Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παίζοντας με τις λέξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παίζοντας με τις λέξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018

ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ




    Με λένε απληστία. Καμία αποκατάσταση δεν μου είναι  αρκετή γιατί απειθώ και αδιαφορώ να τη θαυμάσω.  Να τη χαρώ να μεστώνει και να καρπίζει εύφορα τα δώρα της. Κυνηγώ την επόμενη και σωρεύω  λάβαρα σε  αραχνιασμένα  ράφια στα σκοτεινά  λοφτ της ψυχής μου, τίγκα από δαύτα.
    Με λένε αχαριστία γιατί ο ήλιος  δε μου αρκεί. Όσο άπλετα και να  αναδειχτώ  στη σκηνή του θεάτρου μου, στέκομαι πάντα μπροστά   στην κόκκινη  δέσμη του λέιζερ δείκτη για να εντυπωθώ άφθαρτα,  αθάνατα  και να αναπαράγομαι από το επιλεγμένο μου κοινό . Ανικανοποίητα φτιάχνω, λέω, ενεργώ, σιωπώ  και απραγώ κατά περίσταση για να έχω το χειροκρότημα και του τελευταίου θεατή στην πλατεία της ζωής μου.
    Με λένε χαροποιό γιατί απαλύνω  λύνοντας τους γόρδιους κόμπους των ανθρώπων μου αν και το κάνω για την προσωπική μου δημοσκόπηση στη μοναδική μου υπεροχή.
    Με λένε καλοσύνη αλλά μόνο εγώ ξέρω ότι έτσι εξαγοράζω μια ακόμη πιθαμή στον παράδεισο το γήινο και τον επερχόμενο. Δε με λένε ευτυχία γιατί μόνο την ύλη έχω αυτοσκοπό. Εμπεριέχω φόβο, ταμπού και καμουφλαρισμένα συμπλέγματα.
    Με λένε εγωισμό γιατί δεν ανταγωνίζομαι παρά μόνο εμένα.
    Με λένε θλίψη, πορεύουσα, υποτροπιάζουσα  και καλπάζουσα μέσα στο  ανάκτορο του λαβύρινθού μου.
    Με λένε συνείδηση και σαν  είδηση σε εκπομπή, ασελγώ στο υποσυνείδητο των θυτών και βιαστών μου. Με λένε υποκρισία γιατί απαντώ μόνο όσα  με προωθούν  στο παιχνίδι.
    Με λένε αντίδραση για τα δόντια που σφίγγω και χαμογελώ στους φίλους που με εξαργύρωσαν, για όλα μου τα ψυχικά στριπτίζ , για όλα τα τατουάζ που με σοδόμισαν.   Απάτησα, απατήθηκα και τζόγαρα συνειδητά και ασυνείδητα με αόριστα και αμφίβολα κέρδη.
    Με λένε θυμό γιατί η γλώσσα της νιότης μου έγινε μιας πεντάρας λόγια και ολάκερη η προσφορά μου, ένοχη και αθώα, βορά για καλοταϊσμένα στομάχια, παχιά χαλιά, ρεφενέδες και ελίτ πανηγύρια ψευδοαγωνιστών.
    Με λένε άνθρωπο και ανάμεσα στις κλειδώσεις και αρθρώσεις μου κυκλοφορεί η βεβαιότητα του αναλώσιμου, της προσκαιρότητας και της νοσηρής μου ασχήμιας. Με αποστεώνει  η ζωή που, χωρίς να καταλάβω, ξεθύμανε το άρωμά μου. Παραλύω στην εξέλιξη και την πρόοδό μου , στη μεταμόρφωσή μου. Δεν έχω ευγνωμοσύνη για όσα είχα κι όσα  απομένουν γιατί δεν έχω καν γνώμονα. Τυφλά ήρθα, ψηλαφιστά βαδίζω, τοίχο τοίχο  προχωράω. 
   Φοβάμαι που γερνάω και δεν ξέρω να ζω. Να ζω όπως θέλω.
(πώς θέλω αλήθεια;)
   Να γίνομαι ό,τι θέλω. Να αγαπάω όποιον θέλω και για όσο έχω. Δεν υπάρχει χρόνος να ξαναγεννηθώ. 


- η συμμετοχή μου στο 17ο δρώμενο των 5 λέξεων της ακούραστης Μemarias στο mytripssonblog - 


Με αφορμή τους μύθους του Πλάτωνα ( το κέρινο εκμαγείο της ψυχής" και τους "αλυσοδεμένους" του σπηλαίου) η ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ αναφέρεται στον παρακμασμένο άνθρωπο. Αυτόν που, ενώ γεννιέται αθώος, φθίνει και φθείρεται στη μετάβασή του στον κόσμο των ενηλίκων. Ο εκπληκτικός Πλάτωνας θεωρεί ότι η Ψυχή πεθαίνει και ξαναγεννιέται συνεχώς. Έτσι περιπλανώμενη στο χρόνο και ενσαρκώνοντας πλήθος ζωές, γνωρίζει ήδη. Γνωρίζει την Ιδέα και την Αρετή. Έχει γεννηθεί τόσες φορές που έχει την ανάμνηση της Γνώσης στην κάθε του  γέννηση. Κάθε όμως φορά που εισέρχεται σε σώμα μωρού και με τα χαρακτηριστικά του Αγαθού ( αθώο, αγνό και άδολο) να προϋπάρχουν, με τον καιρό ξεχνά και φτιάχνει αντίγραφά τους. Κάκιστα αντίγραφα πλείστες φορές. Ίσως παράδοξο για μας αλλά για τον Πλάτωνα, το παιδί γνωρίζει ήδη ( το " μανθάνειν" ) και μεγαλώνοντας μεταβιβάζεται στο " λησμονείν". 
   Η Αλήθεια μας ωστόσο, αν και καμουφλάρεται συνήθως καλά, δεν κρύβεται από τον εαυτό μας. Κάποτε το φαίνεσθαι ταυτίζεται με το γίγνεσθαι κι αυτά τα δυο μαζί συνθέτουν το προσωπικό μας Είναι. 
    Μου αρέσει η σκέψη πως έχουμε γεννηθεί με Την Αρετή στην ψυχή μας. Στο κέρινο εκμαγείο του φιλόσοφου είναι αποτυπωμένη η ανάμνησή της. Κάποιοι στο διάβα τους, με συνετή γνώση και συνείδηση, τη διατηρούν όσο το αντέχουν. Άλλοι την εκμεταλλεύονται για ιδίους λόγους προβολής και καταξίωσης ή για να εφησυχάσουν μια επίπλαστη συνείδηση. Αρκετοί ( πολλοί;) την απορρίπτουν γιατί δεν έχουν κέρδη από αυτήν, κέρδη όπως οι ίδιοι τα ορίζουν.
   Μεγαλώνοντας η καλοσύνη φθίνει και σε βαθιά ψυχικά σκοτάδια θρυμματίζεται ως μη κερδοσκοπική. Λήθη. Παρατηρήσαμε πόσο αθώα γελάει κι ενθουσιάζεται με τα πάντα ένα μωρό; Αυτό που αργότερα θα ξεχάσει και θα αναλωθεί σε φτηνές απολαύσεις, θα κολυμπήσει εκ του ασφαλούς στα  ρηχά νερά και θα τραφεί με δόλο και αχρειότητα. Με ανθρώπινο αίμα. " Η υποβίβασή σου, προβίβασή μου". Πόσο έντεχνα φέρνουμε στα μέτρα μας τον εαυτό που θέλουμε να προβληθεί. Τον συνθέτουμε, τον αποσυνθέτουμε, τον τρομπάρουμε, τον αδειάζουμε, τον τραβάμε, τον λασκάρουμε, τον ξεχειλώνουμε για φτηνή ηδονή, αναγνώριση, πλούτο, ματαιοδοξία. Λες και είμαστε αθάνατοι! Ή από φόβο μήπως περιθωριοποιηθούμε ; Ψυχές εγκλωβισμένες σε σώματα που φθείρονται . Παγιδευμένες στους σωματικούς τους τάφους. ( Σώμα, λέξη που προέρχεται από το σήμα που σημαίνει τάφος.) 
Υποχείρια των αισθήσεών μας με στρεβλή αντίληψη του σωστού και του λάθους. Οι "αλυσοδεμένοι" του σπηλαίου χωρίς κίνητρα να σπάσουμε την αλυσίδα. Άσκοπες περιφορές σωμάτων που αγνοούν την Αλήθεια με την οποία γεννήθηκαν. Αλήθεια είναι η λέξη που προκύπτει από το στερητικό -α- και τη λήθη, η ανάμνηση της Αρετής που είχαμε και ξεχάσαμε.
   Οι ψυχικοί θάνατοι αυτού του ανθρώπινου είδους προηγούνται και πολλές φορές πριν τον έναν, οριστικό και φυσικό.
   Φτύστα όλα αυτά Άνθρωπε. Γέλα, χαμογέλα, ερωτεύσου, εμπιστεύσου, παραδώσου, ζήτησε συγνώμη, αποδέξου, χάρισε, άπλωνε το χέρι, ταξίδεψε, αναζήτησε παρέες , απόλαυσε βουλιμικά το φαγητό σου, πες ευχαριστώ, δώσε-πάρε χάδι, αγκαλιά, τον έρωτα, ένα άδολο φιλί.
   Κάνε την ψυχή σου εκπομπή απεριόριστης εμβέλειας !
Για μια ακόμη φορά Μαρία, συμμετέχοντες και αναγνώστες σας ευχαριστώ.







Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018

Βρες το πρόσωπό σου


-«Είστε αναπαυτικά;» ακούστηκε χαμηλόφωνα, αλλά σταθερά η φωνή του.

-«Ναι, ευχαριστώ, αλλά είναι ανάγκη να μείνω έτσι; Να μη βλέπω τίποτα;» είπε αγχωμένη.

-«Αυτή είναι η διαδικασία» απάντησε ήπια. «Και τώρα, παρακαλώ, μετακινήστε τα χέρια στο πρόσωπό σας -για αρκετό καιρό το αποφεύγατε- κι αφήστε τα να περιπλανηθούν, να νιώσουν τα χαρακτηριστικά σας, ακόμη και τις πιο μικρές αυλακωμένες πτυχές σας» συνέχισε να της λέει το ίδιο σταθερά.

Τα χέρια της παρέμειναν κρεμασμένα στα πλαϊνά του κορμιού της, σαν ξεψυχισμένη μαριονέτα που περιμένει να της δώσουν ζωή, τραβώντας τα νήματα, μα τελικά άρχισαν να σαλεύουν. Άρχισαν να σκαρφαλώνουν προς τα ψηλά, αργά και δειλά, μέχρι που τ’ ακροδάχτυλά της άγγιξαν κάτι παράξενο. Δεν ένιωσε τη ζεστασιά τού δέρματός της• δεν ήταν ο εαυτός της, ήταν μια αίσθηση τραχιά. Αντανακλαστικά τα χέρια της πήγαν εμπρός-πίσω μέχρι που κατάλαβε πως πρόκειται για κάτι ξένο, για κάτι που είχε κατακάτσει πάνω της και την κρατούσε αλλοιωμένη. Ανέβασε και το άλλο της χέρι στο πρόσωπό της και διαπίστωσε πως όλο της το κεφάλι ήταν καλυμμένο με μικρές στρώσεις από αυτό το πράμα• μια απλωμένη ομίχλη που έκρυβε το πρόσωπό της. Τρόμαξε!

-«Συνέχισε να έχεις επαφή μαζί τους» της είπε επιτακτικά.

Τα χέρια της συνέχισαν να διατρέχουν το ξένο σώμα, που είχε γίνει πια πετσί της, έως ότου ένιωσε μία άκρια να εξέχει. Πάγωσε στιγμιαία σ’ αυτό το σημείο κι ένιωσε φόβο. Κατάλαβε κι εκείνη πως όλα αυτά δεν αποτελούσαν τίποτε άλλο παρά οδοδείκτες, τοποθετημένους από την ίδια. Μέχρι στιγμής την αποπροσανατόλιζαν, αφού την οδηγούσαν μονάχα σε μέρη που την ευχαριστούσαν, κρατώντας την οικειοθελώς πλανεμένη. Σε οτιδήποτε άλλο; Μπλόκαρε την είσοδο!

-«Είσαι έτοιμη;» βούλιαξε απαλά η φωνή μέσα της.

Πριν ολοκληρώσει ακόμα τη φράση του, άρχισε να τραβάει μία μία τις άκριες που έβρισκε μπροστά της. Άλλες έβγαιναν με δυσκολία κι άλλες πιο εύκολα• ανάλογα τη βαρύτητα της ψευδαίσθησης που τάιζε τον εαυτό της. Η μία μετά την άλλη έπεφταν μπροστά στα πόδια της. Έμεινε μία τελευταία, μία λεπτή στρώση, που τη τράβηξε αποφασιστικά κι έμεινε με το απομεινάρι στο χέρι της.

Ένιωσε το δέρμα της ερεθισμένο, να καίει και να τσούζει.

Τα χέρια της έτρεμαν.

Άνοιξε τα μάτια της. Τον είδε να κάθεται απέναντί της και να της χαμογελάει επαινετικά.

Τώρα πια είχε καταλάβει πως αποζητούσε πλαστές ανατολές, ενώ η αληθινή ανατολή τώρα ξεπρόβαλε μπροστά στα έκθαμβα μάτια της, που έτρεχαν σαν βρύσες.

Τα χείλη της αδυνατούσαν να βγάλουν λέξεις. Τα χέρια της ήταν μονάχα ικανά ν’ αφήσουν τις λέξεις που ήθελε ν’ ακουστούν, που τις έκλεισε σε μία αγκαλιά• σ’ ευχαριστώ που μ’ έκανες να καταλάβω πως έβαλα ενέχυρο ό,τι πολυτιμότερο είχα, εμένα!

-«Στη πεταλούδα, μόνο στην ίδια τη πεταλούδα, οφείλεται η δημιουργία, η αρχή τού γνήσιου ξεκινήματος. Εκείνη χρησιμοποιεί τα φτερά της για να σπάσει το κουκούλι της, για ν’ απελευθερωθεί ως χορεύτρια των αιθέρων» απάντησε, διαβάζοντας τη σημασία τής αγκαλιάς της, κι έκλεισε κι εκείνος τα χέρια του γύρω της.


Αυτή ήταν η δική μου συμμετοχή για το 16ο παιχνίδι "Παίζοντας με τις λέξεις", 
που απαγκιάζει στο mytripsonblog - και που γι' ακόμη μια φορά απολαύσαμε το τι γέννησαν οι λέξεις στον καθένα μας. Συγχαρητήρια σε όλους, λοιπόν, και λίγο παραπάνω στην ακούραστη οικοδέσποινά μας, την Άννα (τη λατρεμένη μου συγκάτοικο) που πρώτευσε και τις Κανελλένια και αριστούλικο που ακολούθησαν και συμπλήρωσαν τη νικητήρια τριάδα. 



Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018

Νούφαρο ριζώνω



Για ποια ελευθερία να σου πω
και για ποια επιλογή, εδώ, που σιώπησε το Δικαίωμα
χωρίς να ρωτηθώ γεννήθηκα
και τώρα που πάλι αθέλητα εκπνέω
- παρηγόρησε τη μάνα μου
πως στον κόσμο τούτο δεν θα ταίριαζα
Και γι΄αλλού οδεύω πριν γαμπρός
πριν κάδρο κρεμούσε το πτυχίο
πριν από έρωτα τρελός  και πριν πατέρας
Πόσο μαύρισα άξαφνα χωρίς γλυκά κι αργά ν΄ασπρίσω
Φεύγω άνευ διαβατηρίου κι άνευ λόγου και αιτίας!
αλλά να μην ανησυχεί
Πριν μεστώσει  ο λόγος μου πύρινος και λαίλαπες μοιράσει
την Πρωτοχρονιά,
Βιαστικά φεύγω,
ναι, γιατί τελειώσαν οι ανάσες
σε τούτη την κιτρινιάρικη και παχιά ομίχλη
Λιώσανε τα πεδιλάκια της νονάς  και πονάω
όπως τότε που ζεμάτισα τα χέρια,
θυμάται;
Και οι οδοδείκτες από ντροπή καήκαν

Τι νόμιζες; -

Που προδώσαν το καθήκον και παγίδες απολήξαν τραγικές
αφού το δρόμο που γυρισμό δεν έχει, το δρόμο του χαμού εδείξαν
Και στην Ατροπό μου να μην κακιώσει  πες
Με λυπήθηκε; δεν ξέρω, τα συμφωνήσαμε όμως μια χαρά
να ξημερωθώ μια ανατολή
νούφαρο σε νερό καθάριο, να ξεδιψώ την κάψα
Αφού εδώ μου όρισαν σαν μιας νύχτας πεταλούδα
φως γοητευμένος
τη θανατερή μου λάμπα ν΄αγκαλιάσω να φλεγώ
με ανομολόγητες, αυστηρές διαδικασίες
Μυρίζω άσχημα, το ξέρω, αλλά το κουφαράκι μου ενέχυρο φρούδο μένει,
να ξαναφυτρώσει ο βλαστός σε επονείδιστο χώμα, μου το΄πε πες της,
Ο παππούς στο αυτί, σφιχτά μ΄αγκάλιαζε
Ίδιος κυπαρίσσι ατάραχο σε δράκοντες ανέμους
Και τρυφερά ψιθύριζε πως αφού μεσημέρι αποκοιμήθηκε ο Θεός,
με σπάθα θα γυρίσει,
Δημουργία ολέθρου να στήσει καρφί το καρφί με μια Μέδουσα
κι έναν Κέρβερο αντάμα, στην τέφρα σκιές κρυμμένες μου΄λεγε,
νανούρισμα στερνό ν΄αποκοιμηθώ
Κι εσύ, στη μάνα μου να πεις πόσο θα τον καμάρωνε κι αυτόν
έτσι να με έχει σφιχτά αγκαλιασμένο Κυματοθραύστης Γίγαντας
μέχρι πού΄ νιωσα να του ξερνάνε λάβα τα πνευμόνια
και σιώπησαν οι Μύθοι, σιώπησε και η Αλήθεια
Και λύκους που είχαμε μαζί, είχαμε! Ναι, το ξέρω
Τα αυτιά μου τρύπαγαν μ΄απόκοσμα ουρλιαχτά
Τόσο,
που κι αυτό της Ατροπού μου μηνύω και πατάω πόδι
απαιτώντας – κι όχι επαιτώντας τώρα
Ποτέ ξανά να μην ακούσω
και ναι μου γνέφει με χαμόγελο αυτή
Και Νούφαρο Κωφό ριζώνω σε  νερό καθάριο
Και πριν το Νου μου και τις λίγες μου τις θύμησες χάσω ξεχάσω
στη μάνα μου να πεις αυτή τη φουκαριάρα
καταδικασμένη κάθε λεπτό και βουρδουλιά , κάθε λεπτό και πόνος
πως μοναχά αυτή λυπάμαι
Ακούς μωρέ; Μοναχά αυτή !
Η Κλωθώ μας, έγνεθε με έγνοια  αλλά  η Λάχεσή μας, γελάει τρανταχτά.

❇❇❇❇❇❇❇❇❇❇ 

             Η φονική πυρκαγιά στο Μάτι φέτος απέδειξε πως με τη συνεργασία ανθρώπινων και φυσικών δυνάμεων μπορούμε να έχουμε τον τέλειο, αψεγάδιαστο ό λ ε θ ρ ο !
             Σαν πυρηνική βόμβα, σε κοντινή ακτίνα εξαϋλώνει, σε μεγαλύτερη σκοτώνει, σε ευρύτερη ακτίνα καίει και ισοπεδώνει και στην τελευταία εκεί που πάει να εκτονωθεί, γλείφονται τα εγκαύματα και οι πληγές  που αλλάζουν για πάντα την όποια προηγούμενη ζωή μας.
             Η φωτιά αυτή, στο 1χλμ σχεδόν από το σπίτι μου με καθήλωσε. Στο Μάτι και στη Ραφήνα έκανα τις πρώτες μακρινές αποδράσεις με το ποδήλατο, σκίρτησα, ερωτεύτηκα, φιλήθηκα, κάπνισα το πρώτο μου τσιγάρο. Το πρώτο beach party, οι πρώτες νυχτερινές βουτιές και το παιχνίδι της μπουκάλας.
             Γαμώτο, ήμουν εκεί. Απύθμενα εξοργισμένη. Επίτηδες πατούσα τα πιο καυτά αποκαϊδια - αυτό το απέραντο τεφροδοχείο - για να ταυτιστώ. Όσο γίνεται. (Ύβρις). Μύρισα τη σάρκα, ένιωσα την απόγνωση, την οδύνη, τον ανθρώπινο σπαραγμό. Παρακολουθούσα εμμονικά κάθε σχετική ανάρτηση στον τοπικό τύπο, σχολίαζα κι έβραζα από θυμό. Ξεχείλιζα από οργή.
             Κάθε που πήγαινα να γράψω μπας και το εκτονώσω, ντρεπόμουν. Ποια είμαι εγώ, η απέξω, η άρτια, η πλήρης, η επαρκής που θα έπιανε στο στόμα της αυτή την τραγωδία ; Και ποιες λέξεις ήταν οι κατάλληλες, ποιο πινέλο, ποια σμίλη, ποιο μάρμαρο, ποια ταινία και ποια βιβλία θα τολμούσαν να καπηλευτούν αυτό το σπαραγμό;
            Μέχρι το Σεπτέμβρη δεν άνοιξα word δεν έπιασα στυλό. Το μένος όμως μένος. Με την αφορμή των 5 λέξεων αποφάσισα να τολμήσω και ταυτίστηκα. Ενσωματώθηκα ένα 8χρονο αγοράκι, που, στα τελευταία του λεπτά πέρασε σε λέξεις έναν ακατάληπτο ποταμό σκέψεων, άτακτα, ανοργάνωτα για να προλάβει να τα πει πριν πέσει κι ο τελευταίος κόκκος στην κλεψύδρα.
Παραλήρημα παιδιού που δεν συνειδητοποιεί, δεν ερμηνεύει και δεν προλαβαίνει. Ξέσπασμα. Σε ακατάληπτο λόγο γιατί σε τέτοιου μεγέθους απώλεια, τακτική σκέψη δεν υπάρχει.
           Πικρή πρωτιά για το αναπόφευκτο που μακάρι να μην ήταν ποτέ η αφορμή να την έχω.

           Οι ψήφοι των συμπαικτών μου στο mytripssonblog.blogspot.com δείχνουν πως τουλάχιστον εκπροσώπησα κάπως τους συντοπίτες της ευρύτερης ακτίνας. Χαίρομαι που το αποτόλμησα και λειτούργησε μέσα μου αρκετά ψυχοθεραπευτικά. Χαίρομαι αν το νούφαρο σας άγγιξε. Σας ευχαριστώ που σπάσατε μέρος από το προσωπικό μου απόστημα. Αλλά για τον Άνεμο (από ποιο μακάβριο ασκό δεν ξέρω) που τακίμιασε με τους ανεύθυνους υπεύθυνους ισοπεδωτικά, μόνο όνειδος θα έχω. Ισοβίως.


