Το παρακμιακό, σκοτεινό, υπόγειο μπαρ μύριζε φτηνά ποτά και καπνό. Έξω έριχνε μια σιγανή, ενοχλητική βροχή, κι ας ήταν μέσα του Ιουλίου.
Πίσω απ' την μπάρα στεκόταν ο ιδιοκτήτης. Ένας τύπος με ατημέλητα σγουρά μαλλιά, ένα πουκάμισο με print από αμπελόφυλλα και μάτια που έλαμπαν με μιαν επικίνδυνη, μόνιμη μέθη. Στο καρτελάκι του έγραφε «Ντένις», αλλά όλοι τον φώναζαν «αφεντικό». Κρατούσε μια βρόμικη πετσέτα κι έτριβε σχολαστικά ένα ποτήρι, μπροστά απ' την επιγραφή νέον «Olympos Bar», στην οποία δεν άναβε το γράμμα «P».
Στη γωνία, δίπλα σε δύο μούτρα που έκλαιγαν για τη χυλόπιτα της κοπέλας - αυτής που συνέχισε να κοιτά επίμονα την οθόνη του κινητού της - καθόταν ένας τύπος που έδειχνε εξαντλημένος. Τα ρούχα που φορούσε έδειχναν το ίδιο ταλαιπωρημένα. Σου έκαναν εντύπωση τα μισοφαγωμένα παπούτσια του και τα δύο σκονισμένα φτερά περιστεριού, καρφιτσωμένα στο καπέλο του. Ήταν ο Ερμής.
«Νομίζεις ότι έχεις προβλήματα, φίλε;» μου είπε ο Ερμής παίζοντας με το παγάκι του ποτού του. «Αυτός εκεί πέρα», δείχνοντας μ' ένα νεύμα τον μπάρμαν, «έκανε τη διανομή των ποτών άνω κάτω».
Ο Διόνυσος άκουσε την μπηχτή και μας έκλεισε ειρωνικά το μάτι. Έσκυψε πάνω απ' την μπάρα, διαχέοντας μια βαριά μυρωδιά παλαιωμένου κρασιού.
«Μην τον ακούς», είπε ο Διόνυσος. «Όλα ξεκίνησαν όταν έδωσα στις Μαινάδες μου το "καλό" το πράγμα. Εκείνες, μεθυσμένες από εκστατική μανία, πήγαν και το σέρβιραν στην Πυθία. Αντί για τους κλασικούς, διφορούμενους χρησμούς που δεν έβγαζαν νόημα, άρχισε να ξερνάει αλήθειες με ρυθμό πολυβόλου. Ξεμπρόστιασε όλο τον Όλυμπο. Έτσι ξεκίνησε το μπάχαλο».
Ο Βορέας, μεθυσμένος κι αυτός, κλείδωσε την Άνοιξη στην αποθήκη και αποφάσισε ότι ο Ιούλιος θα έχει χιονοθύελλες - γι' αυτό έχει αυτόν τον κωλόκαιρο έξω σήμερα. Στον Κάτω Κόσμο, ο Κέρβερος έπαθε υπαρξιακή κρίση. Ξάπλωσε ανάσκελα σαν ναζιάρικο κοκόνι, αφήνοντας τις ψυχές να μπαινοβγαίνουν ελεύθερα, επειδή άκουσε τον Ορφέα να παίζει τη λύρα του και σαγηνεύτηκε.
Οι Κένταυροι, που δεν ήθελαν και πολύ, κατέβηκαν στα υπόγεια μπαράκια του Άδη - franchise δικό μου, παρεμπιπτόντως. Εκεί, ανάμεσα σε καπνούς και ποτό, απολάμβαναν τη Μέδουσα να τραγουδάει τζαζ. Πρόσεχαν απλώς να μην την κοιτάξουν στα μάτια όταν έπιανε τις ψηλές νότες, γιατί γίνεσαι μάρμαρο πριν καν προλάβεις να παραγγείλεις την επόμενη γύρα.
Την ίδια ώρα, ο Ποσειδώνας είχε παρατήσει τις θάλασσες. Έτρεχε πίσω απ' τις Ερινύες κραδαίνοντας την τρίαινα σαν να ήταν πιρούνι για φοντύ, ενώ στην Κρήτη, η Πηνελόπη και η Ωραία Ελένη γύριζαν μεθυσμένες στα στενά του Λαβυρίνθου, ψάχνοντας να θυμηθούν πού πάρκαραν το πλοίο για την Τροία. Όποια το έβρισκε πρώτη, κέρδιζε τον Πάρη.
Απ' την άλλη, ο Σίσυφος βαρέθηκε να κουβαλάει τον βράχο. Τον χρησιμοποίησε για μπάλα παίζοντας σουτάκια με τον Δία και τον Απόλλωνα. Η Αφροδίτη έκανε τον τερματοφύλακα. Στο παγκάκι καθόταν ο Προμηθέας και τους χάζευε, με τον αετό στον ώμο του».
Ο Διόνυσος γέλασε, μ' ένα γέλιο βαθύ. Έβαλε ένα σφηνάκι κόκκινο υγρό και το έσπρωξε προς το μέρος μου.
«Δεν προφταίνω να σου πω τα υπόλοιπα κουτσομπολιά, φίλε», ψιθύρισε ο Ερμής. «Κοίτα πίσω σου».
Στο βάθος του μαγαζιού, σ' ένα τραπέζι με χαμηλό φωτισμό, τρεις γυναίκες με μαύρα παλτό κάθονταν σιωπηλές. Δεν κοιτούσαν τα κινητά τους. Κρατούσαν μια χοντρή, κόκκινη κλωστή και ένα τεράστιο, σκουριασμένο ψαλίδι.
«Οι Μοίρες», είπε ο Διόνυσος, και αντί να φοβηθεί, το χαμόγελό του μεγάλωσε. Έπιασε ένα μπουκάλι single malt και άρχισε να σερβίρει τρία ποτήρια για το βάθος. «Ήρθαν να σου ξετυλίξουν την υπόλοιπη κλωστή. Πιες το σφηνάκι σου, θνητέ. Τώρα θα δεις μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η παράνοια.»
Οι Σειρήνες πλησίασαν το jukebox, κι αμέσως η φωνή του Ville Valo σκόρπισε στον χώρο.
Ο ήχος δεν έβγαινε απ' τα ηχεία.
Ήταν λες κι έβγαινε μέσα απ' τους τοίχους.





0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου