Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Μια μικρή βαρκούλα

Ήταν μόνο μια μικρή βαρκούλα. Μια τόση δα καινούρια βαρκούλα. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ της τον κόσμο έξω. Δεν είχε νιώσει πώς είναι να σκίζεις, όλο χάρη και καμάρι, τα νερά. Να ακούς τις πάμπολλες ιστορίες των ψαριών. Άλλες πραγματικές, άλλες γεννημένες στη φαντασία. Πείραζε; Σημασία είχε ότι θα τις άκουγε με ενδιαφέρον. Θα τις ζούσε, θα γινόταν κομμάτι και πρωταγωνίστρια, κι αυτό την γέμιζε ενθουσιασμό κι ανυπομονησία. Ανυπομονησία για να ζήσει πράγματα, και να έχει τον τουπέ των ψαριών. Να το παίξει κι αυτή σημαντική. Πολυταξιδεμένη και σοφή.


Πόσο μαράζι το είχε. Δεν περνούσε λεπτό, που να μην φανταζόταν: αν.... τότε... ή τι;

Για καλή της τύχη, όμως, δεν άργησε να πραγματωθεί αυτή η στιγμή. Να νιώσει να βιώνει το πολυπόθητο αν, μα και να δει τι έπεται μετά από αυτό. Κι αυτό, γιατί την αγόρασε ένα γλυκό, γεμάτο ευγένεια και καλοσύνη, γεροντάκι. Πόσο χάρηκε. Την θεώρησε σημαντικότερη απ' τα υπόλοιπα πλεούμενα. Κι ας ήταν μόνο μια απλή βαρκούλα. Κι ας μην συναγωνιζόταν το κύρος των πλοίων. Ήταν όμορφη και σημαντική στα μάτια του γέροντα. Κι αυτό της αρκούσε. Και την έκανε ευτυχισμένη.

Κι η μέρα ήρθε. Η μέρα που θα δει πώς είναι στην πράξη όλα αυτά που έπλαθε στη φαντασία της, και την γέμιζαν ερωτηματικά, αλλά και συναισθηματική ζεστασιά.

Ήταν μόνο ο γεροντάκος, που την έσπρωξε απαλά απ' την αμμουδιά, ώσπου την έγλειψε δειλά δειλά το νερό, που χτυπούσε την ακτή. Ολοένα πήγαινε και πιο βαθιά. Η χαρά της εναρμονιζόταν με την χάρη, που της προσέδιδαν τα κύματα και την έκαναν να χορεύει.

Ζούσε το όνειρο. Κι ήταν απολαυστικότερο απ' όσο είχε τολμήσει να φανταστεί.

Ακολούθησαν κι άλλες εξορμήσεις στα ατίθασα νερά. Μα δεν ήταν τόσο μοναδικές, όσο οι βόλτες που έκανε τις τελευταίες μέρες. Κι αυτό, γιατί δεν είχε για παρέα μόνο τον καραβοκύρη της, αλλά κι άλλους. Φίλους του. Δεν ήξερε τι της έδινε περισσότερη πληρότητα. Η γαλήνη/ελευθερία που ένιωθε, καθώς έσκιζε περήφανα τα κύματα; Ή η ατμόσφαιρα, που χρωματιζόταν απ' τα γέλια και τις κουβέντες της εύθυμης παρέας;

Δεν την πολυένοιαζε. Το ζούσε. Κάθε κομμάτι ξύλου, που την αποτελούσε, γέμιζε.

Και πέρασε καιρός έτσι. Ευτυχισμένος και ξέγνοιαστος.

Ώσπου τα έβγα στ' ανοιχτά γίνονταν όλο και λιγότερα. Μέχρι που στεκόταν εκεί πια. Ακίνητη στην αμμουδιά. Περιμένοντας να έρθει ο ασπρομάλλης, να την ξαναβγάλει στ' όνειρο.


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου