Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

Όταν σε τυλίγει το λευκό



Λευκό: χρώμα το οποίο έχει υψηλή φωτεινότητα, αλλά μηδενική απόχρωση. Πιο συγκεκριμένα, περιέχει όλα τα χρώματα στο ορατό φάσμα, μολονότι μερικές φορές περιγράφεται ως αχρωματικό χρώμα.

Ένα χρώμα που περικλείει μέσα του το αγνό τής αθωότητας, που είναι παραστάτης στις ανεξίτηλα ομορφότερες στιγμές μας. Πράγματι, θα μπορούσαμε να πούμε πως η χρωματική επισώρευση εντός του είναι γεγονός, ακόμη και σε μεταφορικά πλαίσια. Όμως, μια ατυχής στιγμή αρκεί για να τα πάρει όλα πίσω· ν’ απορροφήσει όλα αυτά τα χρώματα, αφήνοντας εντέλει ένα αχρωματικό κάδρο. Κοντολογίς, είναι ένα νόμισμα με δύο όψεις.

Λευκά τοιχώματα, λευκά σεντόνια, λευκός ιματισμός ασθενών και προσωπικού. Μια εικόνα που αρχίζει να σου σφίγγει ελαφρώς το στομάχι, αρχίζεις να μη νιώθεις καλά. Είναι η περίπτωση που η αντανάκλαση του λευκού αρχίζει να σ’ αρρωσταίνει αντί να σου προκαλεί αρμονικά συναισθήματα. Άνθρωποι συνεχώς στους διαδρόμους, σαν μέλισσες που δουλεύουν ακατάπαυστα μέσα σε κυψέλη, κι άνθρωποι ξαπλωμένοι σε κρεβάτια. Απ’ τη μια, πρόσωπα με σφιγμένα χαρακτηριστικά, που σπεύδουν για ανεκλάλητη παροχή. Απ’ την άλλη, πρόσωπα ρουφηγμένα και χωρίς μαλλιά, κορμιά καχεκτικά που μαίνονται σεισμό: ξερνούν ταλαιπωρία, συμπτώματα της αρρώστιας και παρενέργειες θεραπευτικής αγωγής. Φράσεις μετέωρες μεταξύ αγκομαχητών, που δεν μπορούν να παραμείνουν άλλο μέσα κι εξωτερικεύονται από χαραμάδες κλειστών σιαγόνων: «είναι νωρίς ακόμα για να πεθάνω», «μη με κοιτάς, δεν θέλω να με βλέπεις έτσι».

-«Αδελφή, είστε η καινούρια;» ακούγεται βιαστικά από μια παλαιότερη.

-«Ναι, σήμερα ξεκίνησα τη πρακτική μου» απάντησα ήδη ξέπνοα από τις εικόνες που πρόλαβαν να με βομβαρδίσουν και να μ’ αφήσουν ένα κινούμενο κουφάρι. «Με λένε Αγαθή» πρόσθεσα.

-«Προσπάθησε να δείχνεις ανεπηρέαστη, Αγαθή. Είναι ο χώρος και τέτοιες οι συνθήκες, που, άθελά μας, η συγκατάβαση μπορεί ν’ αποκτά προσβλητικές διαστάσεις.» μου είπε μειλίχια και συμβουλευτικά.

Προτίμησα ν’ ανταπαντήσω μ’ ένα χαμογελαστό νεύμα, προκειμένου να κρύψω την αμηχανία μου.

-«Παρατήρησα πως οι άνδρες έχουν τη συμπαράσταση των γυναικών τους, ενώ πολλές γυναίκες είναι μόνες τους» είπα αλλάζοντας τη κουβέντα.

-«Πολλές γυναίκες έρχονται με τις φίλες τους» είπε κοφτά κι έστρεψε τη ματιά της αλλού, αλλά πρόλαβα να πιάσω το σκοτείνιασμα στο βλέμμα της. «Αυτό ίσως να ‘ναι το λιγότερο, βλέποντας άλλους να πολεμάνε την αρρώστια τους μόνοι. Έπειτα απ’ τη σκληράδα της συνειδητοποίησης και την αδυναμία να μιλήσουν ανοιχτά γι’ αυτό που τους συμβαίνει, θα δεις πως όλοι στο τέλος παραδέχονται πως στο μαζί είναι η αξιοπρέπεια. Οπότε, ακόμη κι αν λείπει η συζυγική υποστήριξη, υπάρχει κείνη η ευλογία τής ακλόνητης παρουσίας, που ενδύεται τα ρούχα της φιλίας, και δεν θα πρέπει να υποτιμούμε τη δυναμική της.» πρόσθεσε χαμογελαστά και κίνησε να συνεχίσει τη δουλειά της, απαλείφοντας την αμηχανία απ’ το χαμόγελό μου αυτή τη φορά.



