Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2018

Νούφαρο ριζώνω



Για ποια ελευθερία να σου πω
και για ποια επιλογή, εδώ, που σιώπησε το Δικαίωμα
χωρίς να ρωτηθώ γεννήθηκα
και τώρα που πάλι αθέλητα εκπνέω
- παρηγόρησε τη μάνα μου
πως στον κόσμο τούτο δεν θα ταίριαζα
Και γι΄αλλού οδεύω πριν γαμπρός
πριν κάδρο κρεμούσε το πτυχίο
πριν από έρωτα τρελός  και πριν πατέρας
Πόσο μαύρισα άξαφνα χωρίς γλυκά κι αργά ν΄ασπρίσω
Φεύγω άνευ διαβατηρίου κι άνευ λόγου και αιτίας!
αλλά να μην ανησυχεί
Πριν μεστώσει  ο λόγος μου πύρινος και λαίλαπες μοιράσει
την Πρωτοχρονιά,
Βιαστικά φεύγω,
ναι, γιατί τελειώσαν οι ανάσες
σε τούτη την κιτρινιάρικη και παχιά ομίχλη
Λιώσανε τα πεδιλάκια της νονάς  και πονάω
όπως τότε που ζεμάτισα τα χέρια,
θυμάται;
Και οι οδοδείκτες από ντροπή καήκαν

Τι νόμιζες; -

Που προδώσαν το καθήκον και παγίδες απολήξαν τραγικές
αφού το δρόμο που γυρισμό δεν έχει, το δρόμο του χαμού εδείξαν
Και στην Ατροπό μου να μην κακιώσει  πες
Με λυπήθηκε; δεν ξέρω, τα συμφωνήσαμε όμως μια χαρά
να ξημερωθώ μια ανατολή
νούφαρο σε νερό καθάριο, να ξεδιψώ την κάψα
Αφού εδώ μου όρισαν σαν μιας νύχτας πεταλούδα
φως γοητευμένος
τη θανατερή μου λάμπα ν΄αγκαλιάσω να φλεγώ
με ανομολόγητες, αυστηρές διαδικασίες
Μυρίζω άσχημα, το ξέρω, αλλά το κουφαράκι μου ενέχυρο φρούδο μένει,
να ξαναφυτρώσει ο βλαστός σε επονείδιστο χώμα, μου το΄πε πες της,
Ο παππούς στο αυτί, σφιχτά μ΄αγκάλιαζε
Ίδιος κυπαρίσσι ατάραχο σε δράκοντες ανέμους
Και τρυφερά ψιθύριζε πως αφού μεσημέρι αποκοιμήθηκε ο Θεός,
με σπάθα θα γυρίσει,
Δημουργία ολέθρου να στήσει καρφί το καρφί με μια Μέδουσα
κι έναν Κέρβερο αντάμα, στην τέφρα σκιές κρυμμένες μου΄λεγε,
νανούρισμα στερνό ν΄αποκοιμηθώ
Κι εσύ, στη μάνα μου να πεις πόσο θα τον καμάρωνε κι αυτόν
έτσι να με έχει σφιχτά αγκαλιασμένο Κυματοθραύστης Γίγαντας
μέχρι πού΄ νιωσα να του ξερνάνε λάβα τα πνευμόνια
και σιώπησαν οι Μύθοι, σιώπησε και η Αλήθεια
Και λύκους που είχαμε μαζί, είχαμε! Ναι, το ξέρω
Τα αυτιά μου τρύπαγαν μ΄απόκοσμα ουρλιαχτά
Τόσο,
που κι αυτό της Ατροπού μου μηνύω και πατάω πόδι
απαιτώντας – κι όχι επαιτώντας τώρα
Ποτέ ξανά να μην ακούσω
και ναι μου γνέφει με χαμόγελο αυτή
Και Νούφαρο Κωφό ριζώνω σε  νερό καθάριο
Και πριν το Νου μου και τις λίγες μου τις θύμησες χάσω ξεχάσω
στη μάνα μου να πεις αυτή τη φουκαριάρα
καταδικασμένη κάθε λεπτό και βουρδουλιά , κάθε λεπτό και πόνος
πως μοναχά αυτή λυπάμαι
Ακούς μωρέ; Μοναχά αυτή !
Η Κλωθώ μας, έγνεθε με έγνοια  αλλά  η Λάχεσή μας, γελάει τρανταχτά.