- δώρο, φιλοτεχνημένο από το γλυκό ❤ μου σπυ


ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΙ - ΔΥΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΙ


-Και ξαναβρέθηκαν γιαγιά;
-Ναι, ξαναβρέθηκαν έξι  χρόνια μετά …

ΜΑΡΤΙΟΣ 2003

     Το νησί έβραζε από μέρες για το μεγάλο κοινωνικό γεγονός. Μικρό, αποκομμένο από τον πολιτισμό, συνδεόταν με τα γύρω νησιά και τον Πειραιά μόνο δυο φορές τη βδομάδα. Η εκδήλωση θα γινόταν σε εποχική νεκροφάνεια του οικισμού κι αν αυτό σήμαινε άσπρισμα, ασβέστωμα και πάστρα το αποχείμωνο, ας ήταν κι έτσι. Κάπου 800 κάτοικοι στους Φούρνους και 70-80 στη Θύμαινα σήκωσαν τα μανίκια κι άρχισαν με μουρμούρα και γκρίνια την αποκατάσταση από το νοτισμένο κι αλμυρό χειμώνα που άφηνε χαιρέκακα τα σκουριασμένα του ίχνη.
 - Έχε χάρη  που  το ζητάει ο δήμαρχος, έλεγε κάποιος.
 – Κι είναι και δευτεροξάδελφος, έλεγε άλλος.
 – Κι εγώ που νοικιάζω δωμάτια στους μισούς δασκάλους μπορώ να αρνηθώ; συμπλήρωνε τρίτος.
 – Θα μου πάρεις ποδοσφαιρικά παπούτσια για τη γιορτή; πονηρά ο μικρός στη μάνα του που φρεσκάριζε την αυλή.
     Την ιδέα την είχε ο ιστορικός του Λυκείου, το επιχείρημα ήταν «ντροπή, μια θάλασσα μας βρέχει κι ωκεανός μίσους μας χωρίζει με τους Τούρκους», τη συζήτησε με το Λυκειάρχη και το Δήμαρχο για τη δημιουργία μνημείου φιλίας και υιοθετήθηκε σύσσωμη και θερμά. Θα καλούσαν μαθητές από το Σέλτζουκ της Τουρκίας και μαζί με τους μαθητές των δυο νησίδων, 62 όλα κι όλα τα παιδιά, θα φύτευαν στην πλατεία με τον πλάτανο, μια ελιά παραδίπλα – σύμβολο ειρήνης και συγχώρεσης... Θα διέγραφαν με το μήνυμα αυτό, σελίδες μιας πολυαιώνιας έχθρας που είχε θύματα μόνο τους εκατέρωθεν λαούς κι αλώβητες τις ηγεσίες.
     Η τρύπα στο πλακόστρωτο άνοιξε ευλαβικά, τα κυκλικά κάγκελα κολλήθηκαν με μεράκι γλύπτη, η ελιά πέρασε καλλιστεία, οι μαθητές πρόβαραν, κουστούμια και φορέματα αερίστηκαν, οι ομιλίες γραφοσβήνονταν σε οίστρους συγκινησιακούς, κοκοροκοτομαχίες για τα τοπικά πιάτα φόρτσαραν και όλη η  κοινότητα κόχλαζε από αδημονία για τη σχεδόν παγκόσμια προβολή.
Σκοπός: να αναδειχτεί η ξεχασμένη νησιώτικη αρχοντική ομορφιά, ψυχική και τοπογραφική εκπέμποντας σε συχνότητες εκεχειρίας.


ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2003

     Αυτή η ανατολή ξημέρωσε αργά αλλά αστραφτερή. Ακόμη κι η θάλασσα συναίνεσε και με το πρώτο φως τίναξε κρύσταλλο και διαφάνεια παντού.
     Πρώτα κατέφτασαν τα τηλεοπτικά συνεργεία και οι μεταφραστές. Αργά το μεσημέρι περίμεναν και την δεκαμελή ομάδα μαθητών με τους καθηγητές τους από το Σέλτζουκ, την ηγεσία κι εκπρόσωπους του τύπου. Ο οδοδείκτης με τη σκαλιστή ελιά στην αρχή του πλακόστρωτου στενού κατεύθυνε περήφανα την πολύγλωσση, αμήχανη πομπή.

     Η Λία έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη σπρώχνοντας τα μαλλιά πίσω, τράβηξε το φόρεμα στα γόνατα και κατηφόρισε να βρει τους άλλους δυο συμμαθητές της στο λιμανάκι. Ήταν αυτή που θα έπαιρνε από τα χέρια του δημάρχου μαζί με το συνομήλικο μαθητή της Τουρκίας τη μικρή ελιά για να τη  μεταφυτέψουν στο λάκκο. Το καϊκι που θα τους πήγαινε απέναντι περίμενε με τα σημαιάκια του, γιγάντιο καράτι κάτω από έναν απροσδόκητα φιλόξενο ήλιο. Ήταν αυτό που τους πήγαινε κάθε μέρα, με κάθε πρίμα - κόντρα καιρό  στο Γυμνάσιο και Λύκειο από τη Θύμαινα στους Φούρνους καταπίνοντας άφοβα το ενάμισι μίλι απόσταση αλλά σήμερα ήταν λίγο πιο λευκό, λίγο πιο μπλε και λίγο πιο κόκκινο από ποτέ.

     Όταν τον είδε, χάθηκε. Έσβησε  μονομιάς το πλήθος, σώπασαν οι λόγοι, εξαφανίστηκε κάθε ζωή, κατακάθισε ομίχλη πυκνή και ο φακός των ματιών της ζούμαρε και εστίασε στο μελί των δικών του ματιών του.
Κλικ. Νοητή φωτογραφία.

      Όταν την είδε ο Αντνάν καρδιοχτύπησε. Ξέχασε κάθε προετοιμασία για την τελετή. Βυθίστηκε σε μια απόκοσμη χρυσοκάστανη αύρα που είχε μόνο τη φρεσκάδα της.
 Κλικ. Νοητή φωτογραφία.

      Όταν ήρθε η στιγμή, σκουντήθηκαν και οι δυο από τους γύρω τους, πήραν το μικρό δεντράκι και η Λία άρπαξε την ευκαιρία να του αγγίξει τα χέρια τα λίγα δευτερόλεπτα που προλάβαινε για να του μεταφέρει με τη γλώσσα του σώματος  την έλξη που την κατέκλυσε σφοδρά. Ο Αντνάν κοκκίνησε αλλά κούνησε  ελαφρά, ίσα να μη φανεί, τα δάχτυλά του για να σφραγίσει στη μνήμη του την αφή της. Ενέχυρο στο μυαλό του για μια ζωή αυτή η αφή.
     Οι μεταφραστές, μειδιάζοντας στο φαγοπότι της ταβέρνας μετά, μετέφεραν την προσδοκία τους. «θα ξανάρθεις; Πότε; Πώς σε λένε; Θα σπουδάσεις; Πού; Θέλω να σου γράφω… θα μάθω αγγλικά» .
    

ΙΟΥΛΙΟΣ 2009

     Η Λία έπινε μπύρα με δυο φίλες της στο μικρό καφέ της πλατείας. Τον περίμενε και ήταν από νωρίς εκεί καπνίζοντας ασταμάτητα. Ο Αντνάν, με ολοφάνερη συγκίνηση έσκυψε στην ακόμη μικρή ελιά και της έριξε νερό από το μπουκάλι του. Φωτογράφισε τη χρυσή πλάκα, χάιδεψε τα φύλλα τρυφερά κοιτώντας έντονα τη Λία και κατέβηκε στο λιμάνι σκυφτός. Δεν τον αναγνώρισε κανείς.




     Το ίδιο βράδυ θα την περίμενε στο δωμάτιό του στα σκοτεινά και θα έσμιγαν για μια και μοναδική φορά. Η Λία θα ξεκινούσε το μεταπτυχιακό της στη Σκωτία  και δεν υπήρχαν χρήματα για επιστροφές στο νησί. Ο Αντνάν θα συνέχιζε τη δουλειά του πατέρα του και θα τελείωνε τις σπουδές φωτογραφίας, επιθυμία που του γεννήθηκε τον Απρίλη του 2003 όταν ήθελε να παγώσει το χρόνο. Τη στιγμή.

