Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Friends. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Friends. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

Στη μισοσκότεινη σοφίτα

     


          Μια φορά κι έναν καιρό, κοντινό ή μακρινό, σε μια σοφίτα, ακούστηκε ο ήχος τού κλειδιού να γυρίζει στην κλειδαριά. Η πόρτα μισάνοιξε και δειλά βήματα ακούστηκαν στον μισοσκότεινο χώρο τής σοφίτας.
          Σύρθηκε το καπάκι από ένα μεταλλικό κουτί κι ένας γδούπος ακολούθησε, ενώ το καπάκι γύρισε πάλι στη θέση του.
          Τα βήματα ξεμάκρυναν, η πόρτα έκλεισε και γύρισαν όλα στην πρότερη ηρεμία τους.
-«Ωχ, με σακατέψανε» ακούστηκε μια φωνή.
-«Είσαι καλά;» ρώτησε χαμηλόφωνα και ντροπαλά. «Με λένε Κλημεντίνη» συνέχισε σε φιλικό τόνο ένα μολυβάκι μια σταλιά.
-«Χάρηκα, Κλημεντίνη. Καλά είμαι, δεν χτύπησα» είπε απογοητευμένο το στυλό. «Κοίταξε το σώμα μου... Χρόνια ολόκληρα με είχε η κυρά μου το δεξί της χέρι. Θες απ' τα τόσα χρόνια χρήσης; Θες ότι δεν με προσέχανε κι έπεφτα κάτω; Γέμισα γρατζουνιές» είπε κι έτεινε το κορμί του στο πιο φωτεινό κομμάτι τού κουτιού για να το προσέξει καλύτερα η Κλημεντίνη. «Τόσα χρόνια υπηρεσίας κι αυτό είναι το ευχαριστώ; Να με πετάξουν σε ένα σκονισμένο κουτί και να με ξεχάσουν;» το έπνιξε το παράπονο, το στυλό.
-«Μη στενοχωριέσαι» προσπάθησε να γλυκάνει το στυλό η Κλημεντίνη. «Ωραία περνάμε κι εμείς εδώ, δεν θα είσαι μόνο σου. Η εξωτερική εμφάνιση δεν μετράει, στέκεις ακόμα ευθυτενές κι είσαι ακόμα χρήσιμο» πρόσθεσε με μια φιλική σπρωξιά δείχνοντάς του την στάθμη απ' το μελάνι του.
-«Εδώ τι θα κάνω; Εγώ έστεκα περήφανο στη μολυβοθήκη μου. Ένιωθα χρήσιμο... Έχω χαράξει σειρές ολόκληρες, ωκεανό λέξεων με τόσα συναισθήματα μέσα τους. Λόγια ερωτικά που στάζανε πόθο, λόγια γεμάτα αγάπη για φίλους και μακρυνούς συγγενείς. Ήμουν χρήσιμο για την υπενθύμιση στα ημερήσια ψώνια τού σπιτιού [...]»
-«Κι εδώ χρήσιμος θα είσαι. Δεν είναι χρήσιμη η συντροφιά σου σ' εμάς; Θ' ανταλλάξουμε εμπειρίες ετών, τα όνειρά μας, τ' απωθημένα μας... Άσε που εάν θέλεις μπορείς να γεμίζεις τις εναπομείνασες σελίδες των τετραδίων και των μπλοκ εδώ πάνω» τον διέκοψε με το πιο δελεαστικό της ύφος.
          Το στυλό χαμογέλασε προσπαθώντας να μη δείξει την πικρία μέσα του.
