Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Απολογισμός ζωής

Απ' το εκτυφλωτικό φως, που πήγαζε απ' το λευκό τούνελ, και διέλυε το πυκνό σκοτάδι που επικρατούσε, άρχισαν να ξεπροβάλλουν δύο αστραπόμορφοι με μακριά χρυσά μαλλιά. Απαράμιλλη ανέκφραστη ωραιότητα. Ωστόσο ξεχείλιζαν αγάπη, η αγαθότητά τους παρέλυε και μετάγγιζε ζεστασιά. Ήταν ο Προστάτης Άγγελος κι ο Άγγελος Υποδοχής, που ζύγωσαν κοντά στην ψυχή του κεκοιμημένου, κι έδιναν την δική τους υπερπροσπάθεια, να την προστατεύσουν και να την σώσουν απ' τα δαιμόνια.

Δαιμόνια που άλλαζαν συνεχώς την μορφή τους, και φοβέριζαν την ψυχή. Πότε άγριοι λύκοι, που έτειναν λυσσασμένα. Πότε σκύλοι, που το γαύγισμά τους ξεκούφαινε. Πότε δίμετροι, γεροδεμένοι μελαμψοί άντρες, που προσπαθούσαν να κάνουν την ψυχή να χάσει κάθε ελπίδα για την σωτηρία της. Αδυσώπητες κατηγόριες, ψευδείς κι αληθινές. Κατηγόριες που ακούγονταν με γνώριμες φωνές "Επιτέλους, γλιτώσαμε απ' αυτό το ανηλεές αφεντικό. Καμιά μακροθυμία και καλοσύνη. Μόνο εξεταστικά βλέμματα, ανικανοποίητες απαιτήσεις κι αλλεπάλληλες προσβολές, θαρρείς και ηδονιζόταν να μας ταπεινώνει." "Πολύ σπάταλος, ρε παιδί μου. Καμιά εγκράτεια πια. Άγγιζε τα όρια της επιδειξιομανίας η ασυδοσία του φορές φορές." "Αυτό που δεν τον χαρακτήριζε στα σίγουρα ήταν η πραότητα. Ακροβατούσε στο σχοινί της ευερεθιστότητας. Μπορούσε να γίνει εξαιρετικά σαρκαστικός, και να κινεί με περισσή επιδεξιότητα τους σπάγκους, μεταβάλλοντας τον οποιονδήποτε σε μαριονέτα, οδηγώντας τον στην πλήρη αποστροφή και βγάζοντάς τον εκτός εαυτού." [...]

Μία στάλα δάκρυ λαμπύριζε στην κόχη του ματιού της ψυχής. Όχι επειδή την βάραιναν με ανυπόστατες δηλώσεις, μα επειδή ήξερε ότι -πολλά απ' αυτά- ήταν η πάσα αλήθεια.

 Ανυπολόγιστο το βάρος που απίθωνε στο ζύγι, αγνοώντας κώδωνες και προειδοποιήσεις. Μα τώρα ήταν αργά για αλάφρωμα της ζυγαριάς κι εξιλέωση μετά επανορθώσεων. Κι αυτό το γνώριζε καλά, και γι' αυτό... οδυρόταν.



Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο 4ο (2ου κύκλου) παιχνίδι των λέξεων. Μια ιδέα της Φλώρας μας, που αυτή τη φορά φιλοξενήθηκε απ' την Αριστέα μας. Αριστέα μου, μπράβο και πάλι για την άψογη φιλοξενία κι οργάνωσή σου, και για την προσφορά σου να φιλοξενήσεις το παιχνίδι και να ξεκουράσεις την Φλώρα. Μπράβο και στον Ανταίο, που με τις λέξεις που επέλεξε έθεσε ψηλά τον πήχη. Μπράβο και σε όσους ξεπέρασαν το αρχικό σοκ (:P) και μας έδωσαν τόσο όμορφες ιστορίες.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Στα βήματα του τανγκό



Χέρια σφιχτοπλεγμένα και κορμιά που έρχονται κοντά, ηλεκτρισμένα, αφιονισμένα και μεθυσμένα απ' την μουσική. Βλέμματα μπλεγμένα, που πότε προκαλούν κι απειλούν, και πότε κάνουν πίσω κι επιστρέφουν με περισσότερη ένταση. Κορμιά ενωμένα, που στροβιλίζονται σε μία έκρηξη ξέφρενου πάθους και δύναμης.

Τα βήματά σου γρήγορα, κοφτά, δυναμικά, ευέλικτα με άψογα σταματήματα. Να είναι γρήγορα κι αποφασιστικά, προς τα εμπρός, στην αγάπη και την ευτυχία. Πλαγιαστά, σα να βγάζουν γλώσσα, στη λύπη, και να συνεχίζουν προς την κορύφωση της υπομονής και του θάρρους, όχι της λιποψυχίας.



Για το Μιραντάκι, που έχει σήμερα τα γενέθλιά του. :)

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Θυμάσαι;

Θυμάσαι;

Σ' ένα κοχύλι συναντηθήκαμε.
Το κάναμε βάρκα και γυρίσαμε όλο τον ωκεανό.
Και καντάδα μας... το τραγούδι των κοραλλιών.
Θυμάσαι;

Μου βαστούσες την χούφτα και χανόμασταν στους γαλαξίες.
Μου έδειχνες έναν έναν τους πλανήτες.
Να η Αφροδίτη, να ο Πλούτωνας. Να κι ο Δίας.
Θυμάσαι;

Γινόσουν φάρος για να μην χαθώ στο έρεβος.
Γινόσουν βροντή για να με ξυπνάς απ' τον παρατεταμένο ύπνο.
Με έλουζες με όλα τ' αστέρια τ' ουρανού, για να λάμπω, όταν ήμουν σκυθρωπή.
Θυμάσαι;

Πάντα προλάβαινες ν' αγκαλιάσεις την σκιά μου πριν εξαφανιστεί.
Και την έντυνες με το βαθύ κόκκινο των κλειστών πετάλων ενός τριαντάφυλλου.
Τότε η επιθυμία γινόταν κανίβαλος και μας κυρίευε αχόρταγα.
Θυμάσαι;

Με ξυπνούσες με λόγια που ακούγονταν σα προσευχή.
Κι οι λαλιές μας μεταμορφώνονταν σε τραγούδι αηδονιού.
Τότε ανοίγαμε φτερούγες και πετούσαμε στον δικό μας κόσμο, έναν κόσμο αυστηρά για δύο.
Θυμάσαι;

Κι όταν κοιμόσουν φρόντιζα τα όνειρά σου, τα έκανα γλυκά.
Εξομολογούμενη τα όσα ένιωθα με την πιο κελαρυστή κι αέρινη φωνή μου.
"Ένα αστέρι χάραξε κάποτε ένα νοητό μονοπάτι κι, επιτέλους, με οδήγησε στην δική μου Βηθλεέμ".
Θυμάσαι;

Πες μου, θυμάσαι;



--> ♪ ♫ ♩ ♬<--


Αυτή ήταν η δική μου συμμετοχούλα για το Συμπόσιο Ποίησης, που ήταν ιδέα του αριστακίου. Αριστέα μου, μπράβο για την όμορφη και πρωτότυπη ιδέα. Και σ' ευχαριστούμε για την άψογη οργάνωση & διεκπεραίωση και που μας έδωσες την ευκαιρία να πιούμε και να μεθύσουμε από ποίηση, μέσα από τις ομορφιές που μαζεύτηκαν. 

