Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Απολογισμός ζωής

Απ' το εκτυφλωτικό φως, που πήγαζε απ' το λευκό τούνελ, και διέλυε το πυκνό σκοτάδι που επικρατούσε, άρχισαν να ξεπροβάλλουν δύο αστραπόμορφοι με μακριά χρυσά μαλλιά. Απαράμιλλη ανέκφραστη ωραιότητα. Ωστόσο ξεχείλιζαν αγάπη, η αγαθότητά τους παρέλυε και μετάγγιζε ζεστασιά. Ήταν ο Προστάτης Άγγελος κι ο Άγγελος Υποδοχής, που ζύγωσαν κοντά στην ψυχή του κεκοιμημένου, κι έδιναν την δική τους υπερπροσπάθεια, να την προστατεύσουν και να την σώσουν απ' τα δαιμόνια.

Δαιμόνια που άλλαζαν συνεχώς την μορφή τους, και φοβέριζαν την ψυχή. Πότε άγριοι λύκοι, που έτειναν λυσσασμένα. Πότε σκύλοι, που το γαύγισμά τους ξεκούφαινε. Πότε δίμετροι, γεροδεμένοι μελαμψοί άντρες, που προσπαθούσαν να κάνουν την ψυχή να χάσει κάθε ελπίδα για την σωτηρία της. Αδυσώπητες κατηγόριες, ψευδείς κι αληθινές. Κατηγόριες που ακούγονταν με γνώριμες φωνές "Επιτέλους, γλιτώσαμε απ' αυτό το ανηλεές αφεντικό. Καμιά μακροθυμία και καλοσύνη. Μόνο εξεταστικά βλέμματα, ανικανοποίητες απαιτήσεις κι αλλεπάλληλες προσβολές, θαρρείς και ηδονιζόταν να μας ταπεινώνει." "Πολύ σπάταλος, ρε παιδί μου. Καμιά εγκράτεια πια. Άγγιζε τα όρια της επιδειξιομανίας η ασυδοσία του φορές φορές." "Αυτό που δεν τον χαρακτήριζε στα σίγουρα ήταν η πραότητα. Ακροβατούσε στο σχοινί της ευερεθιστότητας. Μπορούσε να γίνει εξαιρετικά σαρκαστικός, και να κινεί με περισσή επιδεξιότητα τους σπάγκους, μεταβάλλοντας τον οποιονδήποτε σε μαριονέτα, οδηγώντας τον στην πλήρη αποστροφή και βγάζοντάς τον εκτός εαυτού." [...]

Μία στάλα δάκρυ λαμπύριζε στην κόχη του ματιού της ψυχής. Όχι επειδή την βάραιναν με ανυπόστατες δηλώσεις, μα επειδή ήξερε ότι -πολλά απ' αυτά- ήταν η πάσα αλήθεια.

 Ανυπολόγιστο το βάρος που απίθωνε στο ζύγι, αγνοώντας κώδωνες και προειδοποιήσεις. Μα τώρα ήταν αργά για αλάφρωμα της ζυγαριάς κι εξιλέωση μετά επανορθώσεων. Κι αυτό το γνώριζε καλά, και γι' αυτό... οδυρόταν.



Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο 4ο (2ου κύκλου) παιχνίδι των λέξεων. Μια ιδέα της Φλώρας μας, που αυτή τη φορά φιλοξενήθηκε απ' την Αριστέα μας. Αριστέα μου, μπράβο και πάλι για την άψογη φιλοξενία κι οργάνωσή σου, και για την προσφορά σου να φιλοξενήσεις το παιχνίδι και να ξεκουράσεις την Φλώρα. Μπράβο και στον Ανταίο, που με τις λέξεις που επέλεξε έθεσε ψηλά τον πήχη. Μπράβο και σε όσους ξεπέρασαν το αρχικό σοκ (:P) και μας έδωσαν τόσο όμορφες ιστορίες.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Στα βήματα του τανγκό



Χέρια σφιχτοπλεγμένα και κορμιά που έρχονται κοντά, ηλεκτρισμένα, αφιονισμένα και μεθυσμένα απ' την μουσική. Βλέμματα μπλεγμένα, που πότε προκαλούν κι απειλούν, και πότε κάνουν πίσω κι επιστρέφουν με περισσότερη ένταση. Κορμιά ενωμένα, που στροβιλίζονται σε μία έκρηξη ξέφρενου πάθους και δύναμης.

