Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2019

Εκ του σύνεγγης, ξαδέρφι (Μέρος 2ο)


«Όλοι εσείς οι άρχοντες και οι ιερείς... 
της ρώμης σας, οι κάποιοι
που ένα θεό είχατε, την αναλώσιμη προβιά σας ...
τη σκιά σας μόνο εξευμενίζετε
 με βέβηλες θυσίες
φαύλη η πορεία σας 
- ιεροφάντες λάγνοι -

Τώρα ξέρω.
Με μαχαιριές οι σκέψεις  τέμνουν
 σε κύβους την αλήθεια
τη φωτιά μου σκεπάζω με πάγου στρώσεις άθραυστες.

Δε μου αρμόζει η συμπόνια, 
δε μου επιτρέπω οίκτο.
Τα μιάσματα λάβαρο κρατάω και πορεύομαι ακόμη»



 -Σοβαρά μιλάς; Το τσουτσούνι του άντρα μπαίνει μέσα στο πιπί μας; Από εκεί που κατουράμε δηλαδή;!!!
     
         Η Λία έπαιρνε  εμβρόντητη από τη μεγαλύτερη αδελφή της τα πρώτα μαθήματα σεξουαλικής αγωγής.
-Ναι, σου λέω! Και πρέπει να κουνιέται, μέσα έξω μέχρι να χύσει μύξες  και να τα αφήσει στην κοιλιά της για να πιάσει παιδί!
- Βλακείες λες. Δε χωράει τίποτα να μπει από εκεί που κάνω τσίσα μου, κούνησε η Λία το κεφάλι της αρνητικά. Με δουλεύεις.

        Λίγο πριν την πρώτη της περίοδο η Λία έπρεπε να ενημερωθεί για την αναπαραγωγή. Όχι για το σεξ, τον έρωτα, την έκρηξη, την ηδονή. Για την αναπαραγωγή ώστε να ξέρει γιατί κάθε μήνα θα αιμορραγεί, να συνηθίσει τη σερβιέτα και να φυλάγεται από τους άντρες. Τα πρακτικά. Τον ρόλο της ενημέρωσης ανέλαβε η μεγάλη κόρη της οικογένειας, παραγγελιά από τη μάνα. «Μίλα στη μικρή, της ζήτησε μια μέρα, εσύ μια χαρά θα της τα πεις.» «Όπως μια χαρά μου τα είπε εμένα η κυρία Ελένη, ε;» θα αντιγύρισε σίγουρα η αδερφή της.
        Ήταν πάνω που ομόρφαινε, μπουμπούκευε, στρογγύλευε, καμπύλιαζε φιδίσια και μεταμορφωνόταν σε θηλυκό. Ένα γλυκό, αξιαγάπητο κοριτσάκι, καλόπιστο και με αφέλειες. 
Αφέλειες στο μετωπάκι, αφέλειες και στο μυαλό. 
        Δεν  ήταν καλλονή και το΄ξερε. Πολύ νωρίς έμαθε όμως πως η ευκολοπιστία της, το στηθάκι που στρογγύλευε, η μέση δαχτυλίδι, τα χειλάκια φουσκωτά και τα αθώα μάτια που άνοιγαν διάπλατα με όλα, ήταν κολασμένος συνδυασμός για τις αντρικές φαντασιώσεις.

-Το σαββατοκύριακο θα έρθουν η θεία με τα ξαδέρφια σου, της είπε η μάνα της το δωδέκατό της καλοκαίρι. Η Λία χάρηκε πολύ. Αγαπούσε τη θεία αλλά τα ξαδέρφια της πήχεις παραπάνω. Της έκαναν πλάκες, την πείραζαν, την κανάκευαν, της έδιναν προσοχή. Και η Λία αγαπούσε τόσο πολύ να την προσέχουν σε έναν τόσο στην κοσμάρα του κόσμο ενηλίκων!
-Πάμε βόλτα με το παπί μου; Ο μεσαίος ξάδερφος κάπου στα 25 του της φαινόταν σταρ.
-Πάμε, αναφώνησε η Λία με ενθουσιασμό.
-Βάλε μαγιό και φύγαμε. Και φύγανε.



        Την πήγε σε ένα έρημο πευκοδάσος πάνω στη θάλασσα. Ακούμπησαν τις πλάτες τους δίπλα δίπλα σε ένα δέντρο κι ένιωθε σπουδαία, σημαντική. Είχαν φύγει αρκετά μακριά για να χαρεί η Λία τη βόλτα με το παπί.