          Έτσι, ο καιρός περνούσε. Όλα τα κλεισμένα αντικείμενα της σοφίτας είχαν αναπτύξει μια σχέση αδελφική μεταξύ τους. Ακόμα και το στυλό ήταν χαρωπό, καίτοι πού και πού το έπιανε το παράπονο αναπολώντας το ένδοξο παρελθόν του, χωρίς να το δείχνει στους υπόλοιπους. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά όποτε άνοιγε η πόρτα τής σοφίτας αλλά κανείς δεν έλεγε να του δώσει σημασία.
         Ένα πρωινό η κλειδαριά έτριξε πάλι. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα και παιδικά ποδαράκια προχωρούσαν δειλά δειλά προς τα μέσα. Ένας ήχος όλο θαυμασμό ξεπήδησε απ' τα χείλη του, ενόσω τα παιδικά μάτια γέμιζαν απ' τον άλλοτε θησαυρό που κοιμόταν στα βάθη τής σοφίτας μες στην σκόνη.
         Κούτες αρχίνισαν ν' ανοίγουν, πράγματα χτυπούσαν μεταξύ τους στην προσπάθειά του να δει γρήγορα περί τίνος πρόκειται σε κάθε κούτα.
Το πόδι σκόνταψε σε ένα μεταλλικό κουτί.
-«Πρόσεξε μην χτυπήσεις, Ελενίτσα» ακούστηκε η φωνή τής γιαγιάς που επιτηρούσε αδιαλείπτως την εγγονή της.
-«Τι έχει εδώ μέσα, γιαγιά;" είπε η Ελενίτσα δείχνοντας το μεταλλικό κουτί στα πόδια της.         
          Και, χωρίς να περιμένει, έκανε πιο πέρα το καπάκι του για να αποκαλυφθούν τα τιμαλφή του.
          Το στυλό, αν και γρατζουνισμένο και ταλαιπωρημένο, έλαμψε στις αχτίδες τού ήλιου που έπεσαν πάνω του.
          Η Ελένη το πήρε στα χέρια της και το σήκωσε ψηλά για να το δει καλύτερα.
          Το στυλό άρχισε να ξεφωνίζει ενθουσιασμένα, σαν παιδί σε παιδική χαρά.
-«Κλημεντίνη, αυτή είναι η ευκαιρία μου να φύγω από 'δω μέσα» γύρισε να κοιτάξει με μάτια που έλαμπαν από χαρά την φίλη του.
          Το μικρό κορίτσι στριφογύριζε το στυλό στα χέρια της κοιτώντας το πότε από τη μια και πότε από την άλλη. Τα δάχτυλά της σέρνονταν πάνω του, και μόνο τα δικά της δάχτυλα μπόρεσαν να αισθανθούν το ανάγλυφο όνομα πάνω στο εκτεθειμένο του κορμί. «Airis τ' όνομά του, γιαγιά» είπε με μια ανάσα η μικρή.
-«Τόσα μολύβια, στυλό και μαρκαδόρους έχεις στο δωμάτιό σου, βρε κορίτσι μου. Τι το θες αυτό; Δεν είναι σε καλή κατάσταση, άσ' το πάλι μέσα» την πρόετρψε η γιαγιά της.
-«Όχι, εγώ το θέλω» ανταπάντησε πεισματικά η μικρή Ελένη. «Οι γρατζουνιές είναι που του δίνουν αξία και το θέλω. Σημαίνουν πως κάποτε ήταν χρήσιμο κι εξυπηρετούσε ακούραστα για πολύ καιρό, είχε ιδιαίτερο δέσιμο μ' αυτόν που το είχε, γι' αυτό είναι πολλές κι οι γρατζουνιές".
         Το στυλό έβαλε τα κλάματα. Επιτέλους, κάποιος μπόρεσε να δει τ' όνομά του και ν' αναγνωρίσει την πραγματική του αξία. Κείνη τη στιγμή ξαναένιωσε ευτυχισμένο!