 Γι' άλλη μια φορά, το αγαπημένο μας παιχνίδι ολοκληρώθηκε, μετρώντας βλέμματα σε χρώματα έντονα, με παραστάτη τη φιλία και με ένα νόμισμα να δείχνει συγκινητικά χαρούμενες και στενάχωρες καταστάσεις. Το δικό μου νόμισμα έδειχνε τις στενάχωρες καταστάσεις. Αφορμή ήταν το ότι βρέθηκα μάρτυρας στο τι σημαίνει όταν σε τυλίγει το λευκό (ευτυχώς όχι στη περίπτωση του καρκίνου, που εκφράζει το κείμενό μου) και τη "μαρτυρία" κυρίας που ζει καταστάσεις εκ των έσω, εκφράζοντας τη διαπίστωση που θέλησα να υπογραμμίσω σοκαρισμένη: η γυναικεία συζυγική στήριξη που θεωρείται σχεδόν πάντα δεδομένη, ενώ η αντρική όχι και τόσο. Σε τέτοιες τραγικές καταστάσεις, που βρίσκεσαι πελαγωμένος και μετέωρος, πόσο σημαντικός φαίνεται ο άνθρωπος που στέκεται βράχος δίπλα σου; Θεωρώ πως είναι απ' τις περιπτώσεις που υμνείται η φιλία.

Θα ήθελα να πω κι από εδώ ένα μεγάλο μπράβο στη Μαρία Κανελλάκη, που πρώτευσε, χαρίζοντάς μας απλόχερα το γέλιο, στον Γιάννη και τις φίλες που ακολούθησαν, όπως και στην οικοδέσποινα, τη Μαρία, που διοργανώνει και φιλοξενεί ακούραστα το παιχνίδι που τόσο έχουμε αγαπήσει. 






Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Κυνηγητό


Κυνηγητό
του Vasko Popa 

 Κάποιοι δαγκώνουν κάποιους
Τους κόβουν χέρι ή πόδι ή οτιδήποτε
Στα δόντια το κρατάνε
Τρέχουνε έξαλλοι
Το θάβουνε στη γη
Ξεχύνονται οι άλλοι παντού
Οσφραίνονται ψάχνουν οσφραίνονται ψάχνουν
Όλη τη γη ξεσκάβουν
 Αν βρουν οι τυχεροί το χέρι τους
Είτε το πόδι τους είτε το οτιδήποτε
Είναι η σειρά τους να δαγκώσουν
Το παιχνίδι συνεχίζεται ζωηρά
Όσο υπάρχουν χέρια
Όσο υπάρχουν πόδια
Όσο υπάρχει οτιδήποτε

(μετφρ. Έλλη Σκοπετέα), εκδ. Κέρδος 1979
 
 
----------------------------------------------------------------------------------------------
 
 
Είναι απ' τα ποιήματα που είχα βρει τυχαία, κι έκτοτε γυρίζω, κατά καιρούς, να το διαβάσω ξανά. Όσες φορές και να το σαρώσουν τα μάτια μου, δεν παύω να θαυμάζω το πόσο σπουδαία και δυνατά χώρεσε το νόημα στην εικόνα τού "Κυνηγητού" - πόσο σπουδαία υπογραμμίζει κι αυτή την ανθρώπινη πλευρά, όταν «μυρίζεται αίμα». Πραγματικά, απ' τις λεκτικές χαραγματιές που ζηλεύω.
 
Το αφήνω εδώ, για όσους δεν το γνωρίζουν.  
 
 


Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2018

Μυθολογία: Το πουλί που έκλεψε τις νότες

24 Days Challenge: 'Μ'


Μυθολογία:
Το πουλί που έκλεψε τις νότες



Η αφήγηση θα μπορούσε να ξεκινήσει με τη φράση «μια φορά κι έναν καιρό...», μόνο που κάποιες φορές η ιστορία ξεφεύγει απ' τα πλαίσια του παραμυθιού, αφού διεκδικεί το πραγματικό που της έχει δώσει το μυαλό κι η φαντασία σου. Έτσι, αυτός ο τόπος, που θα περιγράψουμε, υπάρχει κι είναι ολοζώντανος, μόνο που είναι μακρινός κι αθέατος στα πολλά τ' ανθρώπινα μάτια.

