Εικόνες περνούσαν τρέχοντας απ' το παράθυρο τ' αυτοκινήτου, θαρρείς και θέλανε να παραβγούν σε γρηγοράδα με το κινούμενο όχημα. Δέντρα έδιναν την θέση τους σε άλλα δέντρα, σε χορταριασμένα υψώματα, σε καφετιές επίπεδες γύμνιες ή σε κογκέλες με στενό δρομίσκο, που φλέρταραν τόσο με τα γκρεμνά, που σ' έκαναν να οδηγείς με την ταυτότητα ανάμεσα στα δόντια.
Τ' ανοιχτό παράθυρο σταθερά στην υποδοχή, επέτρεπε ευγενικά την είσοδο στο αεράκι τού καλοκαιριού. Φορτσάτο και δροσερό - δεξί χέρι της track list που έδινε δυναμικό παρών σε κάθε road trip, και μαζί κατάφερναν να εμφυσούν ζωντάνια και να επιτρέπουν την απόδραση απ' τη χαραμάδα της ελευθερίας, κάνοντας τα χέρια να χοροπηδούν ρυθμικά στο τιμόνι, ενόσω η φωνή προσπαθούσε να ακολουθήσει τις ηχογραφημένες.
Πέντε χρόνια είχε να πάρει άδεια απ' την δουλειά του, κι η σχέση του με την Γιώτα πήγαινε απ' το κακό στο χειρότερο. Η πίεση που ένιωθε ήταν ανυπόφερτη, το άγχος περασμένη θηλιά στον λαιμό του. Μια διήμερη ανάπαυλα την δικαιούταν, την είχε ανάγκη. Και τι καλύτερο απ' την επαφή με την φύση; Εκεί που όλα θάλλουν υπό το χάδι των κερένιων αχτίδων του ήλιου κι όλα μοιάζουν να γλυκαίνουν, να ξεθωριάζουν... έστω και για λίγο.
Απ' τα στροφιλίκια το έβλεπε ακόμα, η ματιά του ήταν συνεχώς καρφωμένη σ' αυτό. Και τώρα στεκόταν μπροστά του... στο καφενεδάκι που άφησε τα περισσότερα καλοκαίρια των παιδικών του χρόνων, παρέα με τον αγαπημένο του παππού, τον Ηλία - απ' τον οποίο είχε πάρει και τ' όνομά του, μία κλωστή που τους ένωνε κι έμελλε να είναι μία ακόμα αφορμή ανείπωτης στοργής ανάμεσα σε παππού κι εγγονό.
Προχώρησε με προσοχή μέσα απ' την ατίθαση βλάστηση, που είχε αγκαλιάσει για τα καλά τον χώρο πια και τον είχε κάνει ολόδικό της, ιδιοκτησία της. "Τουλάχιστον, έχει ακόμα κύρη!" τρεμόπαιξε η σκέψη στην άκρη του μυαλού του, ενώ το πόδι του πατούσε πλέον στο τσιμέντο.
Κοντοστάθηκε μπροστά στην πόρτα. Κοίταξε ό,τι είχε απομείνει απ' τα τραπεζάκια και τις καρέκλες, που ήταν στοιβαγμένα όπως όπως στο πλάι του κτιρίου.
"Ο Κούκος", έγραφε η μισόσβηστη και γερτή ταμπέλα.
"Να 'σαι καλά εκεί που είσαι, μπαρμπα-Γιάννη" μουρμούρισε ξεκλειδώνοντας.
Καλό ανθρωπάκι ο μπαρμπα-Γιάννης, ένα κομμάτι μάλαμα. Ζούσε για να δίνει - μέχρι την στερνή του αναπνοή, παρόλο που η ζωή τού άρπαξε βίαια κι άξαφνα τον δικό του θησαυρό. Το μόνο που του είχε απομείνει ήταν το μαγαζάκι του, το καταφύγιό του όπως το αποκαλούσε κι ο ίδιος, πράγμα που το έκανε ακόμη πολυτιμότερο - το ότι του το άφησε όταν πέθανε.
Τον αγαπούσε και τον είχε σα γιο του τον μικρό Ηλία. Άκουγε την φωνή του απ' τον δρόμο, καθώς ζύγωνε, και πριν μπει μέσα ήταν ήδη σερβιρισμένα η λεμονίτα και το παγωτό του - και πάντα κερασμένα!