2019: Το «Θυμάσαι;» συμμετέχει και στην Ερωτική Υμνωδία

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Σαν σήμερα σε βρήκα και με βρήκες


 Η πιο όμορφη διαδικτυακή τούρτα που έχω λάβει ποτέ, 
δια χειρός του γλυκύτερου Κούνελου της Μπλογκοχώρας.
Σ' ευχαριστώ πολύ!!!

Γενέθλια. Γιορτές. Ξανά γενέθλια. Ξανά γιορτές. Άλλη δουλειά δεν έχουμε, δηλαδής; Άιντε να μοιράζει αυτόγραφα πάλι και να κάνει δηλώσεις... ώχουυυ και βαριέται!...  γιατί δεν σου το είπα αλλά σα σήμερα γεννήθηκε. Για 21 χρόνια ομορφαίνει (γκούχου γκούχου!! -χριστούλης και παναγίτσα) τον πλανήτη Γη. Πάει κι η Λυσίππη. Έκλεισε τα 21 και μπήκε στα γηρατειά οριστικά (κλαυθμός & οδυρμός μετά στηθοκοπημάτων -πλανταμός, όχι αστεία!).

Και μυστήηηρια;; Μυστήρια;;; Και παράααξενη;; Παράξενη;;; Ποτέ δεν της άρεσαν αυτές οι μέρες. Κι όχι μόνο δεν χαίρεται, αλλά ίσως να την πιάνει και μια θλίψη (είπαμε(!) παράξενη, τι δεν καταλλλαβαίνεις;;). Αυτό που την κάνει να χαμογελάει, όμως, είναι που -σα τέτοια μέρα- συναντήθηκε, στο σταυροδρόμι της ζωής, με τη μαμά της. Που βρήκε αυτή τη μαμά της, κι η μαμά της αυτήν!

Ουράνιο τόξο την προσφωνεί όλο γλύκα κι ενθουσιασμό. Γι' αυτήν είναι η γέφυρα κι ο θησαυρός μαζί. Κι όχι επειδή το επιτάσσει η κοινωνία, λόγω της γονεϊκής σχέσης. Η Λυσίππη δεν δίνει σημασία σ' αυτά, μιας κι οι ταμπέλες δεν λένε τίποτα από μόνες τους -και το έχει μάθει πολύ καλά αυτό.

Μέσα από αυτήν έγινε μάρτυρας και θαύμασε το μεγαλείο του πολύπλευρου ταλέντου και της εφευρετικότητας (μήπως ν' αρχίσει να την λέει Κύρο -Γρανάζη, you know;;;), την αίσθηση του σωστού, της δικαιοσύνης και της υπευθυνότητας, της αξιοπρέπειας, της υπομονής, της αισιοδοξίας, της ακούραστης μαχητικότητας, του πείσματος, της θυσίας και της αυταπάρνησης, της βαθιάς καλοσύνης κι αγάπης, της καταπάτησης του Εγώ... έμαθε τι πάει να πει να γεννιέσαι Κυρία, κι όχι να την παριστάνεις.
Κι όχι, δεν υπερβάλλει. Ούτε καθαγιάζει.

Συγκινείται που όλα αυτά τα χρόνια ήταν (και συνεχίζει να είναι) ουσιαστικά δίπλα της. Που επιλέγει να είναι Φίλη, αφήνοντας πίσω αυστηρά κι απόμακρα προσωπεία, μηδενίζοντας αποστάσεις. Κάνοντας έτσι χώρο για εξομολογήσεις, συζητήσεις επί συζητήσεων, απίστευτων γέλιων και διασκεδάσεων (γιατί ακόμα κι εκεί ταιριάζουν).

 "Όπως είσαι ήμουν, κι όπως είμαι θα γίνεις!" της έχει πει ουκ ολίγες φορές. (Γίνεται να μην χαμογελάς & να γεμίζεις μπροστά σε τέτοια ταύτιση;)




Ένα απ' τα τραγούδια μας, ουράνιο τόξο. 
Πάντοτε το ακούω με τέρμα την ένταση και σε θυμάμαι. 
Σαν πεταλούδα πετάς γύρω μου. 
Ανάλαφρο το πέταγμα και το ακούμπισμά σου πάνω μου. 

Έχεις πάντα τον απέραντο θαυμασμό & την αιώνια ευγνωμοσύνη μου! 

Δεν σ' αγαπώ, ούτε σε λατρεύω... αυτό που νιώθω δεν χωρεί σ' αυτές τις λέξεις, τις ξεπερνά. 

Και να σου πω πως δεν ξέρω αν είμαι η τέλεια κόρη 
(αλλά ξέρω πως για σένα είμαι -άλλωστε για την κουκουβάγια το κουκουβαγάκι της είναι το ομορφότερο και το καλυτερότερο!), μα ελπίζω να σου επιστρέφω όσο το δυνατόν πιο πολύ όλο αυτό που μου δίνεις εσύ με τόση ανιδιοτέλεια. Και μακάρι να σου μοιάσω, όχι μόνο σαν μάνα (αν και όταν) αλλά και σαν άνθρωπος!


Ακόμα θυμάμαι τότε που είχες έρθει εδώ και διάβαζες 
κλαίγοντας το Ε. Κι εγώ αναρωτιόμουν αν έκλαιγες σ' αυτό 
τι θα έκανες με το Ζ, με αποκορύφωση τη στιγμή που 
θα σου έλεγα ότι είχα Εσένα στο μυαλό μου όταν το έγραφα

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Ο διαβάτης

Ο διαβάτης

Υπάρχει ένας διαβάτης με χαμηλωμένο το κεφάλι του.
Το ντύσιμό του απλό.
Το περπάτημά του αργό, σχεδόν αέρινο. 

Ένας διαβάτης που αφοπλίζει το πέρασμά του.
Αφήνοντας κάτι το απόκοσμο, όμορφο απόκοσμο.
Αποπνέοντας γαλήνια τρυφερότητα.  

Οι κινήσεις του ξεχειλίζουν γλυκύτητα και κομψότητα. 
Ο λόγος του σκέτη μελωδία.

Μια παρουσία που σε κατακλύζει. 
Σε κάνει να νιώθεις οικεία. 
Σε κάνει να ανοίγεσαι. 

Ένας διαβάτης που ξέρει να παρατηρεί γύρω του. 
Ν' ακούει, ν' αφουγκράζεται. 
Που ξέρει ν' απλώνει το χέρι του -κάτι από βελούδο στο άγγιγμά του.
Να απαλύνει τον πόνο. 
Και να τον αντικαθιστά με όμορφα συναισθήματα. 

Ένας διαβάτης που το όνομά του είναι Αγάπη. 



When I feel alone I reach for you
And you bring me home
When I'm lost at sea I hear your voice
And it carries me

[They say in heaven love comes first]


Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Κλείσε τα μάτια


Πατάς το play. 
Κλείνεις τα μάτια, για να υποδεχτεί ο νους κι η ψυχή σου τις πρώτες νότες. Ευθύς αμέσως, τα πάντα γεμίζουν υπέρλαμπρο φως. Μεταφέρεσαι σε μια τεράστια, στολισμένη γιορτινά, αίθουσα υποδοχής, με απαστράπτοντα φώτα, που πηγάζουν από υπέροχους πολυελαίους. Εσύ με μπούκλες το μαλλί και πιασμένο σε έναν σικάτο κότσο, με τούφες να πλαισιώνουν το πρόσωπό σου. Ενδεδυμένη με ένα εντυπωσιακό φόρεμα εποχής. Κατευθύνεσαι στο κέντρο της αιθούσης, όπου σε περιμένει ένας νέος -έχοντας κι αυτός την πρέπουσα ενδυμασία. Πριν καν πλησιάσει ο ένας τον άλλον, αρχίζετε να στροβιλίζεστε στον γλυκό απόηχο των οργάνων, που πάλλονται αισθαντικά, μέχρι να παίξουν και την τελευταία νότα και τα φώτα σβήσουν. 


"Το βαλς των ματιών"
Τι ωραίος τίτλος. :)

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Σκόρπιες κουβέντες

Στεκόμουν μπροστά απ' τις ζάχαρες και σκεφτόμουν "να μπω στον δρόμο της υγιεινής και να πάρω στέβια, ή να κάνω βουτιά στον βούρκο της ακολασίας και να πάρω την κλασική ζάχαρη;". Κι απ' τις σκέψεις μου με διέκοψες εσύ, ρωτώντας με πού βρίσκονται τα καρύδια. Χάθηκα λίγο με την ξαφνική σου ερώτηση και σου απάντησα "δεν ξέρω!". Μ' ευχαρίστησες ευγενικά κι έκανες να φύγεις. Ξεμάκρυνες λίγα βήματα. Ψιλοέτρεξα να σε προλάβω, για να σου πω πως βρίσκονται μαζί με τα ποτά. Με ξαναευχαρίστησες, κοιτώντας με με μάτια που σπινθηροβολούσαν και χαμογελούσαν. Μου είπες πως τα ήθελες για να φτιάξεις γλυκό. Μου έδειξες την λίστα με τα ψώνια σου και με ρώτησες για 2-3 ακόμα που δεν ήξερες πού βρίσκονταν. Αφού σου απάντησα με ρώτησες το όνομά μου και τι σπουδάζω, κι εσύ μου είπες το δικό σου. Και μετά μου έλεγες για τις σπουδές σου, πού βρίσκεσαι εργασιακά, για την κατάσταση της μαμάς σου και πόσο σοβαρά ήταν. Μέχρι και για γλώσσες μιλήσαμε. Δεν έλειψαν κι οι φιλοσοφο-κοινωνικές κουβέντες. Ούτε η -επί τροχάδην- εξιστόρηση κάποιων δικών σου κομματιών. Κι έφυγες όσο γλυκά άρχισες να μιλάς -ακουμπώντας με και μιλώντας μου σα να με ήξερες. Δίνοντάς μου συμβουλές, προτροπές, να προσέχω κλπ. Και ζήτησες συγνώμη που με καθυστέρησες. Ανταπάντησα ομοίως! Και χαμογέλασα με τον αυθορμητισμό, την ευγένεια και την γλυκύτητά σου. Σ' ευχαριστώ που μ' εμπιστεύτηκες. 

Ίσως ξαναβρεθούμε στον διάδρομο με τις ζάχαρες. 
Κι ελπίζω τα νέα σου να είναι ευχάριστα!


 
Είναι κάποιοι άνθρωποι που μπορούν με τόσα λίγα κι απλά 
να σε κάνουν να πετάξεις σα μπαλόνι.

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Τα μεγάλα μπάρκα

Η ίδια ώρα βρήκε τον κυρ-Χρήστο στο γνωστό μέρος, να διαβάζει εφημερίδα στο αγαπημένο του παγκάκι. Βλέπεις, είχε βαρεθεί το καφενείο. Οι ίδιες μαύρες συζητήσεις, οι ίδιοι φανατισμοί. Δεν μπορούσε άλλο, είχε κουραστεί.

Τώρα που είχε φτιάξει ο καιρός, προτιμούσε να πηγαίνει στο πάρκο. Να απολαμβάνει την ηρεμία τού πράσινου και να κλέβει λίγη χαρά κι αθωότητα απ' τα παιδιά που έπαιζαν ανέμελα τριγύρω, θαρρείς και μπορούσαν να παγώσουν τον χρόνο και να απομονωθούν στον δικό τους πλασμένο μικρόκοσμο, όπου δεν είχαν χώρο οι μεγάλοι.

Απ' το διάβασμα τον διέκοψε ένα αγοράκι, ίσαμε 7 χρονώ, που κρατούσε κάτι κρυμμένο στις χούφτες του.