Ο τόπος αυτός δεν είναι παρά η καρδιά τής Φύσης. Η παρουσία τού νερού είναι έντονη, και το κελάρυσμά του σε καλεί να το αφουγκραστείς. Το έντονο πράσινο στιλβώνει το γρασίδι και τα φυλλαράκια λουλουδιών και δένδρων. Όλη η εικόνα είναι ζωοδότρα, όπως είναι η φύση την άνοιξη, που αναγεννάται, μόνο που σ' αυτό το κομμάτι γης είναι το σύνηθες, είναι μία μόνιμη άνοιξη. 

Κι αυτό είναι αποτέλεσμα των κατοίκων αυτού του τόπου. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά όταν αποτελεί το κρησφύγετο τής ανθρωπόμορφης θεότητας που είναι συνυφασμένη με τη πανίδα, η προσωποποίηση της γενετικής δύναμης της ζωής· αυτού που γνωρίζουμε ως Παν. Άλλος ένας κάτοικος είναι ο Μαρσύας, ένας νέος που 'χει μεράκι τη μουσική κι είναι δεξιοτέχνης στον αυλό. Βγάζει τον αγέρα από μέσα του, και καθώς περνά μέσα απ' τις τρύπες τού αυλού αφήνονται νότες πανέμορφες κι υπέροχες μελωδίες. 

Ο Μαρσύας ήταν ο διασκεδαστής τού Πάνα, κι ήταν τόσο καλός που ο Παν είχε σταματήσει εδώ και καιρό να φέρνει μουζικάντηδες, για να τον συνοδεύουν στο κρασί και το γλέντι του. 

Οι μελωδίες του ήταν μαυλιστικές, που συχνά έκαναν τις νύμφες να εμφανίζονται, γοητευμένες απ' το παίξιμό του κι αφήνονταν να σιγομουρμουρούν μελωδίες, σαν απόκριση σε κείνες τού Μαρσύα.

Αυτό ήταν κάτι που εξόργισε τον Πάνα, μιας και τον άφηνε έκθετο της προσοχής τους, ιδίως της νύμφης που η ομορφιά της είχε κλέψει την καρδιά του, και την έλεγαν Σύριγγα. Έτσι, προτίμησε να τη καταδιώξει, αλλά δίχως αποτέλεσμα, αφού η Σύριγγα πρόλαβε να μεταμορφωθεί σε καλαμιά. Στη προσπάθειά του να ξεχωρίσει ποια ήταν, άρχισε να κόβει καλάμια διαφορετικού μεγέθους, φυσώντας στο εσωτερικό τους. Ο ήχος που βγήκε ήταν πανώριος, όσο θελκτική μπορεί να είναι η ωραιότητα που κρύβει το δραματικό στοιχείο, μες στη θλίψη του, κι αυτό δεν ήταν άλλο απ' το «κύκνειο άσμα» της νύμφης. Για χάρη της κόλλησε τ' ασύμμετρα καλάμια το ένα δίπλα στο άλλο, κι έδωσε σ' αυτό το μουσικό όργανο τ' όνομά της. 

Έτσι, ο Παν, βουτηγμένος στη στενοχώρια της απώλειάς του, προτιμούσε να περνά μοναχικά τις ώρες του, έχοντας ως παρέα την αγαπημένη του, που τώρα μπορούσε να κρατά στα χέρια του χωρίς να φοβάται πως θα τη χάσει από κοντά του. 

Ο Μαρσύας πλέον του φαινόταν άτεχνος, ακατάλληλος να εκτελεί συνθέσεις που μπορούν να τον εκφράσουν. Και, πράγματι, οι νότες τής αγαπημένης του είχαν κάτι το θεσπέσιο, θαρρείς εξωπραγματικό. Αφού κι οι νότες τώρα πια μπορούσαν να διαφαίνονται στο παίξιμό τους, τον κύκλωναν κι ήταν η παρέα του σ' αυτό το γλεντοκόπι, που ήταν κάτι σαν κάθαρση γι' αυτόν.

