Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

Καλώς μας ήρθες, αννετά...κι


Την Άννα τη γνωρίσατε στο 20ο Συμπόσιο Ποίησης. Ήταν εκείνη που μας κράτησε σφιχτά το χέρι και μας έκανε να πετάξουμε ψηλά, μαζί της, ζυγιάζοντας τη συγκίνηση και την ευαισθησία με έναν διαφορετικό τρόπο.

Ούσα άστεγη καταληψίας, με καμία διάθεση ν' ανοίξει δικό της χώρο, αλλά με μπόλικη διάθεση να εξακολουθήσει να βρίσκεται ανάμεσά μας και να μοιράζεται το μέσα της, αποφάσισα να της βγάλω αντικλείδι και να... συγκατοικήσουμε. Καταλαβαίνετε τώρα... Έπρεπε να πάρω κάποιον να βάζει μία σκούπα, να κάνει ένα φαγητό, να πλύνει κάνα πιάτο... νισάφι... βαρέθηκα να τα κάνω όλα μόνη μου. Εφεξής θα τη βρίσκετε -και θα σας βρίσκει- εδώ, λοιπόν.

Κρυφοχαμογελώ, ξέρετε, μη σας πω με το χαμόγελο της προξενήτρας, που ξέρει εκ των προτέρων πως θα 'ναι πετυχημένο το σμίξιμο που κανονίζει στα μουλωχτά, καθώς βρίσκομαι στη πλεονεκτική θέση να γνωρίζω κείνη (8 χρόνια, παρακαλώ!) και να γνωρίζω εσάς (άλλους περισσότερο, άλλους λιγότερο, μα όλους σίγουρα με πολλή συμπάθεια κι εκτίμηση!). Οπότε με χαρά και δίψα θα στέκομαι από μια γωνιά, να βλέπω αυτές τις πρώτες, δειλές στιγμές γνωριμίας σας, οι οποίες στη συνέχεια θα έχουν τη σιγουριά που έχουν κείνες, αυτές που στάζουν ομορφιά συναισθημάτων - γιατί, τα είπαμε, θα 'ναι πετυχημένο το προξενιό.

Να σημειώσω μόνο το πώς θα μας αναγνωρίζετε, επειδή τούτο το template δεν διαθέτει αναγνωριστικό για το ποιος γράφει...

α) Στη λίστα ανάγνωσης, με τις τρέχουσες αναρτήσεις, θα φαίνεται ποια γράφει
β) Ετοίμασα κι αναγνωριστικά, για να τα βάζουμε εντός ανάρτησης, οπότε δεν θα υπάρχουν ερωτηματικά



Σας φιλώ και σας αφήνω να γνωριστείτε!

Καλωσόρισες, φιλενάδα μου! 
❤️ 

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Το λάγγεμα του αψεντιού

24 Days Challenge: 'Λ'


Το λάγγεμα του αψεντιού


Το χέρι του, ψηλαφιστά, έφτασε μέχρι το μπουκάλι. Όσο αδύναμα το έψαχναν τα δάχτυλά του, τόσο αποφασιστικά το έπιασαν από τον λαιμό του κι έχυσε το σμαραγδί υγρό μες στο ποτήρι του. Σαν μουσική ήχησε ο ήχος του· εκμαυλιστικά έτρεξε η ηδονή μέσα του. 

Άρπαξε μηχανικά το πακέτο με τα τσιγάρα του κι οδήγησε το τελευταίο τσιγάρο στο ξερό του στόμα. Μάταια τα δάχτυλά του κινήθηκαν πάνω στη πέτρα τού αναπτήρα. Μια, δυο, τρεις φορές. Γι' άλλη μια φορά μουγγάνισε η πέτρα, ξερνώντας τις τελευταίες της σπίθες. Το χρώμα τού αναμμένου άκρου βυθίστηκε ανακουφιστικά μες στα μάτια του. Ρούφηξε ξανά και ξανά το τσιγάρο του, αφήνοντας να βγει αργά ο καπνός απ' το στόμα του. 

«Έφτασα μόνο μέχρι να σκεφτώ την εικόνα ενός σιγανού ποταμιού ανάμεσα στα πόδια σου. Αναρωτιέμαι πώς είναι όταν το προκαλείς και το βοηθάς να ξυπνήσει - ή μάλλον όχι να το προκαλείς, εγώ να το προκαλώ κι εσύ να μην έχεις επιλογή» 

«Αναρωτιέμαι ποια θα είναι η χροιά τής φωνής σου» 

«Αναρωτιέμαι τι γεύση έχει ο λαιμός σου»

«Αναρωτιέμαι πόσο αλμυρό θα είναι το ποταμάκι σου, όταν βουτήξω τη γλώσσα μου μέσα του»

«Αναρωτιέμαι τι τόξο θα σχηματίζει το κορμί σου, όταν άθελά του τεντώνεται για να ξεφύγει απ' τα βασανιστήριά μου» 

«Αναρωτιέμαι πώς θα είναι ν' ακουμπούν τα βογκητά σου στ' αυτί μου, όταν θ' ακουμπά το κορμί μου το δικό σου, κολλητά, αναγκαστικά» 

Πάλι οι ίδιες σκέψεις κάθονταν στο ίδιο τραπέζι μαζί του, στη διπλανή θέση. Οι ίδιες σκέψεις για κείνη. Για κείνη που δεν έχανε ραντεβού μαζί του ούτε αργούσε· αρκούσαν μερικά ποτήρια και βρισκόταν εκεί - γυμνή, ερωτική, αισθησιακή. 

Τον είχε κάνει δικό της, χωρίς καν να τον αφήσει να τη κάνει δική του. Είχε το πάνω χέρι σ' αυτό το παιχνίδι τής αποπλάνησης.  