❇❇❇❇❇❇❇❇❇❇ 

             Η φονική πυρκαγιά στο Μάτι φέτος απέδειξε πως με τη συνεργασία ανθρώπινων και φυσικών δυνάμεων μπορούμε να έχουμε τον τέλειο, αψεγάδιαστο ό λ ε θ ρ ο !
             Σαν πυρηνική βόμβα, σε κοντινή ακτίνα εξαϋλώνει, σε μεγαλύτερη σκοτώνει, σε ευρύτερη ακτίνα καίει και ισοπεδώνει και στην τελευταία εκεί που πάει να εκτονωθεί, γλείφονται τα εγκαύματα και οι πληγές  που αλλάζουν για πάντα την όποια προηγούμενη ζωή μας.
             Η φωτιά αυτή, στο 1χλμ σχεδόν από το σπίτι μου με καθήλωσε. Στο Μάτι και στη Ραφήνα έκανα τις πρώτες μακρινές αποδράσεις με το ποδήλατο, σκίρτησα, ερωτεύτηκα, φιλήθηκα, κάπνισα το πρώτο μου τσιγάρο. Το πρώτο beach party, οι πρώτες νυχτερινές βουτιές και το παιχνίδι της μπουκάλας.
             Γαμώτο, ήμουν εκεί. Απύθμενα εξοργισμένη. Επίτηδες πατούσα τα πιο καυτά αποκαϊδια - αυτό το απέραντο τεφροδοχείο - για να ταυτιστώ. Όσο γίνεται. (Ύβρις). Μύρισα τη σάρκα, ένιωσα την απόγνωση, την οδύνη, τον ανθρώπινο σπαραγμό. Παρακολουθούσα εμμονικά κάθε σχετική ανάρτηση στον τοπικό τύπο, σχολίαζα κι έβραζα από θυμό. Ξεχείλιζα από οργή.
             Κάθε που πήγαινα να γράψω μπας και το εκτονώσω, ντρεπόμουν. Ποια είμαι εγώ, η απέξω, η άρτια, η πλήρης, η επαρκής που θα έπιανε στο στόμα της αυτή την τραγωδία ; Και ποιες λέξεις ήταν οι κατάλληλες, ποιο πινέλο, ποια σμίλη, ποιο μάρμαρο, ποια ταινία και ποια βιβλία θα τολμούσαν να καπηλευτούν αυτό το σπαραγμό;
            Μέχρι το Σεπτέμβρη δεν άνοιξα word δεν έπιασα στυλό. Το μένος όμως μένος. Με την αφορμή των 5 λέξεων αποφάσισα να τολμήσω και ταυτίστηκα. Ενσωματώθηκα ένα 8χρονο αγοράκι, που, στα τελευταία του λεπτά πέρασε σε λέξεις έναν ακατάληπτο ποταμό σκέψεων, άτακτα, ανοργάνωτα για να προλάβει να τα πει πριν πέσει κι ο τελευταίος κόκκος στην κλεψύδρα.
Παραλήρημα παιδιού που δεν συνειδητοποιεί, δεν ερμηνεύει και δεν προλαβαίνει. Ξέσπασμα. Σε ακατάληπτο λόγο γιατί σε τέτοιου μεγέθους απώλεια, τακτική σκέψη δεν υπάρχει.
           Πικρή πρωτιά για το αναπόφευκτο που μακάρι να μην ήταν ποτέ η αφορμή να την έχω.

           Οι ψήφοι των συμπαικτών μου στο mytripssonblog.blogspot.com δείχνουν πως τουλάχιστον εκπροσώπησα κάπως τους συντοπίτες της ευρύτερης ακτίνας. Χαίρομαι που το αποτόλμησα και λειτούργησε μέσα μου αρκετά ψυχοθεραπευτικά. Χαίρομαι αν το νούφαρο σας άγγιξε. Σας ευχαριστώ που σπάσατε μέρος από το προσωπικό μου απόστημα. Αλλά για τον Άνεμο (από ποιο μακάβριο ασκό δεν ξέρω) που τακίμιασε με τους ανεύθυνους υπεύθυνους ισοπεδωτικά, μόνο όνειδος θα έχω. Ισοβίως.


