου εκεί ήταν πυκνές.

Οι κάτοικοι λιγοστοί πια. Είναι τόσο αραιοκατοικημένος τόπος, θαρρείς και δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμα από άνθρωπο, αφού ούτε λόγος για πάσης φύσεως μαγαζιά, ανέσεις και πολυτέλειες. Εσύ κι ο Θεός!

Δεν ξέρω, σαν πιο μεγάλη πια, αν θα άντεχα αυτή την πλήρη απομόνωση απ' τα εγκόσμια. Παρότι λατρεύω την φύση κι, εκ φύσεως, είμαι μοναχικός άνθρωπος, που πολλές φορές αποζητά -κι έχει ανάγκη- λίγες στιγμές με τον εαυτό του. Αλλά, σαν παιδάκι το είχα λατρέψει. Πού θα έβρισκα καλύτερα;!

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Κι η μάσκα της... ράγισε

Κι είναι και καμιά φορά, που το μέσα σου γίνεται τόσο ανυπόμονο κι αρχίζει να κραυγάζει, μη μπορώντας να παραμείνει βουβό άλλο εντός, θαρρείς και νομίζει πως δεν υπάρχει αύριο και σπεύδει να ξεμυτίσει από μέσα σου όπως όπως.

Είναι η στιγμή, που η μάσκα γίνεται διάφανη. Τι κι αν εσύ δυσανασχετείς, και προσπαθείς σπασμωδικά να το ελέγξεις; Εις μάτην!

Η εναλλαγή των ρόλων. Αυτό κάνει κουμάντο πια, δεν το ορίζεις εσύ. Εσύ σιωπείς, αυτό ενεργεί.

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Ζητείται ανιδιοτέλεια (?)


 Κατά καιρούς όλους μάς έχει τριβελίσει το μυαλό αυτό το ζήτημα. "Υπάρχει ανιδιοτέλεια;" "Δεν υπάρχει;" "Έχει χαθεί στις μέρες μας ή όχι;" "Κι αν υπάρχει, πού παρατηρείται και για πόσο;" είναι κάποια απ' τα ερωτήματα, που περνούν απ' το μυαλό μας, σκεπτόμενοι την λέξη <ανιδιοτέλεια>.

Είναι κοινά αποδεκτό πως η ανιδιοτέλεια ζει και συναντάται στη σχέση γονέα - παιδιού, αν και, εκεί ακόμα, εκλείπει κάποιες φορές. Είναι η περίπτωση, που δεν υπάρχει το ανθρώπινο, η καλοσύνη, αλλά η γονική ιδιότητα. Το στοιχείο, που προϋπάρχει μέσα μας, κι όταν έρθει η στιγμή ξεπετιέται, ωριμάζει και δίνει ανεξάντλητο απόθεμα δοσίματος.

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Αναμνήσεις με γεύση παιδικότητας

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι. Η Ανθούλα. Δεν ήταν πολύ μεγάλη, ίσα που είχε ξεκινήσει να πηγαίνει σχολείο, με κάτι μέρες καθυστέρηση.

Ακόμα θυμάται την πρώτη της μέρα εκεί. Καινούριος χώρος, καινούρια παιδιά. Στα παιδικά της μάτια φαινόταν βουνό, κι είχε μια συστολή μέσα της. Παρόλα αυτά δεν το έβαλε κάτω. Πήγαινε με όλη της την καλή διάθεση. Πρόσεχε τους δασκάλους της, μιλούσε με τα υπόλοιπα παιδιά. Καίτοι δεν είχε αναπτύξει ακόμα φιλίες. Ήταν στο στάδιο "Γεια. Όλα καλά;".

