Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα... #2

Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα
Κέλομαί σε Γογγύλα

 
Κέλομαί σε Γογγύλα
Πέφανθι λάβοϊσά μα
Γλακτίν αν σε δηύτε πόθος
αμφιπόταταϊ.
ταν καλάν α γαρ κατάγωγις αύτα
απτόαισ' ιδοϊσαν, εγώ δε χαίρω,
και γαρ αύτα δη τόδε μέμφεταί σοι
Κυπρογένηα.
Σαπφώ (~630 - 570 π.Χ.)


Σε μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη

Σε φωνάζω Γογγύλα
Φανερώσου πάλι κοντά μου
Το χιτώνα τον άσπρο σαν το γάλα όταν φοράς,
νά 'ξερες τους πόθους που σε τριγυρίζουν
όμορφη, και πώς χαίρομαι που δεν είμαι εγώ,
μα η ίδια η Αφροδίτη που σε μαλώνει.  





Ένα διαμάντι, μ' ένα μαγικό τρίπτυχο: Σαπφώ, Χατζιδάκις & Νταντωνάκη

*********** 

 
Μια ιδέα της Μαρίας Νι 




Ας τολμήσουμε όλοι μας να νιώσουμε ελεύθεροι μέσα απ΄τους στίχους.
Να μοιραστούμε ποιήματα αγαπημένα, να μάθουμε ποιητές, 
να επιβεβαιώσουμε πως ζούμε στην χώρα αυτών.
Πώς;
Δίνω κάθε φορά εγώ την αρχή με μια ανάρτηση.
Ετοιμάζετε την δική σας ανάρτηση διαλέγοντας ένα ποίημα, δικό μας ή κάποιου αλλού.
Το συνδυάζουμε με μια φωτογραφία, δικιά μας ή κάποιου άλλου.
Το συνοδεύουμε με κάποιο τραγούδι που θεωρούμε ότι ταιριάζει.
Ή ό,τι άλλο θέλουμε σε σχέση με την ποίηση...
Η ιδέα αυτή δεν θα είναι για μια φορά, θα είναι μόνιμη στήλη και θα κρατά 2-3 μέρες.
σ.σ. Το ''Η στιγμή σου σ΄ένα ποίημα...'' είναι στήλη του Μελωδία FM 

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014

Ο Βασίλης

Ο στριγκός κι επίμονος ήχος τού ξυπνητηριού ενημέρωνε πως η ώρα είχε φτάσει 7.30 το πρωί.

Ο Βασίλης είχε σηκωθεί ένα τέταρτο νωρίτερα. Μόλις είχε πλυθεί κι ακουμπούσε το βάρος του νυσταγμένα και ράθυμα στον νεροχύτη, κοιτώντας το νερό που ακόμα έτρεχε. Έκανε να κλείσει το νερό, καθώς τα μάτια του σηκωνόντουσαν για να συναντήσουν την αντανάκλασή του στον καθρέφτη.

Τα μάτια του ποτέ δεν στεκόντουσαν στο είδωλό του παραπάνω απ' όσο έπρεπε - ίσα ίσα για να βεβαιωθεί πως ήταν σουλουπωμένος.

Τα χέρια του κινούνταν σβέλτα κι έφτιαχναν τα μαλλιά του, όσα είχαν απομείνει από αυτά. Το βλέμμα του σταθερό.  Η έκφρασή του, όπως πάντα, σοβαρή κι αυταρχική, κοσμούσε το αυλακωμένο του πρόσωπο - θαρρείς και κάθε χαρακιά στο πρόσωπό του είχε σημαδέψει και την ψυχή του, το μέσα του.   

Η σφραγίδα τού χρόνου τον είχε αλλάξει... Κάθε ψεγάδι τον αποστράγγιζε, συρρίκνωνε  την καλοσύνη και την ευγενή του φύση.  

Εξήντα δύο χρόνια ζωής μετρούσε, και το βάρος τους ήταν ανυπολόγιστο στις δικές του πλάτες - λες και κάθε έτος ζύγιζε το διπλάσιο γι' αυτόν.

Βαρύς και κουρασμένος απ' τα συμπαρομαρτούντα στο προσκήνιο της ζωής, είχε βγει σε πρόωρη σύνταξη και ζούσε αποτραβηγμένος λίγο πιο έξω απ' την πόλη, σε μια μικρή ξύλινη παράγκα. 


Ένας μικρός χώρος όλος κι όλος με τα απολύτως απαραίτητα. 

Μοναδική του συντροφιά: τα βιβλία του - ανεξίτηλη η αγάπη του γι' αυτά στον χρόνο, όπως και κάποιες ξύλινες φιγούρες, που τους έδινε ζωή μέσα από κομμάτια ξύλου που πήγαινε κι έκοβε περιστασιακά.


Κατευθύνθηκε έξω κι έκλεισε το ξυπνητήρι, που συνέχιζε στον επίμονο ρυθμό του.

Η ματιά του πήγε κι ακούμπησε στο ανοιχτό βιβλίο - ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι που είχε ξεχάσει ο εγγονός του, που τον είχε επισκεφτεί τις προάλλες, ξαποσταίνοντας στην πολύχρωμη εικονογράφηση. Ένα περήφανο ελατάκι, φορτωμένο στολίδια και με πολλά δώρα από κάτω του, του έκλεινε το μάτι.

Κάθισε στην πολυθρόνα και πήρε να το ξεφυλλίζει, χαμένος στις χριστουγεννιάτικες αφηγήσεις και τις ζωγραφιές που τις συνόδευαν.

"Μα τι ώρα να έχει πάει;" αργοσάλεψε η σκέψη στην άκρη τού μυαλού του, ενώ έκλειναν τα βλέφαρά του σε έναν βαθύ, γλυκό ύπνο.

