«Ένας πίνακας… δυο ιστορίες». Θέλω
να εμπνευστείτε από έναν πίνακα που σε εσάς κάτι λέει, να μας τον
συστήσετε με λίγα λόγια για να τον μάθουμε κι εμείς και να γράψετε δυο
ιστορίες (πεζό ή ποίημα) διαφορετικές.
α) Αντανάκλαση: Η
ιστορία-αντανάκλαση θα είναι μια ιστορία που είτε απεικονίζει το θέμα
του πίνακα είτε αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτό που νιώθετε εσείς για τον
πίνακα.
β) Παραμορφωτικός καθρέφτης: Η
ιστορία-παραμορφωτικός καθρέφτης θα είναι το αντίθετο.. Μια ιστορία που
είτε θα παραμορφώνει το θέμα του πίνακα είτε θα περιγράφει το εντελώς
αντίθετο από αυτό που νιώθετε για τον πίνακα.
Ο πληγωμένος άγγελος
Hugo Simberg
[1903]
Ο πληγωμένος Άγγελος είναι ένας πίνακας τού ζωγράφου Hugo Simberg, φινλανδικής καταγωγής. Αναντίρρητα, είναι ένας πίνακας που δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο/ασυγκίνητο, αφού πλουμίζει τον νου με το μυστήριο και την μελαγχολία που τον διέπει. Είναι ένα απ' τα πιο αναγνωρίσιμα έργα τού Simberg, που αναδείχθηκε ως ο εθνικός πίνακας της Φινλανδίας, στην ψηφοφορία που διενεργήθηκε απ' το Ateneum μουσείο τέχνης το 2006.
Ο ίδιος αρνήθηκε να προσφέρει οποιαδήποτε εξήγηση, προτρέποντας τον θεατή να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, καίτοι είναι γνωστό πως έπασχε από μηνιγγίτιδα, πράγμα που μπορεί ν' αφήσει ελεύθερη την φαντασία, να υποθέσει και να δει αποτυπωμένα τα κοινά στοιχεία, τα δικά του με αυτά της κεντρικής φιγούρας, κι η ζωγραφική ήταν μια πηγή δύναμης γι' αυτόν, καθόλη τη διάρκεια της αποκατάστασής του.
Είναι ένας πίνακας διττής σημασιολογίας, που επιτρέπει στον καθένα να τον δει διαφορετικά και να του προσδώσει τον δικό του ερμηνευτικό χρωματισμό, την δική του εκδοχή, είτε την φωτεινή κι ελπιδοφόρα είτε την ζοφώδη. Οι ματιές από τη βίγλα; Πολυειδείς, που παραμένουν απλές εικασίες. Θα μπορούσε να υποτεθεί πως η κεντρική φιγούρα ομοιάζει την πληγωμένη αθωότητα των παιδιών, δίνοντας έμφαση στην σουβλερή ματιά τού νεανία, που μεταφέρει τον ανήμπορο άγγελο, λες και κατηγορεί. Ακόμα θα μπορούσαμε να πούμε πως τα παιδιά αιχμαλώτισαν και πλήγωσαν τον άγγελο, και τον περιφέρουν χλευαστικά. Ή να έχει ένα ιδιαίτερο βάθος, αγγίζοντας θέματα που έχουν να κάνουν με τον φόβο, τον θάνατο και την αποδοχή του κλπ. Βέβαια, θα μπορούσε και να υμνεί την αλληλεγγύη και την αδήριτη ανάγκη τής συνδρομής στον πλησίον μας, που λειτουργεί πάντοτε καταπραϋντικά, αφυπνίζοντας και θυμίζοντάς μας συνάμα πως όπως μπορούμε να πληγωνόμαστε, έτσι μπορούμε και να πληγώσουμε. Ή ότι το σκότος δεν πορεύεται ποτέ μόνο του, ή και αέναα, και πάντα υπάρχει η ελπίδα κι η δυνατότητα της ανατροπής, της Αναγέννησης (βλ το ματσάκι με τα λευκά λουλούδια που κρατάει ο Άγγελος).
Αντανάκλαση ~ Πεθαίνεις πάντα δυο φορές
Όταν
ήμουν μπόμπιρας κατοικούσα μέσα σ’ ένα περίκλειστο, ευτυχισμένο όνειρο.