 〣〣〣〣〣〣〣〣〣〣〣〣〣〣〣〣

Αυτό το κειμενάκι γράφτηκε πριν κάμποσες ημέρες και στάλθηκε στην Αριστέα, 
για συγκεκριμένο λόγο, και σήμερα ανασύρεται, στολίζεται με κορδέλα και τοποθετείται
 σε περίοπτη θέση για να κάνουν πιο ιδιαίτερα τα γενέθλιά της. 

Ας ενώσουμε όλοι μαζί τις ευχές μας και την αγάπη μας για εκείνη, 
να της κάνουμε ακόμα ομορφότερη την ημέρα της, λοιπόν. 

Σας την παραδίδω! ღ


Αριστέα, παρασκευάστηκε με αγνά, υγιεινά υλικά. 
Θα το φας! 
Δεν μ' έφαγε τζάμπα η κουζίνα για να σου το ετοιμάσω. 






Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

Τα φαντασματάκια



Τα φαντασματάκια 


Από μικρά έχουμε εξοικειωθεί με την ύπαρξη των φαντασμάτων. Είναι κείνο το έμφυτο χάρισμα, αυτό της φαντασίας, που μας βοηθά να εξερευνούμε νέους κόσμους κι εμπειρίες, δίχως να χρειάζονται απαραίτητα οι υπόλοιπες αισθήσεις μας. Έτσι, παίρνουν υπόσταση στον κόσμο μας ακόμη και τα φαντάσματα. Μπορεί να είναι μικρά ή/και μεγάλα, με ακαθόριστο ίσως σχήμα, ενώ το χρώμα τους είναι σκούρο, τις περισσότερες φορές μαύρο. Μπορούν να χωρούν παντού και να μας παρακολουθούν, αν το θέλουν, δίχως διάλειμμα. Οι αγαπημένες τους κρυψώνες είναι μέσα στη ντουλάπα, κάτω απ' το κρεβάτι ή να παραμονεύουν πίσω από γωνίες, ξεπροβάλλοντας ελαφρώς - ίσα να τα βλέπουμε και να μας κάνουν να τρομάζουμε, για να διασκεδάζουν. Το δικό μας άσυλο: ένα αναμμένο φωτάκι ή/και το χέρι τής μαμάς. Βέβαια, υπάρχουν και τα καλοκάγαθα φαντάσματα, οπότε αυτά θα τα λέμε με αγαπησιάρικο τόνο «φαντασματάκια». Τα φαντασματάκια είναι παντελώς άκακα πλάσματα. Έχουν πάντοτε ωραία μορφή, δεν μας κάνουν να κυριευόμαστε από φόβο, και ω, τι τύχη, είναι στα δικά μας μέτρα και σταθμά - έχουμε κοινό κανάλι επικοινωνίας, που λένε. Είναι δεκτικά, μας καταλαβαίνουν, θέλουν να περνούν τον χρόνο τους μαζί μας και δεν παραπονιούνται ποτέ γι' αυτό. Κι εμείς αισθανόμαστε όμορφα, τους αποκαλούμε φίλους. 

Μεγαλώνοντας η φαντασία μας αρχίζει ν' ατονεί, να φθίνει. Εάν δεν προσπαθήσουμε να τη καλλιεργήσουμε και να της δίνουμε τροφή, τότε αυτή πεθαίνει. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, μας αφήνει κάποιες γνώριμες υπάρξεις απ' το παρελθόν, τα φαντάσματα. Τώρα πια δεν τους αρέσει να κρύβονται σε ντουλάπες, κάτω από κρεβάτια και γωνίες. Έχουν μεγαλώσει κι αυτά μαζί μας, κι έτσι έχουν μάθει κι αυτά καλύτερα: η καλύτερη κρυψώνα είναι μέσα μας. Εάν καταφέρουν να μας πιάσουν σε στιγμή αδυναμίας και μας ξεγελάσουν, πάει, αυτό ήταν, δεν μπορούμε να τα ξεφορτωθούμε εύκολα, και, μάλιστα, καθώς βρίσκονται μέσα μας μπορούν να μας κουμαντάρουν αποτελεσματικότερα από πριν. Τώρα το φωτάκι είναι άχρηστο κι εμείς πολύ μεγάλοι για να ζητήσουμε μία αγκαλιά ή να κρατήσουμε ένα χέρι. Έτσι, κηρύσσεται πόλεμος που κρίνεται στις λεπτομέρειες. Και δεν είναι πια εδώ και τα φαντασματάκια, να μας βοηθήσουν. Βρίσκονται θαμμένα δίπλα απ' τη φαντασία. 