-Ομόρφυνες πολύ, της είπε γλυκά.
-Πφφφ, υπάρχουν και καλύτερες, φύσηξε το τσουλούφι της η Λία.
-Μην το λες, τέτοιο στήθος, πιο όμορφο, αλήθεια δεν έχω ξαναδεί. Κι έχω πάει με πολλές, πίστεψέ με! Αν τραβήξεις στην άκρη το μαγιό σου θα βεβαιωθώ και θα σου πω σίγουρα. Για να δω;
-Όχι!
-Εμένα ντρέπεσαι χαζό; Τον πρώτο σου ξάδερφο; Αν δε σου πω εγώ τότε ποιος θα σου πει;
-ΌΧΙ!
-Είσαι χαζή. Να δω τα βυζάκια σου θέλω μόνο, να τα συγκρίνω με τα άλλα της είπε τραβώντας της το σουτιέν και πριν προλάβει η Λία να αντιδράσει έριξε πάνω της το βάρος όλου του κορμιού του.
-Είσαι πολύ βαρύς !
-Κάτσε πάνω μου τότε να σε χορτάσω με τα μάτια μου, αναθάρρεψε ο ξάδελφος.

       Η Λία έκανε να καθίσει πάνω του αλλά όχι για να δρέψει επαίνους. Φραστικούς και σωματικούς. Ανεβαίνοντας πάνω του και πριν ακόμη τον καβαλήσει το έβαλε στα πόδια με ζιγκ ζαγκ στο πευκοδάσος σαν φυλακισμένο  τσιτάχ τσίρκου για την ελευθερία του. Έτρεξε δαιμονισμένα με τα παντοφλάκια τα πλαστικά στην ανελέητη ζέστη να της καίει τα σωθικά. Μετά από κάμποσα χιλιόμετρα το πήρε περπατητό μέσα από χωματόδρομους και στενά, αρκεί να μην την έβρισκε στην άσφαλτο. Ήθελε να σκεφτεί. Τώρα ήξερε πως ήταν ξεκάθαρη σεξουαλική η συμπεριφορά του ξαδέρφου της που τόσο ως τώρα αγαπούσε η αφελής! Βασικά είχε μόνο δυο πράγματα να σκεφτεί: 

  •  να το καλύψει για την ώρα. Όλοι θα τους περίμεναν για φαϊ με τα κρασιά και τις μπύρες στο τραπέζι
  • να εμπλουτίσει την κατηγορία των Άλλων, των όχι σαν τον πατέρα της.  Ήξερε ήδη ότι η κατηγορία θα μάκραινε σε πλήθος και ανδροειδή. Πρόσθεσε σε αυτή και τον πρώτο της ξάδελφο.

       Όταν τα απογευματάκια έβγαινε για ποδήλατο πλάι στη θάλασσα, σε αρκετά αυτοκίνητα με μεσήλικα ζευγάρια μέσα, αναβόσβηναν τους προβολείς οι οδηγοί και οι γυναίκες δίπλα τους δεν έπαιρναν μυρωδιά. Τα φώτα και η Λία. Αυτοί και η Λία. (Μάλλον δεν είναι καλό πράγμα ο γάμος, της καρφωνόταν στο μυαλό, τούβλο το τουβλάκι, οι πιο πολλοί  λιγουρεύονταν κοριτσάκια, τι έρωτες και κουραφέξαλα μου λένε τώρα;)
        Δεν έκλαψε στην επιστροφή. Δυνατή σαν ταυράκι, ατίθαση σαν κρι κρι και πρώιμα, πολύ πρώιμα λογική.