Στο θαλπερό κέλυφος του οίκου μου, πλάι στη γενέθλια μήτρα, δεν
σκιαζόμουν κανέναν, δεν θλιβόμουν καθόλου, δεν νοιαζόμουν για τίποτα, κι
όλοι μ’ αγκάλιαζαν, με φιλούσαν, μου γλυκοτραγουδούσαν – ω, τι
ευλογημένα, αλησμόνητα χρόνια! Αλλά κάποια Δευτέρα, εντελώς απροσδόκητα,
άνοιξαν την πόρτα και με μόνο εφόδιο
μια τσάντα που περιείχε ένα τετράδιο ιχνογραφίας κι ένα κουτί
κηρομπογιές, μ’ έδιωξαν για πάντα από τ’ όνειρο. Για την ακρίβεια, μ’
έστειλαν στο νηπιαγωγείο. Θυμάμαι πεντακάθαρα εκείνες τις σκοτεινές
φθινοπωριάτικες μέρες. Ο ουρανός είχε κατέβει χαμηλά, έκανε παγωνιά κι
έβρεχε ολημερίς, λες κι ο καιρός ήθελε να μου τονίσει τι σήμαινε η
παρθενική μου είσοδος στον έξω κόσμο. Η νηπιαγωγός με τοποθέτησε δίπλα
στο παράθυρο της αίθουσας, το οποίο σχεδόν το κάλυπτε μια πορτοκαλιά, το
μοναδικό δέντρο του προαυλίου. Τις τρεις πρώτες μέρες παρατηρούσα
διαρκώς κάποιον σπουργίτη που είχε φωλιάσει τουρτουρίζοντας στα
φυλλώματά της, για να προστατευτεί απ’ τη νεροποντή. Προφανώς είχα
ταυτιστεί μαζί του. Την τέταρτη, ενώ κοιτούσα το τρεμάμενο πουλί αντί να
ζωγραφίζω έναν χαμογελαστό ήλιο, η νηπιαγωγός με ζύγωσε σαν γάτα και
μου άστραψε εν ψυχρώ μια γερή ανάποδη στο πρόσωπο – ήμουν μόλις πέντε
χρονώ. Το χείλος μου σχίστηκε από το δακτυλίδι της και το αίμα στάλαζε
στο ανοιχτό τετράδιο ιχνογραφίας. Δεν έβγαλα μιλιά, ούτε καν μόρφασα.
Παρέμεινα σιωπηλά ανέκφραστος στη θέση μου, διότι απλούστατα είχα
πεθάνει ακαριαία, για να ξαναγεννηθώ επιτόπου ένας καινούργιος, ολότελα
διαφορετικός άνθρωπος. Πήρα μηχανικά τη μαύρη κηρομπογιά και σχεδίασα
στο ματωμένο χαρτί ένα σταυρό, γράφοντας από κάτω φαρδιά πλατιά τ’ όνομά
μου, καθώς γνώριζα ήδη γραφή. Το ίδιο βράδυ κατασκεύασα την πρώτη
σφεντόνα μου. Και το επόμενο πρωί πήγα κρυφά, στο διάλειμμα, και σκότωσα
τον σπουργίτη πάνω στην πορτοκαλιά. Έκτοτε, σε κάθε τσάντα μου,
κουβαλούσα ανελλιπώς αρχικά μια σφεντόνα, αργότερα έναν πτυσσόμενο
σουγιά, ώσπου στο τέλος μεταμορφώθηκα ο ίδιος σε καλοτροχισμένη λεπίδα.
Τον μαύρο σταυρό με τα παιδικά μου αίματα τον φύλαξα και τον έχω έως
σήμερα αναρτημένο πάνω από το κρεβάτι μου. Είναι ο ένας από τους δύο
προσωπικούς μου σταυρούς. Ο άλλος, λευκός, μαρμάρινος, με σκαλισμένο τ’
όνομά μου (αφού έτσι λεγόταν κι ο παππούς μου), με αναμένει στο
οικογενειακό μου μνήμα, στο Α’ Νεκροταφείο Πατρών.
Πεθαίνεις
πάντα δυο φορές: μία, όταν για πρώτη φορά εισέρχεσαι στον κόσμο, κι άλλη
μία, όταν για πρωτόστερνη φορά εξέρχεσαι απ’ τη ζωή.
Φίλιππος Φίλιας
Δεν μπορούσα ν' αντισταθώ και να γράψω κάτι δικό μου.
Απ' τη στιγμή που μου μπήκε η ιδέα να δουλέψω μ' αυτόν τον πίνακα,
αυτό το κειμενάκι γυρίζει συνεχώς στο μυαλό μου.
Παραμορφωτικός καθρέφτης ~ Εγώ, το Άλφα
Εγώ, το Άλφα...
Ζάρωσα περηφάνια και κορμί,
μαδώντας τα ακανθοειδή πέταλα τού εγωισμού,
για να ακροπατώ πάνω σε τσακισμένα κορμιά
και να ραίνω με δροσοσταλιές ελπίδας τις τσαλακωμένες ψυχές.
Στον αυλό να φυσάω τον κουρνιαχτό
-με χείλη που καίνε-
σκορπώντας ως τις εσχατιές τις αντάρες των καιρών
και τα πάθια των ανθρώπων.
Ήλιο να κερνάω τις ξερακιανές καρδιές
να γενεί στον κόρφο τους μελτέμι μεταξένιο,
μια ανάσα, ένα μουρμούρισμα στοργής
να ξεθωριάσουν οι σκιές.
Εγώ, το Άλφα.
Κι εσύ, ο Άνθρωπος.
Η ανάρτηση αφιερώνεται στο αμοράκι - Μαριλενάκι,
ξέρει αυτή :)
Συμμετέχουν