- δώρο, φιλοτεχνημένο από το γλυκό ❤ μου σπυ


ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΙ - ΔΥΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΙ


-Και ξαναβρέθηκαν γιαγιά;
-Ναι, ξαναβρέθηκαν έξι  χρόνια μετά …

ΜΑΡΤΙΟΣ 2003

     Το νησί έβραζε από μέρες για το μεγάλο κοινωνικό γεγονός. Μικρό, αποκομμένο από τον πολιτισμό, συνδεόταν με τα γύρω νησιά και τον Πειραιά μόνο δυο φορές τη βδομάδα. Η εκδήλωση θα γινόταν σε εποχική νεκροφάνεια του οικισμού κι αν αυτό σήμαινε άσπρισμα, ασβέστωμα και πάστρα το αποχείμωνο, ας ήταν κι έτσι. Κάπου 800 κάτοικοι στους Φούρνους και 70-80 στη Θύμαινα σήκωσαν τα μανίκια κι άρχισαν με μουρμούρα και γκρίνια την αποκατάσταση από το νοτισμένο κι αλμυρό χειμώνα που άφηνε χαιρέκακα τα σκουριασμένα του ίχνη.
 - Έχε χάρη  που  το ζητάει ο δήμαρχος, έλεγε κάποιος.
 – Κι είναι και δευτεροξάδελφος, έλεγε άλλος.
 – Κι εγώ που νοικιάζω δωμάτια στους μισούς δασκάλους μπορώ να αρνηθώ; συμπλήρωνε τρίτος.
 – Θα μου πάρεις ποδοσφαιρικά παπούτσια για τη γιορτή; πονηρά ο μικρός στη μάνα του που φρεσκάριζε την αυλή.
     Την ιδέα την είχε ο ιστορικός του Λυκείου, το επιχείρημα ήταν «ντροπή, μια θάλασσα μας βρέχει κι ωκεανός μίσους μας χωρίζει με τους Τούρκους», τη συζήτησε με το Λυκειάρχη και το Δήμαρχο για τη δημιουργία μνημείου φιλίας και υιοθετήθηκε σύσσωμη και θερμά. Θα καλούσαν μαθητές από το Σέλτζουκ της Τουρκίας και μαζί με τους μαθητές των δυο νησίδων, 62 όλα κι όλα τα παιδιά, θα φύτευαν στην πλατεία με τον πλάτανο, μια ελιά παραδίπλα – σύμβολο ειρήνης και συγχώρεσης... Θα διέγραφαν με το μήνυμα αυτό, σελίδες μιας πολυαιώνιας έχθρας που είχε θύματα μόνο τους εκατέρωθεν λαούς κι αλώβητες τις ηγεσίες.
     Η τρύπα στο πλακόστρωτο άνοιξε ευλαβικά, τα κυκλικά κάγκελα κολλήθηκαν με μεράκι γλύπτη, η ελιά πέρασε καλλιστεία, οι μαθητές πρόβαραν, κουστούμια και φορέματα αερίστηκαν, οι ομιλίες γραφοσβήνονταν σε οίστρους συγκινησιακούς, κοκοροκοτομαχίες για τα τοπικά πιάτα φόρτσαραν και όλη η  κοινότητα κόχλαζε από αδημονία για τη σχεδόν παγκόσμια προβολή.
Σκοπός: να αναδειχτεί η ξεχασμένη νησιώτικη αρχοντική ομορφιά, ψυχική και τοπογραφική εκπέμποντας σε συχνότητες εκεχειρίας.


ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2003

     Αυτή η ανατολή ξημέρωσε αργά αλλά αστραφτερή. Ακόμη κι η θάλασσα συναίνεσε και με το πρώτο φως τίναξε κρύσταλλο και διαφάνεια παντού.
     Πρώτα κατέφτασαν τα τηλεοπτικά συνεργεία και οι μεταφραστές. Αργά το μεσημέρι περίμεναν και την δεκαμελή ομάδα μαθητών με τους καθηγητές τους από το Σέλτζουκ, την ηγεσία κι εκπρόσωπους του τύπου. Ο οδοδείκτης με τη σκαλιστή ελιά στην αρχή του πλακόστρωτου στενού κατεύθυνε περήφανα την πολύγλωσση, αμήχανη πομπή.