Μη ξεχνάμε, όμως, πως τα φαντασματάκια έχουν καλή ψυχή. Μπορεί να έχουν πάψει να βρίσκονται κοντά μας, αλλά έχουν στείλει διαφορετικά φαντασματάκια στη θέση τους. Η κενή θέση που άφησαν γεμίζει, και μαζί μ' αυτή γεμίζει και το μέσα μας ξανά. Αυτή τη φορά δεν τους δίνουμε εμείς ονόματα, έχουν δικά τους. Μπορούν να έχουν οποιοδήποτε όνομα. Ονόματα που μέχρι πριν μπορεί να μας φαίνονταν αδιάφορα, αλλά μέσα απ' τα φαντασματάκια αποκτούν δικό τους χαρακτήρα, τ' αγαπάμε αυτά τα ονόματα. Όπως και τα προηγούμενα φαντασματάκια, έτσι κι αυτά, είναι εκεί για εμάς, ταιριάζουμε μαζί τους και μας κάνουν να χαμογελάμε. Μπορεί να μη κάθονται στη διπλανή μας θέση, αλλά νιώθουμε τη ζεστασιά τους. Ίσως κάποτε αυτά τα φαντασματάκια αποκτούν σχήμα, ξεκάθαρα χαρακτηριστικά και μπορούμε να τ' αγγίξουμε με τ' ακροδάχτυλά μας, να τ' αγκαλιάσουμε δυνατά ως ένα σθεναρό ευχαριστώ για τις στιγμές που ήταν κοντά μας, ακόμη κι αν δεν μπορούσαμε να τα δούμε με τα μάτια μας. Τότε η ευτυχία χωρά σε στιγμές που δεν χωρούν σε λέξεις, όταν βλέπουμε πως το φαντασματάκι μας είναι το ίδιο από κοντά και δεν αλλάζει τίποτα στην επικοινωνία και τα συναισθήματά μας - μη πούμε πως τώρα το αγαπάμε ακόμη περισσότερο, δηλαδή. Μ' αυτά στο πλάι μας ίσως καταφέρουμε να πολεμήσουμε πίσω και τα φαντάσματα· τα φαντασματάκια μας είναι πολεμοφόδια, μας χαρίζουν τα πολεμοφόδια. 




 
Η ανάρτηση αφιερώνεται στις διαδικτυακές φιλίες (ή ακόμη και στους έρωτες που βρήκαν γόνιμο έδαφος και πέταξαν βλαστό κατ' αυτόν τον τρόπο), σ' αυτά τα φαντασματάκια, που μπορεί να αντίκρυσαν τα δικά μας μάτια κι εμείς τα δικά τους, αλλά και στα φαντασματάκια που μπορεί να παραμένουν ακόμα "άυλα", χωρίς ωστόσο αυτό να τα έχει εμποδίσει να παραμένουν κοντά μας. 

Αφιερώνεται στα δικά μου φαντασματάκια που κατάφεραν και πήραν μορφή, τη Κατερίνα και τη paloma, με την τελευταία που, λόγω συνθηκών, να παίρνει την υλική της εμφάνιση πιο συχνά και τα λέμε από κοντά. Αυτό το φαντασματάκι-παλομιτάκι, που δεν μιλούσαμε συχνά και δεν είχαμε στενότερη επικοινωνία, χωρίς να στερείται εκτίμησης, και που η αρχική συνάντηση ήταν καταλύτης για να υπάρξουν κι επόμενες, στις οποίες η εκτίμηση έγινε ακόμα ισχυρότερη κι εμπλουτίστηκε και με άλλα συναισθήματα. 

Στα φαντασματάκια μας, λοιπόν! 
Cheers!

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Οι αγκαλιές τουλίπες κόκκινες



Ήταν σαν το φθινόπωρο μελαγχολική
και κάτω απ' τη βροχή κρυμμένη. 
Μα η φωνή της ηχούσε βαθιά μελωδική
...γιατί "η συμπόνια δεν χρειάζεται, να μένει". 