     -Όμως… είπε η μικρή μετρώντας με τα δάχτυλα. Καλά όλα αυτά αλλά γιατί έμεινε μικρούτσικη η ελιά; Δεκαπέντε χρόνια είναι που τη φύτεψαν!
-        -Τι  να σου πω Σοφία, ξαφνιάστηκε η γιαγιά. Μάλλον κάτω από έναν πλάτανο τίποτα δε γιγαντώνει. Ή γιατί Κένταυροι εμείς, Λαπίθες αυτοί, από κούνια εχθροί, δε στέριωσε  αγάπη καμιά. 
    


Η 1η συμμετοχή μου στον διαγωνισμό των 5 λέξεων 
της φίλης Μαρίας στο μπλογκ της "mytripsonblog". 

Αποβιβάστηκα στο τοπικό φέρι από την Ικαρία για Φούρνους που ήταν τίγκα ανθρώπους, κούτες και πακέτα. Ένα μπουκέτο λουλούδια, ασυνόδευτο. Φάρμακα. Μαναβική και κρέατα. Καφάσια μπύρες. Ενίοτε αρρώστους που έπαιζαν με το χρόνο. Μια γραπτή ανακοίνωση σε πίνακα πως την ίδια μέρα θα πραγματοποιούνταν ο 2ος κολυμβητικός γύρος της Θύμαινας ( ούτε καν ήξερα ότι είχαμε αυτό το νησί) 5,6 ναυτικά μίλια όλο κι όλο, από μαθητές και τους γυμναστές του σχολείου συνοδεία. Μετά από μέρες που έψαχνα να αγοράσω ένα τετραδιάκι να γράψω και δεν έβρισκα πουθενά (!) θα καταλάβαινα επακριβώς τη σημασία που παίζει στη ζωή των νησιωτών αυτό το παλιό φέρι, η Παναγιά η Θεοτόκος.
Κλικ.


Αφορμές για αυτό το ταξιδιωτικό ήταν η επιγραφή στην ελιά. Νοτισμένη. Μουχλιασμένη. Αφρόντιστη από χρόνια. Ξεχασμένη. Όπως και κάθε Δάσκαλος, που κατά καιρούς είχε να δώσει και όχι να πει. 
Η ενοχή  μου που ξέχασα τον Πυθαγόρα τον Σάμιο και αγνοώ τη χώρα μου απ΄άκρη σ΄άκρη. Η ελιά που 15 χρόνια τώρα δεν ξεπέρασε το 1,5 μ. Οι μαθητές που κάνουν φροντιστήρια το χειμώνα με τους ίδιους τους αναπληρωτές καθηγητές όλη την Β΄και Γ΄λυκείου αντί να τηρούν το Αναλυτικό Πρόγραμμα για την (ίση;) ευκαιρία στην 3/θμια εκπ/ση. Ο ρομαντισμός, το ιδεατό και η αξία που, όσο ενθουσιωδώς γεννιούνται τόσο άκαρδα αργοπεθαίνουν.
Όλα αυτά κλικ.


Είμαι ευγνώμων για  αυτό το οδοιπορικό. 

Το αφιερώνω σε κάθε Δάσκαλο, σε κάθε Ονειροπόλο. Το αφιερώνω και στην ταβέρνα του Νίκου και της Τζένης που (άκουσα πως) εκεί τρώνε δωρεάν το χειμώνα τα παιδιά όταν σχολάνε και πριν επιστρέψουν στο απέναντι νησί.

Οδοδείκτης με σκαλιστή ελιά δεν υπάρχει στο λιμάνι. Αναληθές. Ελαφρά αναληθές  και το στόρι Λίας και Αντνάν αλλά οι αστέριωτες αγάπες είναι έτσι κι αλλιώς ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Φτάνοντας τις 978 λέξεις αρχικά και σεβόμενη τους κανόνες  έπρεπε να το ακρωτηριάσω και χαίρομαι που εδώ το παραθέτω αυτούσιο. Γιατί αυτούσιο το αγάπησα όπως κι αυτό το νησιωτικό σύμπλεγμα που με έκανε να αναθεωρήσω πολλά.


Να πάτε κάποτε !!  όποτε ! Η ταβέρνα του Νίκου και της Τζένης είναι φοβερή !

υ.γ. Λυσιππάκι σ ΄ευχαριστώ που επέμενες να εκφράζομαι. Μαρία σε ευχαριστώ που με ξεκλείδωσες. Από τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι δεν έπιασα μολύβι για καιρό. 

 
  


Σάββατο 31 Μαρτίου 2018

Όταν σε τυλίγει το λευκό



Λευκό: χρώμα το οποίο έχει υψηλή φωτεινότητα, αλλά μηδενική απόχρωση. Πιο συγκεκριμένα, περιέχει όλα τα χρώματα στο ορατό φάσμα, μολονότι μερικές φορές περιγράφεται ως αχρωματικό χρώμα.

Ένα χρώμα που περικλείει μέσα του το αγνό τής αθωότητας, που είναι παραστάτης στις ανεξίτηλα ομορφότερες στιγμές μας. Πράγματι, θα μπορούσαμε να πούμε πως η χρωματική επισώρευση εντός του είναι γεγονός, ακόμη και σε μεταφορικά πλαίσια. Όμως, μια ατυχής στιγμή αρκεί για να τα πάρει όλα πίσω· ν’ απορροφήσει όλα αυτά τα χρώματα, αφήνοντας εντέλει ένα αχρωματικό κάδρο. Κοντολογίς, είναι ένα νόμισμα με δύο όψεις.

Λευκά τοιχώματα, λευκά σεντόνια, λευκός ιματισμός ασθενών και προσωπικού. Μια εικόνα που αρχίζει να σου σφίγγει ελαφρώς το στομάχι, αρχίζεις να μη νιώθεις καλά. Είναι η περίπτωση που η αντανάκλαση του λευκού αρχίζει να σ’ αρρωσταίνει αντί να σου προκαλεί αρμονικά συναισθήματα. Άνθρωποι συνεχώς στους διαδρόμους, σαν μέλισσες που δουλεύουν ακατάπαυστα μέσα σε κυψέλη, κι άνθρωποι ξαπλωμένοι σε κρεβάτια. Απ’ τη μια, πρόσωπα με σφιγμένα χαρακτηριστικά, που σπεύδουν για ανεκλάλητη παροχή. Απ’ την άλλη, πρόσωπα ρουφηγμένα και χωρίς μαλλιά, κορμιά καχεκτικά που μαίνονται σεισμό: ξερνούν ταλαιπωρία, συμπτώματα της αρρώστιας και παρενέργειες θεραπευτικής αγωγής. Φράσεις μετέωρες μεταξύ αγκομαχητών, που δεν μπορούν να παραμείνουν άλλο μέσα κι εξωτερικεύονται από χαραμάδες κλειστών σιαγόνων: «είναι νωρίς ακόμα για να πεθάνω», «μη με κοιτάς, δεν θέλω να με βλέπεις έτσι».

-«Αδελφή, είστε η καινούρια;» ακούγεται βιαστικά από μια παλαιότερη.

-«Ναι, σήμερα ξεκίνησα τη πρακτική μου» απάντησα ήδη ξέπνοα από τις εικόνες που πρόλαβαν να με βομβαρδίσουν και να μ’ αφήσουν ένα κινούμενο κουφάρι. «Με λένε Αγαθή» πρόσθεσα.

-«Προσπάθησε να δείχνεις ανεπηρέαστη, Αγαθή. Είναι ο χώρος και τέτοιες οι συνθήκες, που, άθελά μας, η συγκατάβαση μπορεί ν’ αποκτά προσβλητικές διαστάσεις.» μου είπε μειλίχια και συμβουλευτικά.