     Η Λία έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη σπρώχνοντας τα μαλλιά πίσω, τράβηξε το φόρεμα στα γόνατα και κατηφόρισε να βρει τους άλλους δυο συμμαθητές της στο λιμανάκι. Ήταν αυτή που θα έπαιρνε από τα χέρια του δημάρχου μαζί με το συνομήλικο μαθητή της Τουρκίας τη μικρή ελιά για να τη  μεταφυτέψουν στο λάκκο. Το καϊκι που θα τους πήγαινε απέναντι περίμενε με τα σημαιάκια του, γιγάντιο καράτι κάτω από έναν απροσδόκητα φιλόξενο ήλιο. Ήταν αυτό που τους πήγαινε κάθε μέρα, με κάθε πρίμα - κόντρα καιρό  στο Γυμνάσιο και Λύκειο από τη Θύμαινα στους Φούρνους καταπίνοντας άφοβα το ενάμισι μίλι απόσταση αλλά σήμερα ήταν λίγο πιο λευκό, λίγο πιο μπλε και λίγο πιο κόκκινο από ποτέ.

     Όταν τον είδε, χάθηκε. Έσβησε  μονομιάς το πλήθος, σώπασαν οι λόγοι, εξαφανίστηκε κάθε ζωή, κατακάθισε ομίχλη πυκνή και ο φακός των ματιών της ζούμαρε και εστίασε στο μελί των δικών του ματιών του.
Κλικ. Νοητή φωτογραφία.

      Όταν την είδε ο Αντνάν καρδιοχτύπησε. Ξέχασε κάθε προετοιμασία για την τελετή. Βυθίστηκε σε μια απόκοσμη χρυσοκάστανη αύρα που είχε μόνο τη φρεσκάδα της.
 Κλικ. Νοητή φωτογραφία.

      Όταν ήρθε η στιγμή, σκουντήθηκαν και οι δυο από τους γύρω τους, πήραν το μικρό δεντράκι και η Λία άρπαξε την ευκαιρία να του αγγίξει τα χέρια τα λίγα δευτερόλεπτα που προλάβαινε για να του μεταφέρει με τη γλώσσα του σώματος  την έλξη που την κατέκλυσε σφοδρά. Ο Αντνάν κοκκίνησε αλλά κούνησε  ελαφρά, ίσα να μη φανεί, τα δάχτυλά του για να σφραγίσει στη μνήμη του την αφή της. Ενέχυρο στο μυαλό του για μια ζωή αυτή η αφή.
     Οι μεταφραστές, μειδιάζοντας στο φαγοπότι της ταβέρνας μετά, μετέφεραν την προσδοκία τους. «θα ξανάρθεις; Πότε; Πώς σε λένε; Θα σπουδάσεις; Πού; Θέλω να σου γράφω… θα μάθω αγγλικά» .
    

ΙΟΥΛΙΟΣ 2009

     Η Λία έπινε μπύρα με δυο φίλες της στο μικρό καφέ της πλατείας. Τον περίμενε και ήταν από νωρίς εκεί καπνίζοντας ασταμάτητα. Ο Αντνάν, με ολοφάνερη συγκίνηση έσκυψε στην ακόμη μικρή ελιά και της έριξε νερό από το μπουκάλι του. Φωτογράφισε τη χρυσή πλάκα, χάιδεψε τα φύλλα τρυφερά κοιτώντας έντονα τη Λία και κατέβηκε στο λιμάνι σκυφτός. Δεν τον αναγνώρισε κανείς.




     Το ίδιο βράδυ θα την περίμενε στο δωμάτιό του στα σκοτεινά και θα έσμιγαν για μια και μοναδική φορά. Η Λία θα ξεκινούσε το μεταπτυχιακό της στη Σκωτία  και δεν υπήρχαν χρήματα για επιστροφές στο νησί. Ο Αντνάν θα συνέχιζε τη δουλειά του πατέρα του και θα τελείωνε τις σπουδές φωτογραφίας, επιθυμία που του γεννήθηκε τον Απρίλη του 2003 όταν ήθελε να παγώσει το χρόνο. Τη στιγμή.