Οι μέρες περνούσαν. Είχε χτυπήσει για διάλειμμα κι όλα τα παιδιά ξεχύνονταν στην αυλή, για να παίξουν κυνηγητό, μήλα, τρίλιζα και άλλα παιχνίδια. Έτσι όπως άνοιγαν την πόρτα και κατέβαιναν ξεφωνίζοντας όλο χαρά, θα μπορούσε να τα παρομοιάσει κανείς με τις πεταλούδες, που ξεχύνονται αμέσως έξω, απ' το βάζο που τις έχεις κλεισμένες, και θαρρείς πως με το πέταγμά τους, το τόσο γρήγορο, ντελικάτο και γεμάτο δυναμισμό, σου φωνάζουν πως είναι φτιαγμένες για έξω. Για την λευτεριά. Έτσι ήταν και η "φυγή" των παιδιών απ' τις τάξεις. Σαν της πεταλούδας. "Αφήστε μας να παίξουμε, μην μας τυραννάτε με αυτά τα βαρετά κι ακαταλαβίστικα".

Η αυλή ήταν γεμάτη από παρέες και πηγαδάκια. Άλλες μεγάλες, άλλες μικρότερες... αποτελούμενες από πέντε, ή και δυο-τριών ατόμων.

Η Ανθούλα κοντοστάθηκε σε μια ακρούλα και κοιτούσε τα υπόλοιπα παιδιά που έπαιζαν, κελαηδώντας σαν καρδερίνες, γεμάτα γέλιο και χαρά.

"Θες να παίξεις μαζί μας;" ακούστηκε μια διστακτική φωνούλα. Κι ήταν η φωνή της Ζαχαρούλας, που προέτρεπε την Ανθούλα να ενταχθεί στην μικρή παρέα της.

"Αμέ" της ανταπάντησε η Ανθούλα, αγνοώντας πως αυτή η καταφατική της απάντηση, θα ήταν η απαρχή μιας φιλίας. Μιας αγνής και δυνατής φιλίας, που δεν θα γνώριζε στεγανά και δεν θα μπορούσε να "χαλιναγωγηθεί" από όρια.

Γιατί μέρα με τη μέρα γνωρίζονταν καλύτερα, και δενόντουσαν, γελώντας, εξομολογώντας, μοιράζοντας και συνειδητοποιώντας τα κοινά τους σημεία. Φορούσαν το ίδιο άρωμα στην ψυχή. Και ταιριάζανε.

Δυο φίλες που ήταν πάντα εκεί η μία για την άλλη, με μιαν ανοιχτή αγκαλιά. Αγαπώντας, προσέχοντας, φροντίζοντας, νοιάζοντας και με μιαν ασπίδα η μία για την άλλη, να μην την πετύχει το βέλος κανενός και πληγωθεί.


Για την Φίλη, που με ενέπνευσε, να της γράψω αυτή την ιστοριούλα.
Επίσης, για το "σχολείο" του διαδικτύου, που στην αυλή 
του βρίσκεις χώρο κι έχεις την αίσθηση του ανήκειν.

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Μια μικρή βαρκούλα

Ήταν μόνο μια μικρή βαρκούλα. Μια τόση δα καινούρια βαρκούλα. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ της τον κόσμο έξω. Δεν είχε νιώσει πώς είναι να σκίζεις, όλο χάρη και καμάρι, τα νερά. Να ακούς τις πάμπολλες ιστορίες των ψαριών. Άλλες πραγματικές, άλλες γεννημένες στη φαντασία. Πείραζε; Σημασία είχε ότι θα τις άκουγε με ενδιαφέρον. Θα τις ζούσε, θα γινόταν κομμάτι και πρωταγωνίστρια, κι αυτό την γέμιζε ενθουσιασμό κι ανυπομονησία. Ανυπομονησία για να ζήσει πράγματα, και να έχει τον τουπέ των ψαριών. Να το παίξει κι αυτή σημαντική. Πολυταξιδεμένη και σοφή.