Όμως, ο Παν είχε φτιάξει έναν χαρακτήρα που κανείς δεν μπορούσε να υποφέρει. Ήταν αυταρχικός και κακότροπος με όλους. Ως εκδίκηση, ένα ολόμαυρο πουλί πέταξε, την ώρα που η Σύραγγα έβγαζε τις νότες της, κι άρπαξε με το ράμφος του τον αρχηγό, με αποτέλεσμα ν' ακολουθήσουν κι οι υπόλοιπες νότες, αφήνοντας βουβή την αγαπημένη στα χέρια του. 

Το κοράκι φτερούγισε στο κοντινότερο χωριό, ρίχνοντας τη νότα πάνω στα μελαχρινά μαλλιά μιας φτωχής κόρης. Τ' όνομά της ήταν Ραμόνα. Από τότε η Ραμόνα ήταν η καλλίφωνη του χωριού, και σωρεία μουζικάντηδων έσπευδε να τη συνοδεύει στις μπαλάντες της. Στο τέλος, δημιούργησε συγκρότημα, δίνοντάς του τ' όνομα «Ραμόνες», το οποίο έμελλε να κάνει μεγάλη επιτυχία και να μείνει αναλλοίωτα χαραγμένο για την αξία του στον χώρο τής μουσικής. 


Κι αυτό ήταν το δικό μου γλεντοκόπι,
ένα γλεντοκόπι φαντασίας μετά τη βοήθεια της μυθολογίας.


--------


To 24 Days Challenge είναι μια ιδέα-πρόκληση του mystickland. Πρωταγωνιστούν 24 γράμματα, 24 λέξεις σε 24 ημέρες. Μόνο που εγώ το υλοποιώ κάπως άναρχα στη σειρά των γραμμάτων και στις ημέρες πραγματοποίησής τους.   






Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

Τα φαντασματάκια



Τα φαντασματάκια 


Από μικρά έχουμε εξοικειωθεί με την ύπαρξη των φαντασμάτων. Είναι κείνο το έμφυτο χάρισμα, αυτό της φαντασίας, που μας βοηθά να εξερευνούμε νέους κόσμους κι εμπειρίες, δίχως να χρειάζονται απαραίτητα οι υπόλοιπες αισθήσεις μας. Έτσι, παίρνουν υπόσταση στον κόσμο μας ακόμη και τα φαντάσματα. Μπορεί να είναι μικρά ή/και μεγάλα, με ακαθόριστο ίσως σχήμα, ενώ το χρώμα τους είναι σκούρο, τις περισσότερες φορές μαύρο. Μπορούν να χωρούν παντού και να μας παρακολουθούν, αν το θέλουν, δίχως διάλειμμα. Οι αγαπημένες τους κρυψώνες είναι μέσα στη ντουλάπα, κάτω απ' το κρεβάτι ή να παραμονεύουν πίσω από γωνίες, ξεπροβάλλοντας ελαφρώς - ίσα να τα βλέπουμε και να μας κάνουν να τρομάζουμε, για να διασκεδάζουν. Το δικό μας άσυλο: ένα αναμμένο φωτάκι ή/και το χέρι τής μαμάς. Βέβαια, υπάρχουν και τα καλοκάγαθα φαντάσματα, οπότε αυτά θα τα λέμε με αγαπησιάρικο τόνο «φαντασματάκια». Τα φαντασματάκια είναι παντελώς άκακα πλάσματα. Έχουν πάντοτε ωραία μορφή, δεν μας κάνουν να κυριευόμαστε από φόβο, και ω, τι τύχη, είναι στα δικά μας μέτρα και σταθμά - έχουμε κοινό κανάλι επικοινωνίας, που λένε. Είναι δεκτικά, μας καταλαβαίνουν, θέλουν να περνούν τον χρόνο τους μαζί μας και δεν παραπονιούνται ποτέ γι' αυτό. Κι εμείς αισθανόμαστε όμορφα, τους αποκαλούμε φίλους. 