Κείνη, η πράσινη νεράιδα. 

Γουλιά με τη γουλιά ήταν δικός της. 

Τη γύρισε μπρούμυτα πάνω στο τραπέζι. Η γλώσσα του έπαιξε με τον λοβό του αυτιού της και τα χείλη του τον μάγκωσαν ελαφρώς. Δάγκωσε τον ώμο της. Η ανάσα του ζωγράφιζε ήδη την ηδονή στο κορμί της. Τα δάχτυλά του διέτρεξαν τη πλάτη της, τη σπονδυλική της στήλη με αργό ρυθμό. Ένιωθε τη στύση του στα γυμνά της οπίσθια, και σε λίγο τα χέρια του που την θώπευαν με μανία. Τη γύρισε και τη κοίταξε, στα μάτια. Το βλέμμα της, χαυνωμένο από ερωτικό πάθος, βούλιαξε στο δικό του. Τα χείλη της μισάνοιχτα, προσκαλούσαν τα δικά του σε σμίξιμο. Οι γλώσσες τους έπαιξαν αργά, ενώ τα χέρια του έπαιζαν με το στήθος και τις ρώγες της. Το χέρι του κατέβηκε αργά... Άνοιξε τα πόδια της. Έμεινε να κοιτάει το αιδοίο της, που γυάλιζε ήδη απ' τα υγρά του. Το ακροδάχτυλό του το διέτρεξε απαλά, ίσα να αισθανθεί το άγγιγμά του, σε όλο του το μήκος. Οι αναστεναγμοί της γέμισαν τ' αυτιά του. Το χέρι της έπιασε το δικό του κι ανάγκασε τα δάχτυλά του σε ακόμη μία διαδρομή, αφήνοντάς το τελικά στην άκρη. Τώρα τα δικά της δάχτυλα ήταν που σκορπούσαν την ηδονή στο κορμί της, οδηγώντας τα μπροστά στα χείλη της και με τη γλώσσα της να τα γλείφει, καρφώνοντάς τον στα μάτια. Τέντωσε το χέρι της στο πρόσωπό του, με τα υγρά της δάχτυλα μπροστά στο στόμα του. Τα χείλη του σούφρωσαν σε ένα αργό, ερωτικό φιλί πάνω τους. 

Τα μάτια του εξακολουθούσαν να είναι σε επαφή με τα δικά της. 

Με τα δάχτυλα και το στόμα του είχε καταφέρει να απομνημονεύσει κάθε εκατοστό τού κορμιού της.

Την είχε κάνει να τον ποθήσει, την είχε φέρει στο σημείο που περίμενε να τη πηδήξει, κοιτώντας τον στα μάτια με τη λύσσα που της είχε δημιουργήσει.  

Έκανε μερικά βήματα πίσω. 

Την άφησε εκεί, πεινασμένη.

Το χέρι του έριξε κάτω το μπουκάλι με το αψέντι. 

Οι δυο τους είχαν πια τελειώσει.



Ο πίνακας λέγεται "Absinthe Drinker" (Ο πότης του αψεντιού) 
και τον έχει φιλοτεχνήσει ο Τσέχος ζωγράφος Viktor Oliva, το 1901


❈❈❈❈❈ 



To 24 Days Challenge είναι μια ιδέα-πρόκληση του mystickland. Πρωταγωνιστούν 24 γράμματα, 24 λέξεις σε 24 ημέρες. Μόνο που εγώ το υλοποιώ κάπως άναρχα στη σειρά των γραμμάτων και στις ημέρες πραγματοποίησής τους.

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Το γεννηταρούδι



Ο γυρίνος έκανε ταμπούρλο
το καβούκι μιας χελώνας, 
η φάλαινα έδινε ρυθμό
χτυπώντας την ουρά της, 
οι λιττορίνες ξεβίδωσαν τα καβούκια τους, 
 τα έκαναν μεγάφωνα
και ανακοίνωσαν το σημαντικό γεγονός:
«Γεννήθηκε!»

Η ματιά σου έπεφτε στο μωρουδιακό κορμί,
άντυτο ακόμα·
όπως γυμνό σε άφηνε η άδολη ματιά του. 

Το ονόμασαν Φιλία·
έμελλε να είναι το μελιχρό φιλί στους ανθρώπους. 

Γελούσε 
για να σκοτώσει φόβους,
αφουγκραζόταν 
όταν ο θόλος της λύπης βάραινε ολοένα και περισσότερο, 
γινόταν άνεμος
για να σφουγγίσει το δάκρυ. 
Γινόταν ήλιος
για να λάμψει το πρόσωπο πιότερο στη χαρά,
ο πιο γλυκός ήχος
για να δώσει θάρρος για το βήμα προς τα εμπρός,
ένα χνάρι
ανεξίτηλο μες στη ψυχή.



✼❀ヅ❤♫✼❀ヅ❤♫✼❀ヅ❤♫ 



Το γεννηταρούδι έμελλε να γεννηθεί και να χαρίσει το μελιχρό του φιλί σε όσους παρακολούθησαν το 20ο Συμπόσιο Ποίησης. Ως θεματική λέξη ήταν η εμβληματική ψυχή, και πώς θα μπορούσα να τη τιμήσω καλύτερα; Θεώρησα πως έπρεπε να γράψω για τη Φιλία - που τη λουλουδίζει ξανά και ξανά.

Αφιερωμένο σ' αυτούς τους λίγους, 
ξέρουν ποιοι είναι, 
που κάνουν τη ψυχή μου να λουλουδίζει ξανά και ξανά με τη φιλία τους.