      Αυτή τη φορά δεν θα το έλεγε πουθενά. Είχε χιλιόμετρα μπροστά της να ζυγίσει καθαρά, αλήθεια, τι θα έλεγε η μάνα της στην αδερφή της την ίδια για το γιο της; Και θα γινόταν πιστευτή η Λία ή ο λόγος του δωδεκάχρονου θα ήταν ενάντια στο λόγο του (θιγμένου βέβαια) 25χρονου ξάδερφου; 
       Θα της το έλεγε αργότερα, μετά από χρόνια. Όταν και η ίδια θα ήξερε να μιλήσει στο φρουρό που νόμιζε πως είχε αλλά ποτέ δεν είχε τελικά. Της το είπε κάποτε, συνειδητοποιημένη γυναίκα. «Ξέρεις, ο ανιψούλης σου μου ρίχτηκε. Στα δώδεκά μου. Χυδαιότατα και ξεδιάντροπα. Ζώο αρσενικό. Χειρίσου το όπως νομίζεις» της είπε λιτά.
       Οι σχέσεις τους δε χάλασαν ποτέ. Γεγονός.
       «Στηρίζεσαι στα πόδια σου μόνο Λία. Από τους άλλους μην περιμένεις, μη ζητάς. Μιλάς μόνο όταν θα είσαι έτοιμη. Καλείσαι να γίνεις ετοιμόλογη, έξυπνη και αποστομωτική και τότε μόνο θα μιλάς.» Γεγονός κι αυτό.

-Χαθήκαμε και γύρισα με τα πόδια, είπε η Λία στους συγγενείς δυο ώρες μετά. 

       Στους γάμους, τις γιορτές, τις κηδείες και βαφτίσεις του μιλούσε ευγενικά, λιγόλογα και τυπικά. Σκλήραινε. Ήταν το πρώτο βήμα για να βάλει τα πράγματα κάποτε στη θέση τους η ίδια. 


Με το σεξ δεν είχε θέμα, ανυπομονούσε κιόλας να ερωτευτεί! Το αποφάσιζε κάθε μα κάθε μεσημέρι που κλειδωνόταν στην τουαλέτα και τρίβοντας το ροδαλό μπουμπούκι της κλειτορίδας της ξεσπούσε σε ανελέητους σπασμούς. Σεξ θα έκανε. Θα ερωτευόταν σίγουρα. Αλλά θα έφευγε εγκαίρως πριν καταντήσει σιωπηλή συνοδηγός δίπλα σε μεσήλικα που θα αναβόσβηνε τα φώτα σε κάθε ποδήλατο με κορίτσι στη σέλα. Γεγονός.










 Η Λία ανάβει ένα τσιγάρο κι ακουμπάει την πλάτη στην πολυθρόνα του γραφείου της.
Αlter ego: Τα σκεφτόσουν αυτά για χρόνια; Ξέρω πώς όχι.
Λία: Όχι, δεν τα σκεφτόμουν. Σπάνια, σποραδικά και τυχαία. Ούτε καν επέτρεψα να με επηρεάσουν
Alter ego: Τα σκέφτεσαι σήμερα. Στα δώδεκά σου ήδη και πολλά έμαθες και κατέληξες στο είδος άντρα που θα σε έλκυε στην ώρα του. Τα απώθησες κυρά Λία αλλά σε διαμόρφωσαν τότε για τα μετά. Σε επηρέασαν.
Λία: Mαλακισμένο, σκάσε! Δε θέλω και δε γουστάρω να με ερμηνεύω. Ό,τι είμαι, είμαι!



…η σεξουαλική αθωότητα είναι πάντοτε ανύποπτη, συμπλήρωσε η μέσα της σοφία. Της Λία.

 

Συνεχίζεται…                                                                          

                              --------------------------------------------------------------------------------------------------                               

                                                                 

 




Ερωτικής Υμνωδίας (;) μέρος 2ον, κυνικό. Ύμνος στη χαμένη αθωότητα. Αν ο έρωτας αποδίδεται στο σεξ με χίλιες δυο εκφράσεις, μόνο η μία είναι η άδολη, η ομορφότερη από όλες. Η λατρεία, η από καρδιάς βγαλμένη.



Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019

σε 27 μονάχα λέξεις




           Η κληματαριά παρέδιδε δωρεάν μαθήματα ελπίδας.
           Ο ήλιος κατ΄οίκον, μαθήματα πολιτισμού.
                               Μηδέν εγγραφές.
           Δισκία των 0,5mg υπόσχονταν απλήρωτο χρόνο.
           Σα να μην αγαπούσαμε τίποτα, ποτέ!



     Η συμμετοχή μου στο Κείμενο της αγαπημένης μας Μαρίας Νικολάου με αφορμή μια ρεαλιστική φωτογραφία και το δρώμενο με το όριο των 25 λέξεων.