Τα βήματά σου γρήγορα, κοφτά, δυναμικά, ευέλικτα με άψογα σταματήματα. Να είναι γρήγορα κι αποφασιστικά, προς τα εμπρός, στην αγάπη και την ευτυχία. Πλαγιαστά, σα να βγάζουν γλώσσα, στη λύπη, και να συνεχίζουν προς την κορύφωση της υπομονής και του θάρρους, όχι της λιποψυχίας.



Για το Μιραντάκι, που έχει σήμερα τα γενέθλιά του. :)

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Θυμάσαι;

Θυμάσαι;

Σ' ένα κοχύλι συναντηθήκαμε.
Το κάναμε βάρκα και γυρίσαμε όλο τον ωκεανό.
Και καντάδα μας... το τραγούδι των κοραλλιών.
Θυμάσαι;

Μου βαστούσες την χούφτα και χανόμασταν στους γαλαξίες.
Μου έδειχνες έναν έναν τους πλανήτες.
Να η Αφροδίτη, να ο Πλούτωνας. Να κι ο Δίας.
Θυμάσαι;

Γινόσουν φάρος για να μην χαθώ στο έρεβος.
Γινόσουν βροντή για να με ξυπνάς απ' τον παρατεταμένο ύπνο.
Με έλουζες με όλα τ' αστέρια τ' ουρανού, για να λάμπω, όταν ήμουν σκυθρωπή.
Θυμάσαι;

Πάντα προλάβαινες ν' αγκαλιάσεις την σκιά μου πριν εξαφανιστεί.
Και την έντυνες με το βαθύ κόκκινο των κλειστών πετάλων ενός τριαντάφυλλου.
Τότε η επιθυμία γινόταν κανίβαλος και μας κυρίευε αχόρταγα.
Θυμάσαι;

Με ξυπνούσες με λόγια που ακούγονταν σα προσευχή.
Κι οι λαλιές μας μεταμορφώνονταν σε τραγούδι αηδονιού.
Τότε ανοίγαμε φτερούγες και πετούσαμε στον δικό μας κόσμο, έναν κόσμο αυστηρά για δύο.
Θυμάσαι;

Κι όταν κοιμόσουν φρόντιζα τα όνειρά σου, τα έκανα γλυκά.
Εξομολογούμενη τα όσα ένιωθα με την πιο κελαρυστή κι αέρινη φωνή μου.
"Ένα αστέρι χάραξε κάποτε ένα νοητό μονοπάτι κι, επιτέλους, με οδήγησε στην δική μου Βηθλεέμ".
Θυμάσαι;

Πες μου, θυμάσαι;



--> ♪ ♫ ♩ ♬<--


Αυτή ήταν η δική μου συμμετοχούλα για το Συμπόσιο Ποίησης, που ήταν ιδέα του αριστακίου. Αριστέα μου, μπράβο για την όμορφη και πρωτότυπη ιδέα. Και σ' ευχαριστούμε για την άψογη οργάνωση & διεκπεραίωση και που μας έδωσες την ευκαιρία να πιούμε και να μεθύσουμε από ποίηση, μέσα από τις ομορφιές που μαζεύτηκαν. 

2019: Το «Θυμάσαι;» συμμετέχει και στην Ερωτική Υμνωδία

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Σαν σήμερα σε βρήκα και με βρήκες


 Η πιο όμορφη διαδικτυακή τούρτα που έχω λάβει ποτέ, 
δια χειρός του γλυκύτερου Κούνελου της Μπλογκοχώρας.
Σ' ευχαριστώ πολύ!!!

Γενέθλια. Γιορτές. Ξανά γενέθλια. Ξανά γιορτές. Άλλη δουλειά δεν έχουμε, δηλαδής; Άιντε να μοιράζει αυτόγραφα πάλι και να κάνει δηλώσεις... ώχουυυ και βαριέται!...  γιατί δεν σου το είπα αλλά σα σήμερα γεννήθηκε. Για 21 χρόνια ομορφαίνει (γκούχου γκούχου!! -χριστούλης και παναγίτσα) τον πλανήτη Γη. Πάει κι η Λυσίππη. Έκλεισε τα 21 και μπήκε στα γηρατειά οριστικά (κλαυθμός & οδυρμός μετά στηθοκοπημάτων -πλανταμός, όχι αστεία!).

Και μυστήηηρια;; Μυστήρια;;; Και παράααξενη;; Παράξενη;;; Ποτέ δεν της άρεσαν αυτές οι μέρες. Κι όχι μόνο δεν χαίρεται, αλλά ίσως να την πιάνει και μια θλίψη (είπαμε(!) παράξενη, τι δεν καταλλλαβαίνεις;;). Αυτό που την κάνει να χαμογελάει, όμως, είναι που -σα τέτοια μέρα- συναντήθηκε, στο σταυροδρόμι της ζωής, με τη μαμά της. Που βρήκε αυτή τη μαμά της, κι η μαμά της αυτήν!