Μεγαλώνοντας η φαντασία μας αρχίζει ν' ατονεί, να φθίνει. Εάν δεν προσπαθήσουμε να τη καλλιεργήσουμε και να της δίνουμε τροφή, τότε αυτή πεθαίνει. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, μας αφήνει κάποιες γνώριμες υπάρξεις απ' το παρελθόν, τα φαντάσματα. Τώρα πια δεν τους αρέσει να κρύβονται σε ντουλάπες, κάτω από κρεβάτια και γωνίες. Έχουν μεγαλώσει κι αυτά μαζί μας, κι έτσι έχουν μάθει κι αυτά καλύτερα: η καλύτερη κρυψώνα είναι μέσα μας. Εάν καταφέρουν να μας πιάσουν σε στιγμή αδυναμίας και μας ξεγελάσουν, πάει, αυτό ήταν, δεν μπορούμε να τα ξεφορτωθούμε εύκολα, και, μάλιστα, καθώς βρίσκονται μέσα μας μπορούν να μας κουμαντάρουν αποτελεσματικότερα από πριν. Τώρα το φωτάκι είναι άχρηστο κι εμείς πολύ μεγάλοι για να ζητήσουμε μία αγκαλιά ή να κρατήσουμε ένα χέρι. Έτσι, κηρύσσεται πόλεμος που κρίνεται στις λεπτομέρειες. Και δεν είναι πια εδώ και τα φαντασματάκια, να μας βοηθήσουν. Βρίσκονται θαμμένα δίπλα απ' τη φαντασία. 

Μη ξεχνάμε, όμως, πως τα φαντασματάκια έχουν καλή ψυχή. Μπορεί να έχουν πάψει να βρίσκονται κοντά μας, αλλά έχουν στείλει διαφορετικά φαντασματάκια στη θέση τους. Η κενή θέση που άφησαν γεμίζει, και μαζί μ' αυτή γεμίζει και το μέσα μας ξανά. Αυτή τη φορά δεν τους δίνουμε εμείς ονόματα, έχουν δικά τους. Μπορούν να έχουν οποιοδήποτε όνομα. Ονόματα που μέχρι πριν μπορεί να μας φαίνονταν αδιάφορα, αλλά μέσα απ' τα φαντασματάκια αποκτούν δικό τους χαρακτήρα, τ' αγαπάμε αυτά τα ονόματα. Όπως και τα προηγούμενα φαντασματάκια, έτσι κι αυτά, είναι εκεί για εμάς, ταιριάζουμε μαζί τους και μας κάνουν να χαμογελάμε. Μπορεί να μη κάθονται στη διπλανή μας θέση, αλλά νιώθουμε τη ζεστασιά τους. Ίσως κάποτε αυτά τα φαντασματάκια αποκτούν σχήμα, ξεκάθαρα χαρακτηριστικά και μπορούμε να τ' αγγίξουμε με τ' ακροδάχτυλά μας, να τ' αγκαλιάσουμε δυνατά ως ένα σθεναρό ευχαριστώ για τις στιγμές που ήταν κοντά μας, ακόμη κι αν δεν μπορούσαμε να τα δούμε με τα μάτια μας. Τότε η ευτυχία χωρά σε στιγμές που δεν χωρούν σε λέξεις, όταν βλέπουμε πως το φαντασματάκι μας είναι το ίδιο από κοντά και δεν αλλάζει τίποτα στην επικοινωνία και τα συναισθήματά μας - μη πούμε πως τώρα το αγαπάμε ακόμη περισσότερο, δηλαδή. Μ' αυτά στο πλάι μας ίσως καταφέρουμε να πολεμήσουμε πίσω και τα φαντάσματα· τα φαντασματάκια μας είναι πολεμοφόδια, μας χαρίζουν τα πολεμοφόδια. 




 
Η ανάρτηση αφιερώνεται στις διαδικτυακές φιλίες (ή ακόμη και στους έρωτες που βρήκαν γόνιμο έδαφος και πέταξαν βλαστό κατ' αυτόν τον τρόπο), σ' αυτά τα φαντασματάκια, που μπορεί να αντίκρυσαν τα δικά μας μάτια κι εμείς τα δικά τους, αλλά και στα φαντασματάκια που μπορεί να παραμένουν ακόμα "άυλα", χωρίς ωστόσο αυτό να τα έχει εμποδίσει να παραμένουν κοντά μας. 

Αφιερώνεται στα δικά μου φαντασματάκια που κατάφεραν και πήραν μορφή, τη Κατερίνα και τη paloma, με την τελευταία που, λόγω συνθηκών, να παίρνει την υλική της εμφάνιση πιο συχνά και τα λέμε από κοντά. Αυτό το φαντασματάκι-παλομιτάκι, που δεν μιλούσαμε συχνά και δεν είχαμε στενότερη επικοινωνία, χωρίς να στερείται εκτίμησης, και που η αρχική συνάντηση ήταν καταλύτης για να υπάρξουν κι επόμενες, στις οποίες η εκτίμηση έγινε ακόμα ισχυρότερη κι εμπλουτίστηκε και με άλλα συναισθήματα. 

Στα φαντασματάκια μας, λοιπόν! 
Cheers!