Η βαριά μυρωδιά της κλεισούρας τον πήρε απ' τα μούτρα, απ' το πρώτο κιόλας βήμα. Άφησε την σακουλίτσα του σ' ένα σκονισμένο τραπεζάκι κι άνοιξε όλα τα παράθυρα, να μπει καθαρός αέρας.
Σάρωσε με μια γρήγορη ματιά τον χώρο. Σχηματίστηκε ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη του, όταν συνειδητοποίησε πως ο χρόνος δεν λειτούργησε σαν γομολάστιχα στις αναμνήσεις του. Θυμόταν κάθε σπιθαμή του.
Έφτιαξε έναν ελληνικό κι άναψε τσιγάρο. Όσο ρουφούσε άπληστα τον καπνό, αυτός γινόταν πολύχρωμο αραχνοϋφαντο ύφασμα, όπου παίζανε σκηνές από τότε.
Τα πάντα ήταν καθαρά κι είχαν το χρώμα τους.
Κι αυτός εκεί. Καθισμένος μαζί με τον παππού του, να συζητάνε ζωηρά μεταξύ τους.
Αν έβρισκε χρόνο καθόταν κι ο μπαρμπα-Γιάννης μαζί τους, να πιει το τσιπουράκι του.
Ακόμα θυμάται πόσο καλαμπουρτζής ήταν - τα πειράγματα ανάμεσα στον παππού του και τον μπαρμπα-Γιάννη δίνανε και παίρνανε.
Καίτοι υπήρχαν και φορές που λύγιζε και τον έπαιρνε το παράπονο, για τις δυστυχίες που τον είχαν βρει, κι αποζητούσε κάπου ν' ακουμπήσει, δυο λόγια να του πουν και να τον γλυκάνουν. Τότε ήταν που η χροιά της φωνής του γινόταν σκοτεινή και βραχνή κι αμολούσε χίλια δυο, που στα δικά του παιδικά αφτιά ηχούσαν ακατανόητα, ζοφερά και τρομακτικά. Μα κι αβάσταχτα, γιατί μπορεί να μην καταλάβαινε, αλλά μπορούσε να τον νιώσει. "Αν σου δώσω το παγωτό μου, θα πάψεις να στενοχωριέσαι;;" του έλεγε μακρόσυρτα... κι αμέσως του έδινε πίσω το χαμόγελό του.
Έσβησε το τσιγάρο κι αποτέλειωσε τον καφέ με γρήγορες γουλιές.
Του ήταν δύσκολο να μείνει κι άλλο εκεί...
Συμμετέχουν
Δημήτρης Ασλάνογλου, φιλοξενείται στης Αριστέας
Χριστίνα http://butterfly-butterflysworld.blogspot.gr/
Κάτια, http://katitimou.blogspot.gr/
Κική, http://ekfrastite.blogspot.gr/
Κλαυδία,http://katoapotinakropoli.blogspot.gr/
Μαρία Νι, http://mia-matia-ston-ilio.blogspot.gr/
Λάχεσις,http://epilogh.blogspot.gr/
Rylie,http://pepperychaos.blogspot.gr/
Ινώ, Σκιάθος, φιλοξενείται στης Αριστέας
Δέσποινα, http://www.mamadesekrisi.blogspot.gr/
Γιώργος-Hengeo,http://hengeo.blogspot.gr/
Ελένη Φλογερά,http://stamonopatiatisfantasias.blogspot.gr/
Μαρία Κανελλάκη, http://toapagio.blogspot.gr/
Nastenka (πρώην pink angel) http://midnight-in-brussels.blogspot.gr/
giwta ar,http://giwtatotongi.blogspot.gr/
Μαρία(me maria), http://mytripssonblog.blogspot.gr/
Κατερίνα Βαλσαμίδη, http://apopsitexnis.blogspot.gr
Lysippe, http://on-the-up-and-up.blogspot.gr/
Μαζεστίξ, http://toixo-toixo.blogspot.gr/
Σμαραγδένια,http://smaragdenia-roula.blogspot.gr/
Έλλη, http://funkymonkey-handmadecreations.blogspot.gr/
Christina Andromeda, http://andromeda-mygalaxy.blogspot.gr/
Γεωργία, http://armoniaart.blogspot.gr/
@ριστέα, http://princess-airis.blogspot.gr/