     Θαυμάσια χτίζουμε οι άνθρωποι όνειρα να τα στεγάσουμε.
Κι όταν τα στεγάσουμε η απληστία έρχεται αδηφάγα να ζητήσει και να διεκδικεί το πλέον. 
Το πλείστο. 
Το ανικανοποίητο και η εγκατάλειψη είναι τελικά δυο εξ΄αποστάσεως  φίλοι μα συμπληρωματικοί. 
      Ακόμη αναρωτιέμαι πόσοι από εμάς στοχαζόμενοι  αυτή τη φωτογραφία δε βούτηξαν στην ψυχή τους την ίδια... Σπίτια και ψυχές συγκατοικούν.

                              Πολλά πολλά φιλιά και μπράβο στους 19 + μία  :)




Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2019

Ερωτική Υμνωδία - Οι συμμετοχές


Πληροφορίες για την Ερωτική Υμνωδία, 
εδώ.  

*Συμμετοχές* 

1. «Σεξ το ενορμητικόν (Μέρος 1ο)» γράφει η αννετά...κι
2. «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα "σ' αγαπώ"» γράφει η onirokosmos
3. «Σε μαύρο φόντο» γράφει η Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου 
4. «Πιστεύω σ' έναν θεό...» γράφει η onirokosmos
5. «Αισθήσεις και παραισθήσεις» γράφει η Μαρία Γ.
6. «Το πρώτο φιλί» γράφει η ANNA FLO
7. «Πήρα χρώμα και νερό» γράφει η Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
8. «Λευκή δαντέλα» γράφει η Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
9. «Το ραντεβού» γράφει ο Giannis Pit
10. «Εκ του σύνεγγης, ξαδέρφι (Μέρος 2ο)» γράφει η αννετά...κι
11. «Συνάντηση στο ξενοδοχείο» γράφει ο Gip
12. «Κοντσέρτο» γράφει η Lysippe
13. «Ερωτική υμνωδία» γράφει η BUTTERFLY
14. «Φιλήδονες ζωές» γράφει ο Gip
15. «Η καριόλα (Μέρος 3ο)» γράφει η αννετά...κι
16. «Η μάσκα» γράφει ο Giannis Pit
17. «Ο πορθητής των στίχων» γράφει η Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
18. «Θυμάσαι;» γράφει η Lysippe
19. «Μια νύχτα στην άμμο» γράφει ο Gip
20. «Ερωτική μονομαχία» γράφει ο Gip 
21. «Θέλω...» γράφει η onirokosmos
22. «Σιγή...» γράφει η onirokosmos







Σεξ το ενορμητικόν (Μέρος 1ο)

«Διαφεύγοντα και διαφυγόντα εκ του μορφώματος
σε ελευθέρα διάταξη,
αρχέγονα εγκεφαλικά κύτταρα
στο νυν και αεί του οίστρου.
Δαίμονες με υποδόριες τις λευκές κραυγές.