Τα πόδια της πρησμένα και ξυπόλητα
πολλά χιλιόμετρα μετρήσαν.
"Κουράστηκα, οι λέξεις δεν μου ταιριάζουν απόλυτα
ούτε τα κενά γεμίσαν".

Ένα παιδί πλησίασε, της έδωσε κόκκινο λουλούδι
όμορφο και γλυκό σαν το πιο υπέροχο τραγούδι.
Οι αγκαλιές 'σμίξαν δυνατές - με αποχρώσεις ρόδινες
και γίναν οι αγκαλιές δυο τουλίπες κόκκινες.  



Σε μια φατσούλα...
που περνάει δύσκολα

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Το αθέατο δάσος

Ήταν βράδυ, αργά, κι ο ουρανός έριχνε πεφτάστερα, όταν τελείωσα την κατασκευή της σχεδίας μου, την έριξα στο νερό και το άφησα να με παρασύρει. Αεράκι δροσερό να μ' αγκαλιάζει και να αερίζει τα πιο αμπαρωμένα δωμάτια της ψυχής μου, και τα πεφτάστερα στολίδια στα μαλλιά μου. Οι ήχοι της φύσης ο πιο γλυκόφωνος ψίθυρος, που έχει τη δυνατότητα να με μεταφέρει στο πάλλευκο μέρος, όπου δεν έχουν μέρος οι πολλοί. Εκεί που όσο αφήνεσαι και συνηθίζει το μάτι σου το λευκό, βυθίζεσαι και καθηλώνεσαι μέσα στο όνειρο, και σε κατακλύζουν χαρούμενα χρώματα.

Διέσχισα μια ικανή απόσταση, φτάνοντας βαθιά, κι ακούμπησα σ' ένα δέντρο να ξαποστάσω. Τότε ήταν που άκουσα το κελάρυσμα από κάποιον νερόμυλο και το βλέμμα μου τράβηξαν και μαγνήτισαν κάποιες καταυγαζόμενες άυλες μορφές, που παιχνίδιζαν χαχανίζοντας πάνω και γύρω απ' τον νερόμυλο. Κάποια απ' τα παραμυθένια πλάσματα έδειχναν πως είχαν κουραστεί απ' το παιχνίδι, και πήραν να απομακρύνονται απ' όλα τα υπόλοιπα. Ευθύς αμέσως τα πήρα στο κατόπι κι οδηγήθηκα σε πάμφωτο μέρος, στην καρδιά του μαγευτικού αθέατου δάσους, όπου παρευρίσκονταν χιλιάδες ξωτικά και νεράιδες, δουλεύοντας ακατάπαυστα.

Ήμουν τόσο εκστασιασμένη που δεν είχα καταλάβει ότι είχαν πάρει πρέφα την παρουσία μου. Πίσω μου στέκονταν ένα ξωτικό. Με ακούμπησε απαλά στον ώμο, ψιθυρίζοντάς μου να μη φοβάμαι. Άιρις με λένε, μου είπε χαμογελώντας. Κι αυτό είναι από μένα, πρόσθεσε. Και καθώς μου το έδινε κάτι είπε στην ξωτικογλώσσα, και με γέμισε χρυσόσκονη κι ασημόσκονη.

Βρέθηκα πάλι στη σχεδία μου, προσπαθώντας να καταλάβω αν όλο αυτό ήταν αυταπάτη, παιχνίδι της φαντασίας μου. Δίπλα μου βρισκόταν τώρα ένα ζωγραφισμένο ξύλινο κουτί, που το κοσμούσαν λουλούδια, πεταλούδες και νεράιδες. Το άνοιξα, πάνω στο φούξια χαρτί ήταν μια λαμπάδα. Στολισμένη τοιουτοτρόπως.

Και μαζί με τον ήχο τού νερού αντιλαλούσαν και τα λόγια του Σαίξπηρ στο μυαλό μου: "Οι άνθρωποι που έχουν να πουν πολλά μεταχειρίζονται λίγα". 

Αφιερωμένο πού αλλού; 
Στο αριστάκι, το μικρό ξωτικό μου.



Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Το Καρουζέλ της Φιλίας

24 Days Challenge: 'Κ'   

Το Καρουζέλ της Φιλίας


Κάποτε μου είχαν πει ένα παραμύθι,
ότι η Φιλία υπάρχει και ζει σ' αυτόν τον πλανήτη. 
Τα λόγια αυτά θυμάμαι κάθε βράδυ
και τα στεριώνω στα τυφλά μες στο σκοτάδι.
Τα μάτια κλείνουν κι αφήνονται αγκαλιασμένα στη σιωπή.
Βλέπουν χρώματα 
πορτοκαλί, μπλε, λευκό, φούξια, κόκκινο και πράσινο
και φτιάχνουν καρουζέλ.  
Δάχτυλα το κουρδίζουν, κι αίφνης τα πάντα στριφογυρνούν. 
Μουσική αφήνουν να ηχεί, ψυχή ονείρου,
που υφαίνει τη μορφή σου και στριφογυρίζομαι μαζί σου. 
 Ισοβίτισσα ιππεύτρια και μάγισσα κανονική. 
Με μάγεμα τ' άλογα ξυπνάς
και καλπάζουμε με στοιχειά δροσάτα. 

Και μια σου κουβέντα παστρική, γλυκιά ανατριχίλα, 
που την κρατώ φυλαχτό και την κάνω πυξίδα.  
Γραφίδα γίνεται και μου ορμηνεύει
πως Φιλία θα πει μολύβι που γράφει ιστορία, 
μουρμούρα, μουγκρητό τού φαντασιοκοπήματος.  
Θα πει παιχνίδι μέσα σε λέξεις, πράξεις και στιγμές, 
που πλέκουν χιλιάδες πολύχρωμες κλωστές. 
Κι όταν ο άλλος με πυροφάνι ψαρεύει δάκρυα
αυτή ξέρει να γίνεται ηλίου αχτίδα 
και να σβήνει το λιόγερμα της ψυχής. 
Θα πει τραγούδι κι ονείρου ξόδεμα. 

 Στο κοκκινάκι μου



Κι όταν νιώθεις χαμένος,
το Καρουζέλ θα σου δείχνει τον δρόμο!



----------
 
To 24 Days Challenge είναι μια ιδέα-πρόκληση του mystickland. Πρωταγωνιστούν 24 γράμματα, 24 λέξεις σε 24 ημέρες. Μόνο που εγώ το υλοποιώ κάπως άναρχα στη σειρά των γραμμάτων και στις ημέρες πραγματοποίησής τους.  




Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Στα βήματα του τανγκό



Χέρια σφιχτοπλεγμένα και κορμιά που έρχονται κοντά, ηλεκτρισμένα, αφιονισμένα και μεθυσμένα απ' την μουσική. Βλέμματα μπλεγμένα, που πότε προκαλούν κι απειλούν, και πότε κάνουν πίσω κι επιστρέφουν με περισσότερη ένταση. Κορμιά ενωμένα, που στροβιλίζονται σε μία έκρηξη ξέφρενου πάθους και δύναμης.

Τα βήματά σου γρήγορα, κοφτά, δυναμικά, ευέλικτα με άψογα σταματήματα. Να είναι γρήγορα κι αποφασιστικά, προς τα εμπρός, στην αγάπη και την ευτυχία. Πλαγιαστά, σα να βγάζουν γλώσσα, στη λύπη, και να συνεχίζουν προς την κορύφωση της υπομονής και του θάρρους, όχι της λιποψυχίας.



Για το Μιραντάκι, που έχει σήμερα τα γενέθλιά του. :)

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Τα μεγάλα μπάρκα

Η ίδια ώρα βρήκε τον κυρ-Χρήστο στο γνωστό μέρος, να διαβάζει εφημερίδα στο αγαπημένο του παγκάκι. Βλέπεις, είχε βαρεθεί το καφενείο. Οι ίδιες μαύρες συζητήσεις, οι ίδιοι φανατισμοί. Δεν μπορούσε άλλο, είχε κουραστεί.