Προτίμησα ν’ ανταπαντήσω μ’ ένα χαμογελαστό νεύμα, προκειμένου να κρύψω την αμηχανία μου.

-«Παρατήρησα πως οι άνδρες έχουν τη συμπαράσταση των γυναικών τους, ενώ πολλές γυναίκες είναι μόνες τους» είπα αλλάζοντας τη κουβέντα.

-«Πολλές γυναίκες έρχονται με τις φίλες τους» είπε κοφτά κι έστρεψε τη ματιά της αλλού, αλλά πρόλαβα να πιάσω το σκοτείνιασμα στο βλέμμα της. «Αυτό ίσως να ‘ναι το λιγότερο, βλέποντας άλλους να πολεμάνε την αρρώστια τους μόνοι. Έπειτα απ’ τη σκληράδα της συνειδητοποίησης και την αδυναμία να μιλήσουν ανοιχτά γι’ αυτό που τους συμβαίνει, θα δεις πως όλοι στο τέλος παραδέχονται πως στο μαζί είναι η αξιοπρέπεια. Οπότε, ακόμη κι αν λείπει η συζυγική υποστήριξη, υπάρχει κείνη η ευλογία τής ακλόνητης παρουσίας, που ενδύεται τα ρούχα της φιλίας, και δεν θα πρέπει να υποτιμούμε τη δυναμική της.» πρόσθεσε χαμογελαστά και κίνησε να συνεχίσει τη δουλειά της, απαλείφοντας την αμηχανία απ’ το χαμόγελό μου αυτή τη φορά.



 Γι' άλλη μια φορά, το αγαπημένο μας παιχνίδι ολοκληρώθηκε, μετρώντας βλέμματα σε χρώματα έντονα, με παραστάτη τη φιλία και με ένα νόμισμα να δείχνει συγκινητικά χαρούμενες και στενάχωρες καταστάσεις. Το δικό μου νόμισμα έδειχνε τις στενάχωρες καταστάσεις. Αφορμή ήταν το ότι βρέθηκα μάρτυρας στο τι σημαίνει όταν σε τυλίγει το λευκό (ευτυχώς όχι στη περίπτωση του καρκίνου, που εκφράζει το κείμενό μου) και τη "μαρτυρία" κυρίας που ζει καταστάσεις εκ των έσω, εκφράζοντας τη διαπίστωση που θέλησα να υπογραμμίσω σοκαρισμένη: η γυναικεία συζυγική στήριξη που θεωρείται σχεδόν πάντα δεδομένη, ενώ η αντρική όχι και τόσο. Σε τέτοιες τραγικές καταστάσεις, που βρίσκεσαι πελαγωμένος και μετέωρος, πόσο σημαντικός φαίνεται ο άνθρωπος που στέκεται βράχος δίπλα σου; Θεωρώ πως είναι απ' τις περιπτώσεις που υμνείται η φιλία.

Θα ήθελα να πω κι από εδώ ένα μεγάλο μπράβο στη Μαρία Κανελλάκη, που πρώτευσε, χαρίζοντάς μας απλόχερα το γέλιο, στον Γιάννη και τις φίλες που ακολούθησαν, όπως και στην οικοδέσποινα, τη Μαρία, που διοργανώνει και φιλοξενεί ακούραστα το παιχνίδι που τόσο έχουμε αγαπήσει. 






Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

Στα σκαλιά



Πρόλογος



Νιώθω ένα ελαφρύ αεράκι στο πρόσωπό μου. Ήχους φέρνει στ' αυτιά μου· όχι τους συνηθισμένους, όχι. Συλλαβίζει τα ονόματα όσων πέρασαν απ' τη ζωή μου, ή, αν θες, αυτών που πέρασα εγώ απ' τη δική τους. Γυρολόγοι σε αμοιβαία επικερδές αλισβερίσι. Τριγύρω μου είν' έντονα τα χρώματα, κυρίως όμως του λευκού, που βλέπω να σχηματίζει συμπαγείς μάζες, σα σύννεφα, γύρω απ' τα ξυπόλητα πόδια μου. 



Σκηνή Πρώτη



Η πυκνή ομίχλη αρχίζει να ξεθωριάζει σιγά-σιγά, αφήνοντας να εμφανιστεί μία σκάλα. Λουλούδια τη πλαισιώνουν δεξιά κι αριστερά. «Ίσως να 'ναι ζουμπούλια» σκέφτομαι. Τα σκαλοπάτια της είναι δυσανάλογα για τ' ανθρώπινο ύψος. Όμως, ακούω μια πράα φωνή να με παρακινεί να της δώσω το χέρι μου. Η φωνή έχει αφοπλιστικές επιδράσεις πάνω μου, μου βγάζει εμπιστοσύνη. Τείνω το χέρι μου. Το πιάνει σφιχτά και με τραβάει πάνω, λέγοντάς μου να προσέχω. Καθώς με τραβάει, τα μάτια μου προλαβαίνουν και διαβάζουν την επιγραφή τού μεγάλου σκαλοπατιού: «ΦΙΛΙΑ».



Σκηνή Δεύτερη



Βρίσκομαι στο πρώτο σκαλοπάτι και νιώθω να βρίσκομαι σε μπαλκόνι· τόσο ψηλά. Η παρουσία έχει εξαφανιστεί, είμαι πάλι μόνη μου. Το δεύτερο σκαλοπάτι με προσκαλεί να τ' ανέβω. Είναι τόσο χαμηλό που δεν χρειάζεται καμιά προσπάθεια από μέρους μου. Το ανεβαίνω, και πριν προλάβουν τα πόδια μου ν' ακουμπήσουν κάτω, νιώθω να με κατακλύζει το αίσθημα της ευφορίας. «ΧΑΡΑ» νομίζω πως γράφει κάτω. 



Σκηνή Τρίτη



Μπροστά στα πόδια μου βρίσκεται το τρίτο σκαλοπάτι. Δεν είναι σαν το δεύτερο. Αυτό έχει κοφτερές προεξοχές στην επιφάνειά του. Πατάω προσεκτικά στις προεξοχές κι αφήνω το σώμα μου ν' αφεθεί στην ώθηση του κορμιού μου, για ν' ανέβω. Ο αέρας τώρα λυσσομανά, σα τη φωνή δασκάλας που προσπαθεί να επιβάλει την ησυχία. Αρχίζω να νιώθω διαφορετικά. Οι παλμοί μου ανεβαίνουν και νιώθω πως θέλω να βάλω τις φωνές ή να σπάσω κάτι πάνω στο ξέσπασμά μου. Χάνω τον έλεγχο, ενώ νιώθω κάτι να γρατζουνάει τις πατούσες μου. Η ματιά μου πέφτει χαμηλά, και διαβάζω απ' άκρη σ' άκρη: «ΘΥΜΟΣ».



Σκηνή Τέταρτη



Μ' ένα σάλτο βρίσκομαι στο τέταρτο σκαλοπάτι. Τα μάτια μου γεμίζουν απ' το κόκκινο και νιώθω το κορμί μου να ιδρώνει. Ακούγονται ξέπνοοι ψίθυροι, σαν αναστεναγμοί. Σκιές διαγράφονται μπροστά μου, που ενώνονται σε μία, και νιώθω ασυγκράτητη ηδονή. «ΠΑΘΟΣ» διαβάζω. 



Επίλογος



Η ανάβαση κάπου εδώ τελειώνει. Οι περίεργοι μπορούν ν' ανέβουν κι αυτοί τη σκάλα, κι ίσως συναντηθούμε σε κάποιο σκαλοπάτι - γιατί επιστολές, που εξιστορούν τη συνέχεια, δεν στέλνω. 