-"Γεια σου!!" χαιρέτησε ντροπαλά τον κυρ-Χρήστο.
Ο κυρ-Χρήστος σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε χαμογελώντας τον πιτσιρικά.
-"Τι κρατάς κρυμμένο εκεί;" τον ρώτησε. 
Ο μικρός τον πλησίασε περισσότερο, κι άφησε τον "κρυμμένο θησαυρό" στα πόδια του κυρ-Αντώνη.
Ο κυρ-Αντώνης το πήρε στα χέρια του. Ήταν μια γυάλινη σφαίρα, απ' αυτές με τις "νιφάδες". Στο κέντρο του ήταν ένα καράβι. Ευθύς αμέσως την κούνησε, κι αφέθηκε να κοιτάζει το σύντομο & ξέγνοιαστο χορευτικό ταξίδι των λαμπερών και πολύχρωμων νιφάδων γύρω απ' το καράβι, ώσπου έφταναν στον πάτο της σφαίρας και περίμεναν καρτερικά να την ξανακουνήσει και να βγουν και πάλι στο ταξίδι.

Και μέσα απ' το δικό τους ταξίδι, ταξίδεψε κι αυτός. Σε δικά του μέρη, σε μέρη που είχε περπατήσει και τρυγήσει.

Η σκέψη του έμεινε περισσότερο στις φορές που έπαιρνε την βάρκα του, με την κόρη του, κι έβγαινε στ' ανοιχτά για ψάρεμα. Αχ, αυτή η βάρκα! Λειτουργούσε σα σωτήρια λέμβος, σα κλειδί που ξεκλείδωνε το κλουβί της ρουτίνας και του ξεδίπλωνε μια άλλη πραγματικότητα. Μια απέραντη ομορφιά, που τον μεθούσε. Τον ανατροφοδοτούσε και του έδινε ζωή και τόλμη, να συνεχίσει. Τον έκανε να αισθάνεται παντοδύναμος, αγγίζοντας την αθανασία αυτού του μεγαλείου. Μια ιεροτελεστία, που δεν την διέκοπτε η ιερόσυλη λέξη. Τότε μιλούσαν μόνο τα μάτια, και τα χείλη με το χαμόγελό τους.

Τις σκέψεις του διέκοψε ο πιτσιρικάς, που τον επανέφερε στην πραγματικότητα, λέγοντάς του πως αν ήθελε μπορούσε να την κρατήσει.

-"Μεγάλο το δώρο σου, σ' ευχαριστώ." του απάντησε συγκινημένος. "Στη ζωή σου να είσαι πάντοτε άξιος καπετάνιος, και να θυμάσαι πως μέσα μας ζουν τα μπάρκα τα μεγάλα."

 Αφιερωμένο στην Φίλη μου, μαζί μ' αυτό




Η πρώτη μου συμμετοχή στο παιχνίδι της Φλώρας μας "Παίζοντας με τις λέξεις" (2ο παιχνίδι του 2ου κύκλου), κι όπως προείπα η συμμετοχή μου είναι αφιερωμένη σε μια καλή μου Φίλη, η οποία έχει μοιραστεί διάφορα κομμάτια της μαζί μου, τα οποία γέννησαν ψηφίδες, που βρήκαν μόνες τους την θέση τους. 

Φλώρα μου, σου δίνω κι από εδώ τα συγχαρητήρια και τα ευχαριστώ μου, για την διοργάνωση και την διεκπεραίωση του παιχνιδιού. Να είσαι καλά!


Να και το κυπελλάκι της συμμετοχής! :)

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Ήττα, ή μήπως κατίσχυση;

24 Days Challenge: 'Η'

Η ώρα δώδεκα τα μεσάνυχτα. Τα φώτα τού διαμερίσματος στον τρίτο όροφο αναμμένα, με τις φιγούρες πίσω απ' την κουρτίνα να είναι αντικριστά, και να χειρονομούν με βίαιο κι απότομο τρόπο. Οι φωνές, που πατούσαν σταθερά στα υψηλά ντεσιμπέλ, διευκόλυναν την Μυρσίνη, απ' το διπλανό διαμέρισμα, η οποία ούτε που κουνούσε απ' τη θέση της, μην τυχόν κι οι κεραίες της δεν πιάσουν όλα τα σήματα. 

Βλέπεις, στους δύο προηγούμενους καυγάδες, η περιέργειά της έμεινε μισοχορτασμένη, μιας και δεν μπόρεσε να τ' ακούσει όλα. Τα στοιχεία που είχε περισυλλέξει μέχρι τώρα την οδηγούσαν στο συμπέρασμα πως το άδικο βάραινε εκείνον. Αλλά ήταν πράγματι έτσι, ή μήπως λάθευε; Και μόνο αυτή η υπόνοια αρκούσε, για να κάτσει εκεί με αμείωτο ενδιαφέρον και να συνεχίσει την έρευνά της, σαν άλλος ντετέκτιβ. Το ανιχνευτικό της δαιμόνιο ούρλιαζε για κάτι τέτοια, και την έκανε να ξεχνάει τις ταχυκαρδίες και τις λοιπές ανημπόριες, απ' τις οποίες τάχα μου υπέφερε.

Αυτή έκανε να γυρίσει και ν' ακουμπήσει προς τον τοίχο, καθώς δεν υπήρχε κανένα κοινό σημείο συνάντησης, ακόμη μια φορά, κι ήξερε πως απλώς θα συνεχιζόταν ο καυγάς. Αυτός την πλησίασε και γλίστρησε τα χέρια του μέσα απ' το μπλουζάκι της, καθώς την φιλούσε στον λαιμό με γαλήνια τρυφερότητα. Έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω, δαγκώνοντας παθιασμένα τα χείλη της, και το χέρι της αντανακλαστικά κατευθύνθηκε χαμηλά κι άρχισε να τον τρίβει.

Άρχισαν να γδύνονται με γρήγορες κινήσεις και κόλλησαν τα κορμιά τους, αναστενάζοντας, στον τοίχο (αυτόν που είχαν κοινό με την Μυρσίνη, για κακή τους τύχη, η οποία τώρα είχε κολλήσει εντελώς τη μουσούδα της στον τοίχο!) κι αφέθηκαν στο ταξίδι της ηδονής, πότε με μανιασμένο ρυθμό και πότε με απαλό, σαν ακροβασία. Η βουτιά στο κενό της ολοκλήρωσης δόθηκε στο κρεβάτι, αφήνοντάς τους ξέπνοους.

Τον ξύπνησαν οι αχτίδες του ήλιου. Η μεριά της άδεια, είχε κρυώσει. Μόνο ένα cd player ήταν αφημένο, το οποίο έπαιζε το Just in time της Nina Simone, κι ένα τασάκι μ' ένα τσιγάρο που μόλις έσβηνε.



Ήττα, ή μήπως κατίσχυση;

--------


To 24 Days Challenge είναι μια ιδέα-πρόκληση του mystickland. Πρωταγωνιστούν 24 γράμματα, 24 λέξεις σε 24 ημέρες. Μόνο που εγώ το υλοποιώ κάπως άναρχα στη σειρά των γραμμάτων και στις ημέρες πραγματοποίησής τους.  