Έμμεσα σε τάισα χορτάρι. »



````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````
«Ναι. Σίγουρα έκανα πολλά λάθη στη ζωή μου. Αλλά δε γεννήθηκα και με οδηγίες χρήσης. Τι είμαι λοιπόν;»  αναρωτήθηκε η Λία σουρώνοντας το ρόφημα με κίστο και πράσινο τσάι. Ήταν ένα από εκείνα τα βροχερά απογεύματα Κυριακής που τα κάνουμε όλα και απομένει λίγη δόση περισυλλογής. Αναπόφευκτης περισυλλογής. Μια ζωή αντιφάσεις . Τα πρωινά δηλητηρίαζε το σώμα της με πολλά τσιγάρα, τοξικότητα και καφέ. Απογοήτευση.  Και τα βράδια επανόρθωνε με αντιοξειδωτικά . Ελπίδα. Τι ήταν λοιπόν; Πες το με μια φράση!  προκάλεσε τον εαυτό της  σε ένα από τα  αγαπημένα της νοητικά παιχνίδια. Σίγουρα ήταν και θα είναι συλλέκτης στιγμών. Φανατικός συλλέκτης στιγμών.

 –  Συλλέκτης στιγμών; Γιατί;  ξαναπροκάλεσε  ανικανοποίητο το alter ego.
 –  Φοβάμαι την αμνησία.
 –  Κατέγραψέ  την. 


Καλοκαίρι του 1978

      Θα΄ταν δε θα΄ταν η Λία 8 χρονών όταν ανέβηκε λίγα σπίτια πιο πάνω να βρει τη Μάγδα. Ο αυγουστιάτικος ήλιος επέβαλε σορτσάκι και φανελάκια στο ασχημάτιστο ακόμη σώμα.
-Καλημέρα κυρ Θόδωρε! Χαμογέλασε στον παππού της φίλης της  που καθόταν στη βεράντα νωχελικά. Είναι η Μάγδα εδώ να παίξουμε;
- Δεν ξέρω πού είναι παιδί μου, την κυρά Θοδώρα ρώτα στην κουζίνα.
      Ναι, ο παππούς και η γιαγιά της φίλης της είχαν το ίδιο όνομα. Τρύπωσε στην κουζίνα που η κυρά Θοδώρα στα γνωστά της μαύρα και με τη  μαντήλα στο κεφάλι μαγείρευε όπως πάντα.
– Καλημέρα κυρά Θοδώρα. Πού είναι η Μάγδα;  
- Δεν ξύπνησε ακόμη κορίτσι μου, σε καμιά ώρα έλα πάλι.
      Πώς τους θυμάται η Λία 50 χρόνια μετά; Ασπρομάλλης παππούς, καμπουριασμένη και μαυροντυμένη γιαγιά  με μια γκριζόμαυρη  μαντήλα με λαχούρια, στα μάτια της τότε ήταν πολύ γέροι. Σήμερα υπολογίζει να΄ταν κάπου στα πενήντα κάτι τους.
-Φεύγω κυρ Θόδωρε, θα ξανάρθω πάλι, είπε ευγενικά η Λία και με σεβασμό.
- Μη βιάζεσαι παιδί μου, κάτσε να μου κάνεις παρέα. Να, έλα κάτσε στα πόδια μου και χτύπησε την παλάμη πάνω στο άσπρο του μπούτι. Κάτσε να σε χαρώ! Θα σου πάρω και παγωτό το απόγευμα.
Η Λία μόλις το άκουσε αυτό ένιωσε άβολα. Δίστασε και, όχι, δεν ήταν καθόλου το παγωτό. Δεν ήθελε  με γέρους πολλά πολλά! Υπάκουη όμως όπως ήταν είπε να κάτσει στα πόδια του μισό λεπτό και μετά να φύγει τρέχοντας. Βόλεψε το άγουρο κορμάκι της πάνω στα πόδια του εύκολα. Όσο βάρος έχει το φτερό. Την έλουσε μια απροσδιόριστη αγωνία χωρίς εξηγήσεις. Αν έβγαινε η κυρα Θοδώρα έξω; Ο παππούς με το χέρι του άρχισε να χαϊδεύει  το πλευρό της κι από κει το  στέρνο της με το ανύπαρκτο, αγορίστικο στήθος. Η Λία λούστηκε από  μια καταιγίδα ιδρώτα που δεν ήξερε να εξηγήσει. Έκανε να σηκωθεί αλλά ο παππούς την κράτησε σθεναρά πάνω  του. Στον παιδικό μηρό  της ένιωσε ένα σκληρό εξόγκωμα ανάμεσα στα πόδια του. Τι ήταν αυτό; Τρόμαξε και δεν ήξερε γιατί. Ο παππούς τώρα είχε και τις δυο του τραχιές παλάμες πάνω στις ρόγες της τάχα μου τρυφερά κι έκανε να τις βάλει μέσα από το μπλουζάκι. Η μικρή πανικοβλήθηκε, δεν ήθελε να την πιάνουν γέροι. Σίγουρα δεν έπρεπε να βγει η κυρά Θοδώρα έξω. Τρόμαξε και δεν ήξερε γιατί.