Τώρα που είχε φτιάξει ο καιρός, προτιμούσε να πηγαίνει στο πάρκο. Να απολαμβάνει την ηρεμία τού πράσινου και να κλέβει λίγη χαρά κι αθωότητα απ' τα παιδιά που έπαιζαν ανέμελα τριγύρω, θαρρείς και μπορούσαν να παγώσουν τον χρόνο και να απομονωθούν στον δικό τους πλασμένο μικρόκοσμο, όπου δεν είχαν χώρο οι μεγάλοι.

Απ' το διάβασμα τον διέκοψε ένα αγοράκι, ίσαμε 7 χρονώ, που κρατούσε κάτι κρυμμένο στις χούφτες του.

-"Γεια σου!!" χαιρέτησε ντροπαλά τον κυρ-Χρήστο.
Ο κυρ-Χρήστος σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε χαμογελώντας τον πιτσιρικά.
-"Τι κρατάς κρυμμένο εκεί;" τον ρώτησε. 
Ο μικρός τον πλησίασε περισσότερο, κι άφησε τον "κρυμμένο θησαυρό" στα πόδια του κυρ-Αντώνη.
Ο κυρ-Αντώνης το πήρε στα χέρια του. Ήταν μια γυάλινη σφαίρα, απ' αυτές με τις "νιφάδες". Στο κέντρο του ήταν ένα καράβι. Ευθύς αμέσως την κούνησε, κι αφέθηκε να κοιτάζει το σύντομο & ξέγνοιαστο χορευτικό ταξίδι των λαμπερών και πολύχρωμων νιφάδων γύρω απ' το καράβι, ώσπου έφταναν στον πάτο της σφαίρας και περίμεναν καρτερικά να την ξανακουνήσει και να βγουν και πάλι στο ταξίδι.

Και μέσα απ' το δικό τους ταξίδι, ταξίδεψε κι αυτός. Σε δικά του μέρη, σε μέρη που είχε περπατήσει και τρυγήσει.

Η σκέψη του έμεινε περισσότερο στις φορές που έπαιρνε την βάρκα του, με την κόρη του, κι έβγαινε στ' ανοιχτά για ψάρεμα. Αχ, αυτή η βάρκα! Λειτουργούσε σα σωτήρια λέμβος, σα κλειδί που ξεκλείδωνε το κλουβί της ρουτίνας και του ξεδίπλωνε μια άλλη πραγματικότητα. Μια απέραντη ομορφιά, που τον μεθούσε. Τον ανατροφοδοτούσε και του έδινε ζωή και τόλμη, να συνεχίσει. Τον έκανε να αισθάνεται παντοδύναμος, αγγίζοντας την αθανασία αυτού του μεγαλείου. Μια ιεροτελεστία, που δεν την διέκοπτε η ιερόσυλη λέξη. Τότε μιλούσαν μόνο τα μάτια, και τα χείλη με το χαμόγελό τους.

Τις σκέψεις του διέκοψε ο πιτσιρικάς, που τον επανέφερε στην πραγματικότητα, λέγοντάς του πως αν ήθελε μπορούσε να την κρατήσει.

-"Μεγάλο το δώρο σου, σ' ευχαριστώ." του απάντησε συγκινημένος. "Στη ζωή σου να είσαι πάντοτε άξιος καπετάνιος, και να θυμάσαι πως μέσα μας ζουν τα μπάρκα τα μεγάλα."

 Αφιερωμένο στην Φίλη μου, μαζί μ' αυτό




Η πρώτη μου συμμετοχή στο παιχνίδι της Φλώρας μας "Παίζοντας με τις λέξεις" (2ο παιχνίδι του 2ου κύκλου), κι όπως προείπα η συμμετοχή μου είναι αφιερωμένη σε μια καλή μου Φίλη, η οποία έχει μοιραστεί διάφορα κομμάτια της μαζί μου, τα οποία γέννησαν ψηφίδες, που βρήκαν μόνες τους την θέση τους. 

Φλώρα μου, σου δίνω κι από εδώ τα συγχαρητήρια και τα ευχαριστώ μου, για την διοργάνωση και την διεκπεραίωση του παιχνιδιού. Να είσαι καλά!