Η δεύτερη συμμετοχή μου στο 13ο Παίζοντας με τις λέξεις
Κι εδώ η βράβευση 

Το ποίημα της φτωχολογιάς



Πάν' οι παλιοί καλοί καιροί 
που πέφταν' οι μισθοί,
που τρώγαμε αρνί και κοτολέτες,
γλυκά και σοκοφρέτες. 
Τώρα στους δρόμους τριγυρνώ
με το στομάχι μου αδειανό - 
πάνω στης πείνας μου το μεράκι
χθες στον ύπνο μου μασουλούσα εικονικό σουβλάκι. 
Να βγω να το φωνάξω από μπαλκόνι
ή να στείλω επιστολή στης βουλής το σκυλολόι;
Να πω πώς μας καταντήσανε, τσίπα δεν έχουν πάνω;
Τι φάση είν' αυτή; Βαρέλι δίχως πάτο!
Καλά μου τα 'λεγε η μάνα κι ο πατέρας:
«μάθε γράμματα, μη γένεις της ζωής ο δεκανέας».
Μα δεν άκουα εγώ, το βιολί μου
και να σου σήμερα να βαρώ τη κεφαλή μου. 
Δεν έγινα δασκάλα, δεν έγινα γιατρός
μήτε αξιώθηκα να δω τα γράμματα αλλιώς. 
Πότε γυρολόγος, πότε πουλώ ζουμπούλια
και πότε καθαρίστρια με τα χέρια μου καρούλια. 
Μα δεν έχω παράπονο, κάτι κερδίζω
ίσα να μη λέω αντίο, για να 'μαι 'δώ και να σας καλοκαρδίζω.

Η πρώτη μου συμμετοχή στο 13ο Παίζοντας με τις λέξεις
Κι εδώ η βράβευση 

Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

Χέρια υψωμένα


Χέρια ροζιασμένα, σκληρά ρίχνουν σωρεία ξύλου στο τζάκι
κι η κάπνα μαύρη, φκιάνει ανυπόμονα σύγνεφα.
Χοντρές στάλες, πύρινες
κυλούν απ’ τους κρουνούς τ’ ουρανού.
Καταλήγουν με δύναμη σ’ ανθρώπινα καλύβια,
ξεδιψώντας τής ζωής τον μετανάστη·
ανακουφίζοντάς τον σε μια θάλασσα λυτρωτική.  
 
Σ’ αυτό το σενάριο δίνεις ή παίρνεις,
φτιάχνεις ή χαλάς. 
 
Η συμμετοχή μου στο 12ο Παίζοντας με τις λέξεις

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

O σπλαχνικός παλιάτσος

  Απομακρύνθηκες, χαμένος και πάλι στο χάος του μυαλού σου.
Συστήθηκες στη μοναξιά, μπας και την εξευμενίσεις και σου ανοίξει τα κρυφά περάσματα που αγνοείς και τόσο λαχταράς.
Κι αυτή πήρε να παίζει τα λάθη σου, άσματα παράφωνα κι εκκωφαντικά από μεγάφωνο που τα ζωντανεύουν και περνάνε περιπαικτικά απ' την άκρη του ματιού σου.
Ακολουθώ το αίμα που τρέχει απ' τις πληγές σου
και σου φωνάζω μες στο χαμό "Στάσου!".
Παύεις να τρέχεις σα κυνηγημένος, μα παραμένεις φοβισμένος.
Δεν με τρομάζεις! Ίσως εγώ να ξέρω γιατί τρέχεις λαβωμένος, θα συνεχίσω.
Τα μάτια μου ψάχνουν να βρουν τα δικά σου, κι όταν τ' αντικρίζουν βλέπεις την ψυχή σου να καθρεφτίζεται και να ταυτίζεται μαζί τους.
Τα μάτια σου ρίχνουν την δακρυώδη βροχή τους κι ο ήλιος αρχίζει σιγά - σιγά να προβάλει από μέσα τους, σπιθοβολούν.
Η μορφή σου αρχίζει να τεντώνεται. Ισιώνεις.
Δεν είσαι πια πρωταγωνιστής σε άδειο σκηνικό.
Έχεις παρέα, μοιράζεσαι το βάρος.
Θα δέσω σφιχτά τις πληγές σου, θα καλύψω τα σημάδια σου και θα πάψουν να πονούν.
Θα σε βγάλω απ' το μνήμα της ζωής, και θα βγάλω εκείνη τη χαμένη ελπίδα απ' την τσέπη.
Θα σε πάρω στην αγκαλιά μου, και θα σε πάω σε χαρούμενους τόπους.
Θα χαζεύουμε μαζί τις φωτεινές επιγραφές.
Και τη στιγμή που θα βγαίνει το γέλιο γάργαρο από μέσα σου, θα σκύψω και θα σου σιγοψιθυρίσω πως είσαι ακόμα εδώ, όπως ήσουν και πρώτα.
Λέξεις που σου δίνουν το νόημα που ψάχνεις απελπισμένα και σχηματίζουν το κλειδί της πόρτας του λαβυρίνθου.
Καθώς θα στέκεσαι στην έξοδο, θα ξέρεις πως μόνο η αγάπη μπορεί να σώσει απ' τη λήθη.
Η μόνη ηχώ που μπορεί να σβήσει κάθε απόγνωσης κραυγή, με μια της φράση, σαν αγκαλιά, "και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει".

 
/* Άλλος ένας γύρος "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ", 7ο παιχνίδι του 2ου κύκλου. 
Αυτή ήταν η συμμετοχή μου, με την υποχρεωτική φράση κοκκινισμένη, η οποία έδωσε την αφορμή να μαζευτούν υπέροχες συμμετοχές γι' ακόμη μια φορά. Μπράβο σε όλους όσους συμμετείχαν, και φυσικά στην Φλώρα μας, που κρατά άξια το πηδάλιο τούτης της όμορφης και δημιουργικής ιδέας.  */

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Το crescendo των λέξεων

Θα ΄θελα να 'χα έναν άγγελο
να κάθεται στην άφωτη πλευρά του φεγγαριού
καιροφυλακτώντας για τους δραπέτες της μέγγενης του πόνου
και να τους δροσίζει με κρυστάλλινες σταγόνες.

Θα 'θελα να 'χα έναν δράκο
που με το πύρινο άνθος του θα σακατεύει την αναλγησία
και θ' αφήνει τα χέρια της κατάφορτα με ματωμένα άστρα
τρεμοπαίζοντας την αδήριτη ανάγκη της αίσθησης της υπαρξιακής αναγέννησης.

Θα 'θελα να 'χα μια νεράιδα
να ξεθωριάζει τις σκιές
να επουλώνει τις πληγές
και να σβήνει τον λεκέ της σήψης απ' τις ψυχές.



/* Άλλο ένα παιχνίδι "Παίζοντας με τις λέξεις" έφτασε επιτυχώς στο τέλος του, το 5ο του 2ου κύκλου. Μας ταξίδεψε μοναδικά και μας έδωσε τόσες όμορφες, έξυπνες κι εμνευσμένες συμμετοχές, βασισμένες στις πέντε λέξεις (τις κοκκινισμένες!!) που επιλέχθησαν απ' την Αριστέα, που στάθηκαν αφορμή για να διαμορφωθεί αυτός ο λεκτικός ιστός, πάνω σε λουλούδια πλεγμένος. 
 
Φλώρα μου, ήσουν άψογη οικοδέσποινα, 
και σου αξίζει κάθε μπράβο για την παρουσία και τον χρόνο σου!! 
Σ' ευχαριστούμε για όλα!! */

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Απολογισμός ζωής

Απ' το εκτυφλωτικό φως, που πήγαζε απ' το λευκό τούνελ, και διέλυε το πυκνό σκοτάδι που επικρατούσε, άρχισαν να ξεπροβάλλουν δύο αστραπόμορφοι με μακριά χρυσά μαλλιά. Απαράμιλλη ανέκφραστη ωραιότητα. Ωστόσο ξεχείλιζαν αγάπη, η αγαθότητά τους παρέλυε και μετάγγιζε ζεστασιά. Ήταν ο Προστάτης Άγγελος κι ο Άγγελος Υποδοχής, που ζύγωσαν κοντά στην ψυχή του κεκοιμημένου, κι έδιναν την δική τους υπερπροσπάθεια, να την προστατεύσουν και να την σώσουν απ' τα δαιμόνια.