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Το φάντασμα... της αξόδευτης αγάπης



Άλλη μια νύχτα, που περιπλανιέται μέσα στους άδειους δρόμους. Ένα ακόμη βράδυ, κατακλυσμένη απ' τις ίδιες σκέψεις και τα ίδια συναισθήματα.


Μια γυναίκα γύρω στα 24, που θαρρείς είχε ξεπεταχτεί από άλλες εποχές. Δεν ήταν ίδια με τις υπόλοιπες, ξεχώριζε. Μπορούσε να το αντιληφθεί ο καθένας. Ο "αέρας", το στιλ της... τα πάντα εξέπεμπαν μια φινέτσα. Μελαγχολική σα παρουσία, μα τόσο, τόσο γοητευτική.

Ντυμένη, όπως πάντα, στα λευκά. Με τα ξανθά μακριά μαλλιά της, να ξεχύνονται και να πέφτουν πάνω στα στήθη της.

Παρόλο που ήταν πλημμυρισμένη από συναισθήματα, το πρόσωπό της παρέμενε ανέκφραστο. Δε μπορούσε κανείς να αποκωδικοποιήσει και να καταλάβει αυτά που αισθανόταν, ούτε στο ελάχιστο. Ήξερε πολύ καλά να κρύβει αυτά που αισθάνεται. Να φορά ένα προσωπείο και να παραμένει ασφαλής πίσω απ' αυτό, ή έτσι, τουλάχιστον, νόμιζε.

Ήταν ένα φάντασμα... αξόδευτης αγάπης!

Μετά από πολλά βράδια, είχε ξαστεριά. Αλλιώτικη νύχτα, λες και προμήνυε κάτι να συμβεί εκείνο το βράδυ.

Κατευθύνθηκε προς την παραλία. Στο ίδιο παγκάκι, στην αγαπημένη της θέση.

Η θάλασσα ήταν ήρεμη, με τα αδύναμα κύματα να γλείφουν την άμμο.

Δεν πέρασε πολλή ώρα κι έπιασε με την άκρη του ματιού της μια αντρική φιγούρα, να πλησιάζει. "Μπορώ να καθίσω;", ακούστηκε να λέει. Αν κι απρόθυμα, η γυναίκα με τα λευκά τραβήχτηκε πιο 'κει κι έκανε χώρο να καθίσει ο άντρας.

Η λευκοντυμένη γυναίκα παρέμεινε σιωπηλή. Μα έριχνε κλεφτές ματιές προς το μέρος του. Τον περιεργαζόταν, με τα μεγάλα καστανά της μάτια. Ήταν λες και μπορούσε να δει μέσα του. Ήσυχη φυσιογνωμία, μα μέσα του κρυβόταν πάθος, ένταση... συνοδευόμενα με ποιότητα κι ευγένεια, όχι με χυδαιότητα.

Μπορούσαν κι οι δυο να το νιώσουν. Υπήρχε έλξη. Κάτι τους έδενε.

Ο άντρας σήκωσε ελαφρά την άκρη του καπέλου της κι αφού έγειρε προς το μέρος της, ακούμπησε απαλά τα χείλη του πάνω στα δικά της.

Όλα ήταν σα κομμάτι ιεροτελεστίας. Τα κορμιά τους ενώθηκαν κι έγιναν ένα. Οι ανάσες τους γρήγορες. Οι παλμοί τους τόσο δυνατοί, λες κι η καρδιά τους επρόκειτο να σπάσει. Οι φιγούρες τους ήταν λες και χόρευαν, με αυξομειωμένη ταχύτητα, ώσπου έφτασαν στο ζενίθ της ηδονής.

Ο άντρας αποκοιμήθηκε σχεδόν αμέσως. Η γυναίκα έβαλε τα ρούχα της κι απομακρύνθηκε με ένα ζωγραφισμένο χαμόγελο στα χείλη, όλο ικανοποίηση. Ένιωθε, επιτέλους, πλήρης.

Δεν ξαναεμφανίστηκε ποτέ τα βράδια από τότε...