Να και το κυπελλάκι της συμμετοχής! :)

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Αναμνήσεις με γεύση παιδικότητας

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι. Η Ανθούλα. Δεν ήταν πολύ μεγάλη, ίσα που είχε ξεκινήσει να πηγαίνει σχολείο, με κάτι μέρες καθυστέρηση.

Ακόμα θυμάται την πρώτη της μέρα εκεί. Καινούριος χώρος, καινούρια παιδιά. Στα παιδικά της μάτια φαινόταν βουνό, κι είχε μια συστολή μέσα της. Παρόλα αυτά δεν το έβαλε κάτω. Πήγαινε με όλη της την καλή διάθεση. Πρόσεχε τους δασκάλους της, μιλούσε με τα υπόλοιπα παιδιά. Καίτοι δεν είχε αναπτύξει ακόμα φιλίες. Ήταν στο στάδιο "Γεια. Όλα καλά;".

Οι μέρες περνούσαν. Είχε χτυπήσει για διάλειμμα κι όλα τα παιδιά ξεχύνονταν στην αυλή, για να παίξουν κυνηγητό, μήλα, τρίλιζα και άλλα παιχνίδια. Έτσι όπως άνοιγαν την πόρτα και κατέβαιναν ξεφωνίζοντας όλο χαρά, θα μπορούσε να τα παρομοιάσει κανείς με τις πεταλούδες, που ξεχύνονται αμέσως έξω, απ' το βάζο που τις έχεις κλεισμένες, και θαρρείς πως με το πέταγμά τους, το τόσο γρήγορο, ντελικάτο και γεμάτο δυναμισμό, σου φωνάζουν πως είναι φτιαγμένες για έξω. Για την λευτεριά. Έτσι ήταν και η "φυγή" των παιδιών απ' τις τάξεις. Σαν της πεταλούδας. "Αφήστε μας να παίξουμε, μην μας τυραννάτε με αυτά τα βαρετά κι ακαταλαβίστικα".

Η αυλή ήταν γεμάτη από παρέες και πηγαδάκια. Άλλες μεγάλες, άλλες μικρότερες... αποτελούμενες από πέντε, ή και δυο-τριών ατόμων.

Η Ανθούλα κοντοστάθηκε σε μια ακρούλα και κοιτούσε τα υπόλοιπα παιδιά που έπαιζαν, κελαηδώντας σαν καρδερίνες, γεμάτα γέλιο και χαρά.

"Θες να παίξεις μαζί μας;" ακούστηκε μια διστακτική φωνούλα. Κι ήταν η φωνή της Ζαχαρούλας, που προέτρεπε την Ανθούλα να ενταχθεί στην μικρή παρέα της.

"Αμέ" της ανταπάντησε η Ανθούλα, αγνοώντας πως αυτή η καταφατική της απάντηση, θα ήταν η απαρχή μιας φιλίας. Μιας αγνής και δυνατής φιλίας, που δεν θα γνώριζε στεγανά και δεν θα μπορούσε να "χαλιναγωγηθεί" από όρια.

Γιατί μέρα με τη μέρα γνωρίζονταν καλύτερα, και δενόντουσαν, γελώντας, εξομολογώντας, μοιράζοντας και συνειδητοποιώντας τα κοινά τους σημεία. Φορούσαν το ίδιο άρωμα στην ψυχή. Και ταιριάζανε.

Δυο φίλες που ήταν πάντα εκεί η μία για την άλλη, με μιαν ανοιχτή αγκαλιά. Αγαπώντας, προσέχοντας, φροντίζοντας, νοιάζοντας και με μιαν ασπίδα η μία για την άλλη, να μην την πετύχει το βέλος κανενός και πληγωθεί.


Για την Φίλη, που με ενέπνευσε, να της γράψω αυτή την ιστοριούλα.
Επίσης, για το "σχολείο" του διαδικτύου, που στην αυλή 
του βρίσκεις χώρο κι έχεις την αίσθηση του ανήκειν.