 

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Το σκάκι της... ζωής!

24 Days Challenge: 'Ζ'

Το σκάκι της... ζωής!


Ξύπνησε ιδρωμένη, με ένα ουρλιαχτό, από έναν εφιάλτη. Κάθε βράδυ την τυραννούσε ο ίδιος εφιάλτης. Μόνο που δεν ήταν εφιάλτης, αλλά η ίδια η πραγματικότητα, που την στοίχειωνε ακόμη και στον ύπνο της. 

Το λευκό παντού, περίκλεινε όλη τη μαυρίλα, μη μπορώντας να το εξαλείψει. Στο διπλανό κρεβάτι διασωληνωμένος ο γιος της, που βρισκόταν σε κώμα εδώ και μήνες, έπειτα από τροχαίο. Οι γιατροί δεν έδιναν ελπίδες. Κάθε τους λέξη και κάθε συγκαταβατικό νεύμα, ξερίζωναν βίαια κάθε της κομμάτι. Προσπαθούσαν να την παρηγορήσουν, ματαίως όμως. Η κάθε μέρα που περνούσε λειτουργούσε σαν σπρώξιμο γι' αυτήν, που την βούλιαζε ακόμη περισσότερο στον βούρκο της απόγνωσης. Από πού θα μπορούσε να κρατηθεί, όταν δεν της δινόταν η παραμικρή ελπίδα;

Ήπιε λίγο νερό. Κοίταξε τον γιο της και ξάπλωσε πάλι. Ο ύπνος δεν άργησε να την πάρει, μιας κι ήταν κουρέλι απ' τις λιγοστές ώρες που είχε καταφέρει να κοιμηθεί. 

Επέστρεψε στο ίδιο όνειρο. Στο γνώριμο κενό δωμάτιο, μ' αυτή να είναι καθισμένη σε μια καρέκλα στο κέντρο του και να κλαίει μ' αναφιλητά, βγάζοντας άναρθες κραυγές. Ανάμεσά τους διέκρινες ξεκάθαρα το πονεμένο "θα έκανα τα πάντα", που το έλεγε ξανά και ξανά.

Τότε το δωμάτιο άρχισε να στενεύει και να γίνεται μακρουλό, σαν ένας ατελείωτος διάδρομος. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια της και κρατήθηκε γερά απ' την καρέκλα, η οποία "έτρεχε" με φοβερή ταχύτητα προς την άκρη του διαδρόμου, ώσπου κατέληξε σε ένα πελώριο σκοτεινό δωμάτιο, όπου βρισκόταν μια μεγάλη σκακιέρα και στην άκρη των λευκών ήταν όρθια μια μαύρη φιγούρα. 

-"Θα έκανες τα πάντα, λοιπόν;" της απηύθυνε τον λόγο. 
-"Ποιος είσαι που τολμάς να ρωτάς;" ανταπάντησε σκληρά. 
-"Αυτός που θα σου δώσει την ευκαιρία να κάνεις τα πάντα. Την ευκαιρία να τον σώσεις. Μόνο που θέλω σαν αντάλλαγμα μία ψυχή. Αν χάσεις θα πάρω τον γιο σου, ενώ αν κερδίσεις θα πάρω εσένα" ακούστηκε η απόκοσμη φωνή. 

Ευθύς αμέσως κατάλαβε ότι απέναντί της είχε τον Χάρο. Δεν φοβήθηκε διόλου, διότι ήταν αποφασιμένη να έκανε, όντως, τα πάντα. Οπότε έγνευσε καταφατικά σε όσα της είπε και κατευθύνθηκε στην αντικρινή άκρη της σκακιέρας, η οποία έλαμψε με εκτυφλωτικό τρόπο.

Πρώτη κίνηση των λευκών, άρα δική του. Η απόκοσμη φωνή ακούστηκε για τρίτη φορά, δίνοντας εντολή στον τέταρτο, απ' τ' αριστερά, στρατιώτη να κινηθεί δύο νταμάκια μπροστά. Σειρά της τώρα, η οποία έδωσε κι αυτή εντολή σε στρατιώτη να κάνει την ίδια κίνηση. 
Οι κινήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη, κι αυτή, συγχρόνως, προσπαθούσε να δει έστω και την παραμικρή πτυχή τής εμφάνισής του -κατάλοιπο της ανθρώπινης περιέργειας για το ανεξήγητο του θανάτου. Μα δεν κατάφερνε να δει τίποτα, παρά μόνο αυτή την σκοτεινιά που έκρυβε τα πάντα. Το μόνο που μπορούσε να δει ήταν τα χέρια του, που ήταν γκριζωπά και κατέληγαν σε μαύρα μακριά και μυτερά νύχια. 

 Περάσανε τρεις ώρες απ' την στιγμή που ξεκίνησαν. Απώλειες στα πιόνια υπήρχαν -σαφώς- και στις δύο πλευρές. 

Σειρά της πάλι... Ένας δυνατός συνεχόμενος ήχος ακούστηκε. Νοσοκόμες να τρέχουν στους διαδρόμους και να μπαίνουν στο δωμάτιο, ακολουθούμενες από γιατρούς. Οι πόρτες να κλείνουν κι οι γιατροί να δίνουν την δική τους μάχη να την επαναφέρουν. Δεν άντεξε!

Δεν άντεξε, αλλά κατάφερε να κάνει τα πάντα! Είχε κερδίσει την ζωή του γιου της!


--------

To 24 Days Challenge είναι μια ιδέα-πρόκληση του mystickland. Πρωταγωνιστούν 24 γράμματα, 24 λέξεις σε 24 ημέρες. Μόνο που εγώ το υλοποιώ κάπως άναρχα στη σειρά των γραμμάτων και στις ημέρες πραγματοποίησής τους.
 


Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

Ελπίδα

 24 Days Challenge: 'Ε'


Πάλι την βρήκε το ξημέρωμα στο παράθυρό της. Της άρεσε να χάνεται στην παρατήρηση της βαθμιαίας εναλλαγής των σκοτεινών χρωμάτων του ουρανού, έως ότου εξασθενήσουν και χαθούν, δίνοντας την θέση τους στο φως της μέρας. Το φως της μέρας, που τρυπάει τον μαύρο μανδύα και κάνει μπορετή την φανέρωση και της παραμικρής λεπτομέρειας. 