     -Όμως… είπε η μικρή μετρώντας με τα δάχτυλα. Καλά όλα αυτά αλλά γιατί έμεινε μικρούτσικη η ελιά; Δεκαπέντε χρόνια είναι που τη φύτεψαν!
-        -Τι  να σου πω Σοφία, ξαφνιάστηκε η γιαγιά. Μάλλον κάτω από έναν πλάτανο τίποτα δε γιγαντώνει. Ή γιατί Κένταυροι εμείς, Λαπίθες αυτοί, από κούνια εχθροί, δε στέριωσε  αγάπη καμιά. 
    


Η 1η συμμετοχή μου στον διαγωνισμό των 5 λέξεων 
της φίλης Μαρίας στο μπλογκ της "mytripsonblog"

Αποβιβάστηκα στο τοπικό φέρι από την Ικαρία για Φούρνους που ήταν τίγκα ανθρώπους, κούτες και πακέτα. Ένα μπουκέτο λουλούδια, ασυνόδευτο. Φάρμακα. Μαναβική και κρέατα. Καφάσια μπύρες. Ενίοτε αρρώστους που έπαιζαν με το χρόνο. Μια γραπτή ανακοίνωση σε πίνακα πως την ίδια μέρα θα πραγματοποιούνταν ο 2ος κολυμβητικός γύρος της Θύμαινας ( ούτε καν ήξερα ότι είχαμε αυτό το νησί) 5,6 ναυτικά μίλια όλο κι όλο, από μαθητές και τους γυμναστές του σχολείου συνοδεία. Μετά από μέρες που έψαχνα να αγοράσω ένα τετραδιάκι να γράψω και δεν έβρισκα πουθενά (!) θα καταλάβαινα επακριβώς τη σημασία που παίζει στη ζωή των νησιωτών αυτό το παλιό φέρι, η Παναγιά η Θεοτόκος.
Κλικ.


Αφορμές για αυτό το ταξιδιωτικό ήταν η επιγραφή στην ελιά. Νοτισμένη. Μουχλιασμένη. Αφρόντιστη από χρόνια. Ξεχασμένη. Όπως και κάθε Δάσκαλος, που κατά καιρούς είχε να δώσει και όχι να πει
Η ενοχή  μου που ξέχασα τον Πυθαγόρα τον Σάμιο και αγνοώ τη χώρα μου απ΄άκρη σ΄άκρη. Η ελιά που 15 χρόνια τώρα δεν ξεπέρασε το 1,5 μ. Οι μαθητές που κάνουν φροντιστήρια το χειμώνα με τους ίδιους τους αναπληρωτές καθηγητές όλη την Β΄και Γ΄λυκείου αντί να τηρούν το Αναλυτικό Πρόγραμμα για την (ίση;) ευκαιρία στην 3/θμια εκπ/ση. Ο ρομαντισμός, το ιδεατό και η αξία που, όσο ενθουσιωδώς γεννιούνται τόσο άκαρδα αργοπεθαίνουν.
Όλα αυτά κλικ.


Είμαι ευγνώμων για  αυτό το οδοιπορικό. 

Το αφιερώνω σε κάθε Δάσκαλο, σε κάθε Ονειροπόλο. Το αφιερώνω και στην ταβέρνα του Νίκου και της Τζένης που (άκουσα πως) εκεί τρώνε δωρεάν το χειμώνα τα παιδιά όταν σχολάνε και πριν επιστρέψουν στο απέναντι νησί.

Οδοδείκτης με σκαλιστή ελιά δεν υπάρχει στο λιμάνι. Αναληθές. Ελαφρά αναληθές  και το στόρι Λίας και Αντνάν αλλά οι αστέριωτες αγάπες είναι έτσι κι αλλιώς ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Φτάνοντας τις 978 λέξεις αρχικά και σεβόμενη τους κανόνες  έπρεπε να το ακρωτηριάσω και χαίρομαι που εδώ το παραθέτω αυτούσιο. Γιατί αυτούσιο το αγάπησα όπως κι αυτό το νησιωτικό σύμπλεγμα που με έκανε να αναθεωρήσω πολλά.


Να πάτε κάποτε !!  όποτε ! Η ταβέρνα του Νίκου και της Τζένης είναι φοβερή !

υ.γ. Λυσιππάκι σ ΄ευχαριστώ που επέμενες να εκφράζομαι. Μαρία σε ευχαριστώ που με ξεκλείδωσες. Από τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι δεν έπιασα μολύβι για καιρό.