Δαιμόνια που άλλαζαν συνεχώς την μορφή τους, και φοβέριζαν την ψυχή. Πότε άγριοι λύκοι, που έτειναν λυσσασμένα. Πότε σκύλοι, που το γαύγισμά τους ξεκούφαινε. Πότε δίμετροι, γεροδεμένοι μελαμψοί άντρες, που προσπαθούσαν να κάνουν την ψυχή να χάσει κάθε ελπίδα για την σωτηρία της. Αδυσώπητες κατηγόριες, ψευδείς κι αληθινές. Κατηγόριες που ακούγονταν με γνώριμες φωνές "Επιτέλους, γλιτώσαμε απ' αυτό το ανηλεές αφεντικό. Καμιά μακροθυμία και καλοσύνη. Μόνο εξεταστικά βλέμματα, ανικανοποίητες απαιτήσεις κι αλλεπάλληλες προσβολές, θαρρείς και ηδονιζόταν να μας ταπεινώνει." "Πολύ σπάταλος, ρε παιδί μου. Καμιά εγκράτεια πια. Άγγιζε τα όρια της επιδειξιομανίας η ασυδοσία του φορές φορές." "Αυτό που δεν τον χαρακτήριζε στα σίγουρα ήταν η πραότητα. Ακροβατούσε στο σχοινί της ευερεθιστότητας. Μπορούσε να γίνει εξαιρετικά σαρκαστικός, και να κινεί με περισσή επιδεξιότητα τους σπάγκους, μεταβάλλοντας τον οποιονδήποτε σε μαριονέτα, οδηγώντας τον στην πλήρη αποστροφή και βγάζοντάς τον εκτός εαυτού." [...]

Μία στάλα δάκρυ λαμπύριζε στην κόχη του ματιού της ψυχής. Όχι επειδή την βάραιναν με ανυπόστατες δηλώσεις, μα επειδή ήξερε ότι -πολλά απ' αυτά- ήταν η πάσα αλήθεια.

 Ανυπολόγιστο το βάρος που απίθωνε στο ζύγι, αγνοώντας κώδωνες και προειδοποιήσεις. Μα τώρα ήταν αργά για αλάφρωμα της ζυγαριάς κι εξιλέωση μετά επανορθώσεων. Κι αυτό το γνώριζε καλά, και γι' αυτό... οδυρόταν.



Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο 4ο (2ου κύκλου) παιχνίδι των λέξεων. Μια ιδέα της Φλώρας μας, που αυτή τη φορά φιλοξενήθηκε απ' την Αριστέα μας. Αριστέα μου, μπράβο και πάλι για την άψογη φιλοξενία κι οργάνωσή σου, και για την προσφορά σου να φιλοξενήσεις το παιχνίδι και να ξεκουράσεις την Φλώρα. Μπράβο και στον Ανταίο, που με τις λέξεις που επέλεξε έθεσε ψηλά τον πήχη. Μπράβο και σε όσους ξεπέρασαν το αρχικό σοκ (:P) και μας έδωσαν τόσο όμορφες ιστορίες.

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Τα μεγάλα μπάρκα

Η ίδια ώρα βρήκε τον κυρ-Χρήστο στο γνωστό μέρος, να διαβάζει εφημερίδα στο αγαπημένο του παγκάκι. Βλέπεις, είχε βαρεθεί το καφενείο. Οι ίδιες μαύρες συζητήσεις, οι ίδιοι φανατισμοί. Δεν μπορούσε άλλο, είχε κουραστεί.

Τώρα που είχε φτιάξει ο καιρός, προτιμούσε να πηγαίνει στο πάρκο. Να απολαμβάνει την ηρεμία τού πράσινου και να κλέβει λίγη χαρά κι αθωότητα απ' τα παιδιά που έπαιζαν ανέμελα τριγύρω, θαρρείς και μπορούσαν να παγώσουν τον χρόνο και να απομονωθούν στον δικό τους πλασμένο μικρόκοσμο, όπου δεν είχαν χώρο οι μεγάλοι.

Απ' το διάβασμα τον διέκοψε ένα αγοράκι, ίσαμε 7 χρονώ, που κρατούσε κάτι κρυμμένο στις χούφτες του.

-"Γεια σου!!" χαιρέτησε ντροπαλά τον κυρ-Χρήστο.
Ο κυρ-Χρήστος σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε χαμογελώντας τον πιτσιρικά.
-"Τι κρατάς κρυμμένο εκεί;" τον ρώτησε. 
Ο μικρός τον πλησίασε περισσότερο, κι άφησε τον "κρυμμένο θησαυρό" στα πόδια του κυρ-Αντώνη.
Ο κυρ-Αντώνης το πήρε στα χέρια του. Ήταν μια γυάλινη σφαίρα, απ' αυτές με τις "νιφάδες". Στο κέντρο του ήταν ένα καράβι. Ευθύς αμέσως την κούνησε, κι αφέθηκε να κοιτάζει το σύντομο & ξέγνοιαστο χορευτικό ταξίδι των λαμπερών και πολύχρωμων νιφάδων γύρω απ' το καράβι, ώσπου έφταναν στον πάτο της σφαίρας και περίμεναν καρτερικά να την ξανακουνήσει και να βγουν και πάλι στο ταξίδι.

Και μέσα απ' το δικό τους ταξίδι, ταξίδεψε κι αυτός. Σε δικά του μέρη, σε μέρη που είχε περπατήσει και τρυγήσει.

Η σκέψη του έμεινε περισσότερο στις φορές που έπαιρνε την βάρκα του, με την κόρη του, κι έβγαινε στ' ανοιχτά για ψάρεμα. Αχ, αυτή η βάρκα! Λειτουργούσε σα σωτήρια λέμβος, σα κλειδί που ξεκλείδωνε το κλουβί της ρουτίνας και του ξεδίπλωνε μια άλλη πραγματικότητα. Μια απέραντη ομορφιά, που τον μεθούσε. Τον ανατροφοδοτούσε και του έδινε ζωή και τόλμη, να συνεχίσει. Τον έκανε να αισθάνεται παντοδύναμος, αγγίζοντας την αθανασία αυτού του μεγαλείου. Μια ιεροτελεστία, που δεν την διέκοπτε η ιερόσυλη λέξη. Τότε μιλούσαν μόνο τα μάτια, και τα χείλη με το χαμόγελό τους.

Τις σκέψεις του διέκοψε ο πιτσιρικάς, που τον επανέφερε στην πραγματικότητα, λέγοντάς του πως αν ήθελε μπορούσε να την κρατήσει.

-"Μεγάλο το δώρο σου, σ' ευχαριστώ." του απάντησε συγκινημένος. "Στη ζωή σου να είσαι πάντοτε άξιος καπετάνιος, και να θυμάσαι πως μέσα μας ζουν τα μπάρκα τα μεγάλα."

 Αφιερωμένο στην Φίλη μου, μαζί μ' αυτό




Η πρώτη μου συμμετοχή στο παιχνίδι της Φλώρας μας "Παίζοντας με τις λέξεις" (2ο παιχνίδι του 2ου κύκλου), κι όπως προείπα η συμμετοχή μου είναι αφιερωμένη σε μια καλή μου Φίλη, η οποία έχει μοιραστεί διάφορα κομμάτια της μαζί μου, τα οποία γέννησαν ψηφίδες, που βρήκαν μόνες τους την θέση τους. 

Φλώρα μου, σου δίνω κι από εδώ τα συγχαρητήρια και τα ευχαριστώ μου, για την διοργάνωση και την διεκπεραίωση του παιχνιδιού. Να είσαι καλά!


Να και το κυπελλάκι της συμμετοχής! :)