Φθινοπωρινή συννεφιασμένη μέρα, βουρκωμένη. Οι πρώτες ψιχάλες να πέφτουν εξαγνιστικά. Δειλές και σιγανές στην αρχή, και στην συνέχεια ολοένα να δυναμώνουν και να πέφτουν με ένταση στο έδαφος. Βίαιες, όπως οι σκέψεις που σιγοέτρωγαν και βασάνιζαν την Βάσω. Γιατί, παρά τα 32 της χρόνια, υπήρχαν υποψίες πως νοσούσε από μια σπάνια ασθένεια. Κι αυτό την είχε καταρρακώσει, παρότι βρισκόταν ακόμη στην ομίχλη της αβεβαιότητος και τίποτε δεν ήταν σίγουρο, πόσο μάλλον δε η κατάληξη. "Γιατί να μου συμβαίνει αυτό; Και τόσο νωρίς; Γιατί να στερηθώ τη χαρά του να αφήσω σε κάθε όνειρο - βουνό το σημαιάκι της επιτυχίας;" Αυτές οι σκέψεις βούιζαν συνεχώς στο μυαλό της και δεν την άφηναν σε ησυχία, όπως ο τσιριχτός ήχος, που βγάζει το μουσικό όργανο όταν πέφτει στα χέρια ατσούμπαλου κι ατζαμή μουσικού, που σου γρατσουνάει το μυαλό, καταλαμβάνοντάς το πιθαμή προς πιθαμή και σε τρελαίνει.

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Διακλάδωση

24 Days Challenge: 'Δ'


Διακλάδωση 


Διακλάδωση μελωδίας, μουδιασμένο κι άρρυθμο τιτίβισμα στο μυαλό. 
Διακλάδωση σταγόνας στην καταιγίδα του νου.  
 Διακλάδωση λέξης, έννοιας και νοήματος.
Διακλάδωση αλήθειας & ορισμού.  
Διακλάδωση αγγίγματος κι υποδοχή στο ανέγγιχτο. 

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον

24 Days Challenge: 'Γ'

 Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον 


Ήταν 9/8, όταν αγαπημένη Φίλη έστειλε έναν γλάρο στο κατώφλι του σπιτιού μου. Ευθύς αμέσως μου συστήθηκε (Ιωνάθαν μού είπε πως τον έλεγαν), κι άλλαξε σε χάρτινη μορφή, πολυσέλιδη, με την οποία βάλθηκε να με ταξιδέψει, εξιστορώντας τις περιπέτειές του. 

Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Bαρέθηκα

24 Days Challenge: 'Β'


Bαρέθηκα


-Τι έχεις;
-"Βαρέθηκα", ανταπάντησε, κουνώντας το ποτήρι για να ακουστεί ο ήχος απ' τα παγάκια. Λες κι ο ήχος ήταν ικανός να αποτραβήξει τον γκριζωπό μανδύα της βαριεστιμάρας, και στην θέση αυτού να αφήσει έναν άλλον... γιομάτο απ' τις χρωματικές αποχρώσεις της ίριδας. 


-Τι σε έκανε να βαρεθείς; 
-Πολλά.  


-Όπως; 
 -Η περιέργεια σκότωσε τη γάτα. Το ξέρεις, ε;

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Στον χορό των... αντιφάσεων

24 Days Challenge: 'Α'

Στον χορό των... αντιφάσεων  

 
«Κι είναι και καμιά φορά, που το μέσα σου γίνεται τόσο ανυπόμονο κι αρχίζει να κραυγάζει, μη μπορώντας να παραμείνει βουβό άλλο εντός, θαρρείς και νομίζει πως δεν υπάρχει αύριο, και σπεύδει να ξεμυτίσει από μέσα σου όπως όπως. Είναι η στιγμή, που η μάσκα γίνεται διάφανη. Τι κι αν εσύ δυσανασχετείς και προσπαθείς σπασμωδικά να το ελέγξεις; Εις μάτην! Είναι φορές που επιτυγχάνεται η εναλλαγή των ρόλων, κι εσύ δεν μπορείς να το αποτρέψεις. Ο κουμανταδόρος είναι αυτό, κι εσύ απλώς ακολουθείς σιωπηλά με χαμηλωμένο βλέμμα. Είναι η στιγμή που, εν μέσω παράστασης, παθαίνεις σεντόνι. Χάνεις τα λόγια σου, δεν ξέρεις πού βρίσκεσαι, τι κάνεις και πώς να συνεχίσεις. Ο υποβολέας είναι εκεί. Συνεχίζει να σου υπαγορεύει χαμηλοφώνως, αλλά εσύ έχεις χάσει την αίσθηση της ακοής. Και παραμένεις μετέωρος. Γιατί και οι καλύτεροι ηθοποιοί έχουν τις άτυχες μέρες τους. Κι η μάσκα πέφτει, ξεσκεπάζεσαι. Κι ο άλλος σε βλέπει, δίχως την μάσκα σου, και τρομάζει. Τρομάζει κι αηδιάζει, καθώς συνειδητοποιεί το αληθινό σου Εγώ, όσο το μέσα σου βγάζει, ουρλιάζοντας, όσα είχες καταπιεσμένα και φυλαγμένα καλά στα μύχια συρτάρια σου, τόσο καιρό.»   


Αυτές οι λέξεις παρατάχθηκαν ευθύς αμέσως στο μυαλό της κυρα - Φλώρας, καθώς διέσχιζε τον διάδρομο κι έριξε μια φευγαλέα ματιά στον καθρέφτη. Γιατί δεν αντίκριζε το είδωλό της πια. Μπορούσε να θωρεί την εσώτερη μορφή της, μορφή μαύρη κι άχαρη. Σμιλεμένη άτσαλα, με βαριές κινήσεις. Όχι προσεκτικές και μελετημένες. Οι κινήσεις της είχαν κάτι απ’ την αδιάφορη γρηγοράδα ζώου, που διασχίζει τον δρόμο, ενόσω περνούν, με ανεπτυγμένη ταχύτητα, τα οχήματα.

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

"24 Days Challenge"




Και ναι, είναι γεγονός! Το ζύμωνα, και το ζύμωνα, και το ξαναζύμωνα μέσα μου, ώσπου ήρθε κι έγινε εφτάζυμο, και σας το σερβίρω. Αποφάσισα να τολμήσω το '24 Days Challenge'. Αποφάσισα να γίνω η Χιτλερίνα των 24 γραμμάτων, και να τα μπουμπουνίσω με συνοπτικές διαδικασίες (όοοχι γιατί το έκανες και πώς το έκανες. μπαμ και κάτω!). 