-Μη φοβάσαι κοριτσάκι μου, και τη Μάγδα έτσι την παίρνω στα πόδια μου κι όλο  την κανακεύω. Τα χέρια του τώρα ταξίδευαν τα άτριχα πόδια του κοριτσιού και πάνω στο σορτσάκι της. Αυτό ήταν!  Η μικρή πετάχτηκε και τρεχάλα έφτασε στο σπίτι της με την αγωνία να της ανακατεύει άρυθμα την αναπνοή.
       Όταν έφυγε το λαχάνιασμα είπε στη μαμά της πως ο κυρ Θόδωρος, ο παππούς της Μάγδας την ανάγκασε να κάτσει στα πόδια του και τη χάιδευε κι αυτό δεν ήθελε ποτέ, ποτέ, ποτέ να ξανασυμβεί! –Με ακούς μαμά; Ποτέ! Δε θα ξαναπατήσω το πόδι μου εκεί! Να πας να του το πεις!
       Η Λία φτιάχνει ένα δεύτερο ρόφημα και ανοίγει αποφασιστικά ένα
word στην επιφάνεια εργασίας της. Θα καταγράψει. Για τον εαυτό της σίγουρα. Ίσως έτσι με τακτοποιημένες αναμνήσεις αυτοπροσδιοριζόταν. Σίγουρα όμως θα ήταν πολύτιμο να ανατρέχει στις μνήμες της όταν ο εγκέφαλός της σε κάποια χρόνια θα αρνιόταν να δουλέψει γι΄αυτό.
      Δεν έμαθε ποτέ αν η μάνα της έκανε τότε κάτι . Ορισμένα πράγματα τη δεκαετία του ΄70 δε συζητιούνταν. Ειδικά στις μικρές καλοκαιρινές γειτονιές της εξοχής. Η Λία έκοψε κάθε επαφή με τη φίλη της τη Μάγδα. Όταν αυτή ερχόταν, η Λία κρυβόταν ή το΄σκαγε από την πίσω πορτούλα. Τα δυο κορίτσια χάθηκαν οριστικά τα χρόνια του γυμνασίου, ο κυρ Θόδωρος πέθανε στην εφηβεία της κι όταν η Λία το έμαθε αυτό, αδιαφόρησε παγερά.  Η ιστορία  αυτή έμεινε στο ραφάκι της αχρείαστη. Δεν είχε ιδέα για το σεξ αλλά το ένστικτό της τότε κατέταξε τους άντρες σε δυο κατηγορίες:  άντρες σαν το μπαμπά της κι άντρες που δεν ήταν σαν κι αυτόν. Άλλοι.  Προτιμούσε άντρες σαν το μπαμπά της κι αυτό σφραγίστηκε τότε στα οχτώ της χρόνια.




Συνεχίζεται…



         Είναι το ποδαρικό μου σε ένα δρώμενο που θέλω κι ελπίζω να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά του κεκαλυμμένου καθωσπρεπισμού. Είμαστε άνθρωποι, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό και ο έρωτας μας ορίζει σε μεγαλύτερο μέρος από όσο θέλουμε να δείχνουμε. Γιατί; αφού χωρίς τον έρωτα δεν υφίσταται ζωή. Ο έρωτας είναι αδυναμία; όχι! Ο έρωτας είναι η δύναμη ! Το Φως, το Νερό, ο Αέρας, η Γη συντελούν στη δημιουργία του, για τη δημιουργία με τη σειρά του , των πάντων. Είναι η Ζωή. Μιλάμε για τη Ζωή λοιπόν εδώ. Με τόλμη και θάρρος περιγράφουμε τη μια από τις δυο  φυσικές δυνάμεις  που δεν πατάξαμε ποτέ, αυτή και το χρόνο.
         Καλή επιτυχία Λυσίππη, Γιάννη στην Ερωτική Υμνωδία, με πολλές, πάρα πολλές συμμετοχές που θα σπάσουν τα ταμεία! Κάθε μια στη δική της γλώσσα γραμμένη και με τα δικά της νοήματα θα αποδώσει με τον τρόπο της μια τεράστια κι ανεξάντλητη φύση, τη φύση μας!
         Καλώς μας ήρθες κι εσύ Αφροδίτης Ερωτική Υμνωδία κι ας σε ξεχνάμε 9.000 χρόνια μετά. Όλοι μας όμως σου βγάζουμε το καπέλο. Ο έρωτας και ο βήχας δεν κρύβονται, λέμε. Και για το βήχα, άντε και βγήκε και το νέο phytobisolvon, για τον έρωτα όμως; Τι διάλα, τζάμπα έγραψε καμιά δεκαριά βιβλία ο Irvin Yalom και μελέτησε χιλιάδες υποχείρια του έρωτα στα ντιβάνια του;
         Η δική μου ηρωίδα, μάλλον θα αναφερθεί σπονδυλωτά σε όλα τα βασικά ερωτικά μονοπάτια που την διαμόρφωσαν από τα πρώτα οιστρογόνα  ως τη λεωφόρο της εμμηνόπαυσης και αρκετά μετά. Όρεξη να΄χουμε και σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα μη μας τύχει κι όλα γίνονται!

Loveάκια, loveάκια και loveάκια πολλά