Ουράνιο τόξο την προσφωνεί όλο γλύκα κι ενθουσιασμό. Γι' αυτήν είναι η γέφυρα κι ο θησαυρός μαζί. Κι όχι επειδή το επιτάσσει η κοινωνία, λόγω της γονεϊκής σχέσης. Η Λυσίππη δεν δίνει σημασία σ' αυτά, μιας κι οι ταμπέλες δεν λένε τίποτα από μόνες τους -και το έχει μάθει πολύ καλά αυτό.

Μέσα από αυτήν έγινε μάρτυρας και θαύμασε το μεγαλείο του πολύπλευρου ταλέντου και της εφευρετικότητας (μήπως ν' αρχίσει να την λέει Κύρο -Γρανάζη, you know;;;), την αίσθηση του σωστού, της δικαιοσύνης και της υπευθυνότητας, της αξιοπρέπειας, της υπομονής, της αισιοδοξίας, της ακούραστης μαχητικότητας, του πείσματος, της θυσίας και της αυταπάρνησης, της βαθιάς καλοσύνης κι αγάπης, της καταπάτησης του Εγώ... έμαθε τι πάει να πει να γεννιέσαι Κυρία, κι όχι να την παριστάνεις.
Κι όχι, δεν υπερβάλλει. Ούτε καθαγιάζει.

Συγκινείται που όλα αυτά τα χρόνια ήταν (και συνεχίζει να είναι) ουσιαστικά δίπλα της. Που επιλέγει να είναι Φίλη, αφήνοντας πίσω αυστηρά κι απόμακρα προσωπεία, μηδενίζοντας αποστάσεις. Κάνοντας έτσι χώρο για εξομολογήσεις, συζητήσεις επί συζητήσεων, απίστευτων γέλιων και διασκεδάσεων (γιατί ακόμα κι εκεί ταιριάζουν).

 "Όπως είσαι ήμουν, κι όπως είμαι θα γίνεις!" της έχει πει ουκ ολίγες φορές. (Γίνεται να μην χαμογελάς & να γεμίζεις μπροστά σε τέτοια ταύτιση;)




Ένα απ' τα τραγούδια μας, ουράνιο τόξο. 
Πάντοτε το ακούω με τέρμα την ένταση και σε θυμάμαι. 
Σαν πεταλούδα πετάς γύρω μου. 
Ανάλαφρο το πέταγμα και το ακούμπισμά σου πάνω μου. 

Έχεις πάντα τον απέραντο θαυμασμό & την αιώνια ευγνωμοσύνη μου! 

Δεν σ' αγαπώ, ούτε σε λατρεύω... αυτό που νιώθω δεν χωρεί σ' αυτές τις λέξεις, τις ξεπερνά. 

Και να σου πω πως δεν ξέρω αν είμαι η τέλεια κόρη 
(αλλά ξέρω πως για σένα είμαι -άλλωστε για την κουκουβάγια το κουκουβαγάκι της είναι το ομορφότερο και το καλυτερότερο!), μα ελπίζω να σου επιστρέφω όσο το δυνατόν πιο πολύ όλο αυτό που μου δίνεις εσύ με τόση ανιδιοτέλεια. Και μακάρι να σου μοιάσω, όχι μόνο σαν μάνα (αν και όταν) αλλά και σαν άνθρωπος!


Ακόμα θυμάμαι τότε που είχες έρθει εδώ και διάβαζες 
κλαίγοντας το Ε. Κι εγώ αναρωτιόμουν αν έκλαιγες σ' αυτό 
τι θα έκανες με το Ζ, με αποκορύφωση τη στιγμή που 
θα σου έλεγα ότι είχα Εσένα στο μυαλό μου όταν το έγραφα

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Ο διαβάτης

Ο διαβάτης

Υπάρχει ένας διαβάτης με χαμηλωμένο το κεφάλι του.
Το ντύσιμό του απλό.
Το περπάτημά του αργό, σχεδόν αέρινο. 

Ένας διαβάτης που αφοπλίζει το πέρασμά του.
Αφήνοντας κάτι το απόκοσμο, όμορφο απόκοσμο.
Αποπνέοντας γαλήνια τρυφερότητα.  

Οι κινήσεις του ξεχειλίζουν γλυκύτητα και κομψότητα. 
Ο λόγος του σκέτη μελωδία.

