Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Ο Γάτος - Charles Baudelaire





Ο Γάτος - Charles Baudelaire 


Μες στο μυαλό μου περπατά,
Όπως στο διαμέρισμά του, ένας ωραίος,
Γάτος δυνατός, γλυκός και γοητευτικός
Όταν νιαουρίζει, μόλις που ακούγεται,
Τόσο ο ήχος του είναι τρυφερός και διακριτικός
Αλλά η φωνή του είτε μαλακώνει είτε μαλώνει,
είναι πάντα πλούσια και βαθιά.
Να, η γοητεία του και το μυστικό του.
Αυτή η φωνή που αναβλύζει κόμπο κόμπο
Κι εισδύει στα πιο σκοτεινά μου βάθη

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Μια μικρή βαρκούλα

Ήταν μόνο μια μικρή βαρκούλα. Μια τόση δα καινούρια βαρκούλα. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ της τον κόσμο έξω. Δεν είχε νιώσει πώς είναι να σκίζεις, όλο χάρη και καμάρι, τα νερά. Να ακούς τις πάμπολλες ιστορίες των ψαριών. Άλλες πραγματικές, άλλες γεννημένες στη φαντασία. Πείραζε; Σημασία είχε ότι θα τις άκουγε με ενδιαφέρον. Θα τις ζούσε, θα γινόταν κομμάτι και πρωταγωνίστρια, κι αυτό την γέμιζε ενθουσιασμό κι ανυπομονησία. Ανυπομονησία για να ζήσει πράγματα, και να έχει τον τουπέ των ψαριών. Να το παίξει κι αυτή σημαντική. Πολυταξιδεμένη και σοφή.

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

Το φάντασμα... της αξόδευτης αγάπης



Άλλη μια νύχτα, που περιπλανιέται μέσα στους άδειους δρόμους. Ένα ακόμη βράδυ, κατακλυσμένη απ' τις ίδιες σκέψεις και τα ίδια συναισθήματα.


Μια γυναίκα γύρω στα 24, που θαρρείς είχε ξεπεταχτεί από άλλες εποχές. Δεν ήταν ίδια με τις υπόλοιπες, ξεχώριζε. Μπορούσε να το αντιληφθεί ο καθένας. Ο "αέρας", το στιλ της... τα πάντα εξέπεμπαν μια φινέτσα. Μελαγχολική σα παρουσία, μα τόσο, τόσο γοητευτική.

Ντυμένη, όπως πάντα, στα λευκά. Με τα ξανθά μακριά μαλλιά της, να ξεχύνονται και να πέφτουν πάνω στα στήθη της.

Παρόλο που ήταν πλημμυρισμένη από συναισθήματα, το πρόσωπό της παρέμενε ανέκφραστο. Δε μπορούσε κανείς να αποκωδικοποιήσει και να καταλάβει αυτά που αισθανόταν, ούτε στο ελάχιστο. Ήξερε πολύ καλά να κρύβει αυτά που αισθάνεται. Να φορά ένα προσωπείο και να παραμένει ασφαλής πίσω απ' αυτό, ή έτσι, τουλάχιστον, νόμιζε.

Ήταν ένα φάντασμα... αξόδευτης αγάπης!

Μετά από πολλά βράδια, είχε ξαστεριά. Αλλιώτικη νύχτα, λες και προμήνυε κάτι να συμβεί εκείνο το βράδυ.

Κατευθύνθηκε προς την παραλία. Στο ίδιο παγκάκι, στην αγαπημένη της θέση.

Η θάλασσα ήταν ήρεμη, με τα αδύναμα κύματα να γλείφουν την άμμο.

Δεν πέρασε πολλή ώρα κι έπιασε με την άκρη του ματιού της μια αντρική φιγούρα, να πλησιάζει. "Μπορώ να καθίσω;", ακούστηκε να λέει. Αν κι απρόθυμα, η γυναίκα με τα λευκά τραβήχτηκε πιο 'κει κι έκανε χώρο να καθίσει ο άντρας.

Η λευκοντυμένη γυναίκα παρέμεινε σιωπηλή. Μα έριχνε κλεφτές ματιές προς το μέρος του. Τον περιεργαζόταν, με τα μεγάλα καστανά της μάτια. Ήταν λες και μπορούσε να δει μέσα του. Ήσυχη φυσιογνωμία, μα μέσα του κρυβόταν πάθος, ένταση... συνοδευόμενα με ποιότητα κι ευγένεια, όχι με χυδαιότητα.

Μπορούσαν κι οι δυο να το νιώσουν. Υπήρχε έλξη. Κάτι τους έδενε.

Ο άντρας σήκωσε ελαφρά την άκρη του καπέλου της κι αφού έγειρε προς το μέρος της, ακούμπησε απαλά τα χείλη του πάνω στα δικά της.

Όλα ήταν σα κομμάτι ιεροτελεστίας. Τα κορμιά τους ενώθηκαν κι έγιναν ένα. Οι ανάσες τους γρήγορες. Οι παλμοί τους τόσο δυνατοί, λες κι η καρδιά τους επρόκειτο να σπάσει. Οι φιγούρες τους ήταν λες και χόρευαν, με αυξομειωμένη ταχύτητα, ώσπου έφτασαν στο ζενίθ της ηδονής.

Ο άντρας αποκοιμήθηκε σχεδόν αμέσως. Η γυναίκα έβαλε τα ρούχα της κι απομακρύνθηκε με ένα ζωγραφισμένο χαμόγελο στα χείλη, όλο ικανοποίηση. Ένιωθε, επιτέλους, πλήρης.

Δεν ξαναεμφανίστηκε ποτέ τα βράδια από τότε...