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Τ' αστέρι της Μελίνας

Ο Δημητρός άνοιξε την τηλεόραση, έβαλε το dvd στη συσκευή κι ανέβασε την ένταση της τηλεόρασης, κατευθυνόμενος προς την πολυθρόνα. Ήταν χαρούμενος, γιατί, επιτέλους, βρήκε διαθέσιμο αντίτυπο της αγαπημένης του κωμωδίας. Δύο φορές είχε πάει στο video club της γειτονιάς του, αλλά και τις δύο φορές βγήκε απογοητευμένος. Η τρίτη φορά του χαμογέλασε. Το είχε και τόσο ανάγκη. Να γελάσει, να ξεφύγει λίγο απ' την ρουτίνα και τα προβλήματα της καθημερινότητας.

Η ταινία είχε ξεκινήσει. Τα τρανταχτά γέλια τού Δημητρού αντηχούσαν μες στο σπίτι. Έφταναν ως την κουζίνα, όπου τον άκουγε η Αγλαΐα, καθώς πηγαινοερχόταν στο εσωτερικό της κουζίνας, αποτελειώνοντας τις δουλειές που της είχαν απομείνει. Άκουγε τα γέλια του κι είχε ένα πλατύ πλατύ χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη. Γιατί βλέπεις, αν ο άνθρωπός σου είναι χαρούμενος, χαίρεσαι κι εσύ. Μέχρι και τα μουστάκια σου χαμογελούν!

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Ξεκλειδώνοντας το μπαούλο των αναμνήσεων

Είμαι απ' τα τυχερά παιδιά, απ' αυτά που τα παιδικά τους χρόνια μοσχοβολούν την ελευθερία και την αναζωογόνηση της φύσης. Βλέπεις, η γιαγιά κι ο παππούς κατοικούν σε χωριουδάκι, κι οι εξορμήσεις μου εκεί ήταν πυκνές.

Οι κάτοικοι λιγοστοί πια. Είναι τόσο αραιοκατοικημένος τόπος, θαρρείς και δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμα από άνθρωπο, αφού ούτε λόγος για πάσης φύσεως μαγαζιά, ανέσεις και πολυτέλειες. Εσύ κι ο Θεός!

Δεν ξέρω, σαν πιο μεγάλη πια, αν θα άντεχα αυτή την πλήρη απομόνωση απ' τα εγκόσμια. Παρότι λατρεύω την φύση κι, εκ φύσεως, είμαι μοναχικός άνθρωπος, που πολλές φορές αποζητά -κι έχει ανάγκη- λίγες στιγμές με τον εαυτό του. Αλλά, σαν παιδάκι το είχα λατρέψει. Πού θα έβρισκα καλύτερα;!

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Κι η μάσκα της... ράγισε

Κι είναι και καμιά φορά, που το μέσα σου γίνεται τόσο ανυπόμονο κι αρχίζει να κραυγάζει, μη μπορώντας να παραμείνει βουβό άλλο εντός, θαρρείς και νομίζει πως δεν υπάρχει αύριο και σπεύδει να ξεμυτίσει από μέσα σου όπως όπως.

Είναι η στιγμή, που η μάσκα γίνεται διάφανη. Τι κι αν εσύ δυσανασχετείς, και προσπαθείς σπασμωδικά να το ελέγξεις; Εις μάτην!

Η εναλλαγή των ρόλων. Αυτό κάνει κουμάντο πια, δεν το ορίζεις εσύ. Εσύ σιωπείς, αυτό ενεργεί.

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Ζητείται ανιδιοτέλεια (?)


 Κατά καιρούς όλους μάς έχει τριβελίσει το μυαλό αυτό το ζήτημα. "Υπάρχει ανιδιοτέλεια;" "Δεν υπάρχει;" "Έχει χαθεί στις μέρες μας ή όχι;" "Κι αν υπάρχει, πού παρατηρείται και για πόσο;" είναι κάποια απ' τα ερωτήματα, που περνούν απ' το μυαλό μας, σκεπτόμενοι την λέξη <ανιδιοτέλεια>.

Είναι κοινά αποδεκτό πως η ανιδιοτέλεια ζει και συναντάται στη σχέση γονέα - παιδιού, αν και, εκεί ακόμα, εκλείπει κάποιες φορές. Είναι η περίπτωση, που δεν υπάρχει το ανθρώπινο, η καλοσύνη, αλλά η γονική ιδιότητα. Το στοιχείο, που προϋπάρχει μέσα μας, κι όταν έρθει η στιγμή ξεπετιέται, ωριμάζει και δίνει ανεξάντλητο απόθεμα δοσίματος.

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Αναμνήσεις με γεύση παιδικότητας

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι. Η Ανθούλα. Δεν ήταν πολύ μεγάλη, ίσα που είχε ξεκινήσει να πηγαίνει σχολείο, με κάτι μέρες καθυστέρηση.

Ακόμα θυμάται την πρώτη της μέρα εκεί. Καινούριος χώρος, καινούρια παιδιά. Στα παιδικά της μάτια φαινόταν βουνό, κι είχε μια συστολή μέσα της. Παρόλα αυτά δεν το έβαλε κάτω. Πήγαινε με όλη της την καλή διάθεση. Πρόσεχε τους δασκάλους της, μιλούσε με τα υπόλοιπα παιδιά. Καίτοι δεν είχε αναπτύξει ακόμα φιλίες. Ήταν στο στάδιο "Γεια. Όλα καλά;".

Οι μέρες περνούσαν. Είχε χτυπήσει για διάλειμμα κι όλα τα παιδιά ξεχύνονταν στην αυλή, για να παίξουν κυνηγητό, μήλα, τρίλιζα και άλλα παιχνίδια. Έτσι όπως άνοιγαν την πόρτα και κατέβαιναν ξεφωνίζοντας όλο χαρά, θα μπορούσε να τα παρομοιάσει κανείς με τις πεταλούδες, που ξεχύνονται αμέσως έξω, απ' το βάζο που τις έχεις κλεισμένες, και θαρρείς πως με το πέταγμά τους, το τόσο γρήγορο, ντελικάτο και γεμάτο δυναμισμό, σου φωνάζουν πως είναι φτιαγμένες για έξω. Για την λευτεριά. Έτσι ήταν και η "φυγή" των παιδιών απ' τις τάξεις. Σαν της πεταλούδας. "Αφήστε μας να παίξουμε, μην μας τυραννάτε με αυτά τα βαρετά κι ακαταλαβίστικα".

Η αυλή ήταν γεμάτη από παρέες και πηγαδάκια. Άλλες μεγάλες, άλλες μικρότερες... αποτελούμενες από πέντε, ή και δυο-τριών ατόμων.

Η Ανθούλα κοντοστάθηκε σε μια ακρούλα και κοιτούσε τα υπόλοιπα παιδιά που έπαιζαν, κελαηδώντας σαν καρδερίνες, γεμάτα γέλιο και χαρά.

"Θες να παίξεις μαζί μας;" ακούστηκε μια διστακτική φωνούλα. Κι ήταν η φωνή της Ζαχαρούλας, που προέτρεπε την Ανθούλα να ενταχθεί στην μικρή παρέα της.

"Αμέ" της ανταπάντησε η Ανθούλα, αγνοώντας πως αυτή η καταφατική της απάντηση, θα ήταν η απαρχή μιας φιλίας. Μιας αγνής και δυνατής φιλίας, που δεν θα γνώριζε στεγανά και δεν θα μπορούσε να "χαλιναγωγηθεί" από όρια.

Γιατί μέρα με τη μέρα γνωρίζονταν καλύτερα, και δενόντουσαν, γελώντας, εξομολογώντας, μοιράζοντας και συνειδητοποιώντας τα κοινά τους σημεία. Φορούσαν το ίδιο άρωμα στην ψυχή. Και ταιριάζανε.

Δυο φίλες που ήταν πάντα εκεί η μία για την άλλη, με μιαν ανοιχτή αγκαλιά. Αγαπώντας, προσέχοντας, φροντίζοντας, νοιάζοντας και με μιαν ασπίδα η μία για την άλλη, να μην την πετύχει το βέλος κανενός και πληγωθεί.


Για την Φίλη, που με ενέπνευσε, να της γράψω αυτή την ιστοριούλα.
Επίσης, για το "σχολείο" του διαδικτύου, που στην αυλή 
του βρίσκεις χώρο κι έχεις την αίσθηση του ανήκειν.

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Μια μικρή βαρκούλα

Ήταν μόνο μια μικρή βαρκούλα. Μια τόση δα καινούρια βαρκούλα. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ της τον κόσμο έξω. Δεν είχε νιώσει πώς είναι να σκίζεις, όλο χάρη και καμάρι, τα νερά. Να ακούς τις πάμπολλες ιστορίες των ψαριών. Άλλες πραγματικές, άλλες γεννημένες στη φαντασία. Πείραζε; Σημασία είχε ότι θα τις άκουγε με ενδιαφέρον. Θα τις ζούσε, θα γινόταν κομμάτι και πρωταγωνίστρια, κι αυτό την γέμιζε ενθουσιασμό κι ανυπομονησία. Ανυπομονησία για να ζήσει πράγματα, και να έχει τον τουπέ των ψαριών. Να το παίξει κι αυτή σημαντική. Πολυταξιδεμένη και σοφή.

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Το φάντασμα... της αξόδευτης αγάπης



Άλλη μια νύχτα, που περιπλανιέται μέσα στους άδειους δρόμους. Ένα ακόμη βράδυ, κατακλυσμένη απ' τις ίδιες σκέψεις και τα ίδια συναισθήματα.


Μια γυναίκα γύρω στα 24, που θαρρείς είχε ξεπεταχτεί από άλλες εποχές. Δεν ήταν ίδια με τις υπόλοιπες, ξεχώριζε. Μπορούσε να το αντιληφθεί ο καθένας. Ο "αέρας", το στιλ της... τα πάντα εξέπεμπαν μια φινέτσα. Μελαγχολική σα παρουσία, μα τόσο, τόσο γοητευτική.

Ντυμένη, όπως πάντα, στα λευκά. Με τα ξανθά μακριά μαλλιά της, να ξεχύνονται και να πέφτουν πάνω στα στήθη της.

Παρόλο που ήταν πλημμυρισμένη από συναισθήματα, το πρόσωπό της παρέμενε ανέκφραστο. Δε μπορούσε κανείς να αποκωδικοποιήσει και να καταλάβει αυτά που αισθανόταν, ούτε στο ελάχιστο. Ήξερε πολύ καλά να κρύβει αυτά που αισθάνεται. Να φορά ένα προσωπείο και να παραμένει ασφαλής πίσω απ' αυτό, ή έτσι, τουλάχιστον, νόμιζε.

Ήταν ένα φάντασμα... αξόδευτης αγάπης!

Μετά από πολλά βράδια, είχε ξαστεριά. Αλλιώτικη νύχτα, λες και προμήνυε κάτι να συμβεί εκείνο το βράδυ.

Κατευθύνθηκε προς την παραλία. Στο ίδιο παγκάκι, στην αγαπημένη της θέση.

Η θάλασσα ήταν ήρεμη, με τα αδύναμα κύματα να γλείφουν την άμμο.

Δεν πέρασε πολλή ώρα κι έπιασε με την άκρη του ματιού της μια αντρική φιγούρα, να πλησιάζει. "Μπορώ να καθίσω;", ακούστηκε να λέει. Αν κι απρόθυμα, η γυναίκα με τα λευκά τραβήχτηκε πιο 'κει κι έκανε χώρο να καθίσει ο άντρας.

Η λευκοντυμένη γυναίκα παρέμεινε σιωπηλή. Μα έριχνε κλεφτές ματιές προς το μέρος του. Τον περιεργαζόταν, με τα μεγάλα καστανά της μάτια. Ήταν λες και μπορούσε να δει μέσα του. Ήσυχη φυσιογνωμία, μα μέσα του κρυβόταν πάθος, ένταση... συνοδευόμενα με ποιότητα κι ευγένεια, όχι με χυδαιότητα.

Μπορούσαν κι οι δυο να το νιώσουν. Υπήρχε έλξη. Κάτι τους έδενε.

Ο άντρας σήκωσε ελαφρά την άκρη του καπέλου της κι αφού έγειρε προς το μέρος της, ακούμπησε απαλά τα χείλη του πάνω στα δικά της.

Όλα ήταν σα κομμάτι ιεροτελεστίας. Τα κορμιά τους ενώθηκαν κι έγιναν ένα. Οι ανάσες τους γρήγορες. Οι παλμοί τους τόσο δυνατοί, λες κι η καρδιά τους επρόκειτο να σπάσει. Οι φιγούρες τους ήταν λες και χόρευαν, με αυξομειωμένη ταχύτητα, ώσπου έφτασαν στο ζενίθ της ηδονής.

Ο άντρας αποκοιμήθηκε σχεδόν αμέσως. Η γυναίκα έβαλε τα ρούχα της κι απομακρύνθηκε με ένα ζωγραφισμένο χαμόγελο στα χείλη, όλο ικανοποίηση. Ένιωθε, επιτέλους, πλήρης.

Δεν ξαναεμφανίστηκε ποτέ τα βράδια από τότε...