Μια παρουσία που σε κατακλύζει. 
Σε κάνει να νιώθεις οικεία. 
Σε κάνει να ανοίγεσαι. 

Ένας διαβάτης που ξέρει να παρατηρεί γύρω του. 
Ν' ακούει, ν' αφουγκράζεται. 
Που ξέρει ν' απλώνει το χέρι του -κάτι από βελούδο στο άγγιγμά του.
Να απαλύνει τον πόνο. 
Και να τον αντικαθιστά με όμορφα συναισθήματα. 

Ένας διαβάτης που το όνομά του είναι Αγάπη. 



When I feel alone I reach for you
And you bring me home
When I'm lost at sea I hear your voice
And it carries me

[They say in heaven love comes first]


Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Κλείσε τα μάτια


Πατάς το play. 
Κλείνεις τα μάτια, για να υποδεχτεί ο νους κι η ψυχή σου τις πρώτες νότες. Ευθύς αμέσως, τα πάντα γεμίζουν υπέρλαμπρο φως. Μεταφέρεσαι σε μια τεράστια, στολισμένη γιορτινά, αίθουσα υποδοχής, με απαστράπτοντα φώτα, που πηγάζουν από υπέροχους πολυελαίους. Εσύ με μπούκλες το μαλλί και πιασμένο σε έναν σικάτο κότσο, με τούφες να πλαισιώνουν το πρόσωπό σου. Ενδεδυμένη με ένα εντυπωσιακό φόρεμα εποχής. Κατευθύνεσαι στο κέντρο της αιθούσης, όπου σε περιμένει ένας νέος -έχοντας κι αυτός την πρέπουσα ενδυμασία. Πριν καν πλησιάσει ο ένας τον άλλον, αρχίζετε να στροβιλίζεστε στον γλυκό απόηχο των οργάνων, που πάλλονται αισθαντικά, μέχρι να παίξουν και την τελευταία νότα και τα φώτα σβήσουν. 


"Το βαλς των ματιών"
Τι ωραίος τίτλος. :)

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Σκόρπιες κουβέντες

Στεκόμουν μπροστά απ' τις ζάχαρες και σκεφτόμουν "να μπω στον δρόμο της υγιεινής και να πάρω στέβια, ή να κάνω βουτιά στον βούρκο της ακολασίας και να πάρω την κλασική ζάχαρη;". Κι απ' τις σκέψεις μου με διέκοψες εσύ, ρωτώντας με πού βρίσκονται τα καρύδια. Χάθηκα λίγο με την ξαφνική σου ερώτηση και σου απάντησα "δεν ξέρω!". Μ' ευχαρίστησες ευγενικά κι έκανες να φύγεις. Ξεμάκρυνες λίγα βήματα. Ψιλοέτρεξα να σε προλάβω, για να σου πω πως βρίσκονται μαζί με τα ποτά. Με ξαναευχαρίστησες, κοιτώντας με με μάτια που σπινθηροβολούσαν και χαμογελούσαν. Μου είπες πως τα ήθελες για να φτιάξεις γλυκό. Μου έδειξες την λίστα με τα ψώνια σου και με ρώτησες για 2-3 ακόμα που δεν ήξερες πού βρίσκονταν. Αφού σου απάντησα με ρώτησες το όνομά μου και τι σπουδάζω, κι εσύ μου είπες το δικό σου. Και μετά μου έλεγες για τις σπουδές σου, πού βρίσκεσαι εργασιακά, για την κατάσταση της μαμάς σου και πόσο σοβαρά ήταν. Μέχρι και για γλώσσες μιλήσαμε. Δεν έλειψαν κι οι φιλοσοφο-κοινωνικές κουβέντες. Ούτε η -επί τροχάδην- εξιστόρηση κάποιων δικών σου κομματιών. Κι έφυγες όσο γλυκά άρχισες να μιλάς -ακουμπώντας με και μιλώντας μου σα να με ήξερες. Δίνοντάς μου συμβουλές, προτροπές, να προσέχω κλπ. Και ζήτησες συγνώμη που με καθυστέρησες. Ανταπάντησα ομοίως! Και χαμογέλασα με τον αυθορμητισμό, την ευγένεια και την γλυκύτητά σου. Σ' ευχαριστώ που μ' εμπιστεύτηκες. 

Ίσως ξαναβρεθούμε στον διάδρομο με τις ζάχαρες. 
Κι ελπίζω τα νέα σου να είναι ευχάριστα!


 
Είναι κάποιοι άνθρωποι που μπορούν με τόσα λίγα κι απλά 
να σε κάνουν να πετάξεις σα μπαλόνι.