Και μες στον ύπνο του το σπιτικό του άλλαξε, δεν φορούσε πια το ντύμα τής απλότητας. Το βλέμμα ζέσταιναν έντονα χρώματα από στολίδια που δέσποζαν στον χώρο, που τον άλλαζαν... κι από ένα μικρό φτωχικό τον μετέτρεπαν σε παλατάκι.

"Τι όμορφα που είναι" μουρμούριζε μέσα στον ύπνο του, κι ένα πλατύ χαμόγελο μεταμόρφωνε το πρόσωπό του, αφήνοντάς του γλυκάδα στα χείλη.

Ο Βασίλης έστριψε στο πλάι και μιαν άλλη εικόνα είχε ξεδιπλωθεί μπροστά του. Ήταν ο εγγονός του που τον επανέφερε στο τώρα λέγοντάς του "σειρά σου τώρα", καθισμένος στην άκρη του τραπεζιού, μπροστά από ένα επιτραπέζιο.

Το χέρι του μάζεψε το ζάρι, και το άφησε κάτω με την ένδειξη του τέσσερα. Άρπαξε το πιόνι του και το προχώρησε τέσσερα νταμάκια μπροστά, αφήνοντάς το πάνω στο πρόσωπο του νάνου.

Αίφνης, με το που άφησε το πιόνι του επάνω στον νάνο, ο νάνος ξεπήδησε απ' το ταμπλό και του άρπαξε το χέρι, τραβώντας τον μέσα στο παιχνίδι.

Ούτε ο ίδιος δεν ήξερε πόσα λεπτά βρισκόταν μέσα στο πηχτό σκοτάδι. Η μόνη του αίσθηση ήταν αυτή του γλιστρήματος,  σαν αυτή της τσουλήθρας, κι η πίεση που ασκούσε το χέρι του νάνου στο δικό του, έτσι όπως τον κρατούσε σφιχτά κοντά του.

Ένα σύμφυρμα ζοφερών σκέψεων κι ερωτηματικών τυραννούσε το μυαλό του μέσα σ' αυτή τη νεφελώδη αβεβαιότητα, που ξαφνικά ξετυλίχτηκε μπροστά του. Αλλά, γρήγορα η προσοχή του εστίασε στο λευκό που ολοένα και μεγάλωνε, καθώς το πλησίαζε, ώσπου προσγειώθηκε μαζί με τον νάνο πάνω σε μία σωρό από λευκούς φακέλους, ή διπλωμένα χαρτιά.

Η ταραχή κι η απορία του πήραν να μεγαλώνουν, όταν τα μάτια του αντίκρισαν γύρω του ταράνδους, νάνους και διάφορα ξωτικά που τρέχανε αλαφιασμένα δώθε κείθε, είτε διαβάζοντας απ' τη χάρτινη στοίβα είτε απιθώνοντας κουτιά, σε ποικίλα μεγέθη, μέσα σ' ένα ευμέγεθες έλκηθρο, κι ακούγοντας μια παράξενη, διαπεραστική φωνή να διαμαρτύρεται εντόνως και με μια ανάσα "Άγιε Βασίλη, πάλι μας την έσκασες και μας άφησες να κάνουμε όλη την δουλειά", δίνοντάς του την κόκκινη στολή του.

Ο Βασίλης πετάχτηκε όρθιος.

"Τι όνειρο κι αυτό" μουρμούρισε σαστισμένος.

Αλλά, ο σπόρος τής αφύπνισης είχε μπει μέσα του, ο κρουνός είχε ανοίξει.

Γιατί μέσα μας όλοι κρύβουμε έναν εν δυνάμει Άγιο Βασίλη. 



Και κάτι δικό μου στην παρεούλα μας, εντός κλίματος, 
συνοδευόμενο με τις θερμότερες ευχές μου για τις γιορτινές μέρες. Υγεία, χαρά κι αγάπη για εσάς και τους δικούς σας ανθρώπους. 
Να περάσετε υπέροχα!!

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

Στον γενέθλιο αχό

Πρώτη του Δεκέμβρη η σημερινή ημέρα
Και του μαγεμένου δοξαριού οι τόνοι ηχούν ως πέρα.
Γι' άλλη μια φορά γλυκός ακούγεται ο γενέθλιος αχός
Προϋπαντήζει την σωρεία των ευχών, στο σκαλοπάτι του προσεχώς.
Τ' αστέρια σκύβουν ν' αγκαλιάσουνε τη Γη
Ν' αφήσουν δώρο χάδι ανεξίτηλο και ζεστό στη δική σου ψυχή.
Στην θύμηση του ονόματός σου που κεντήσανε οι Μοίρες
Στο χρυσοστόλιστο υφαντό που σε τύλιξε σαν ήρθες.
Σκύβει κι η σελήνη στων άστρων την κουστωδία
Και σου αφήνει δώρο πολύτιμο, το φως τού σύμπαντος να έχεις στης ζωής τη χορωδία.
Μες σ' αυτή τη μυσταγωγία
Φεγγαρολουσμένη στέκεις κι αστράφτεις από χαρά - το ξέρεις, για μένα, η θέασή σου αυτή έχει κάτι από μαγεία.
Μπουκέτο ανθισμένο σου αφήνω στην αγκαλιά
Μ' αρώματα, γεμάτα ευχές είναι τα γιασεμιά.
Με τα χείλη να μουρμουρίζουνε γλυκά
"Χρόνια πολλά, μαμά".
Και το ζευγάρι των χειλιών μας σε πλατιά καμπύλη
Αντάμα στης ματιάς την αγάπη που ποτέ δεν σβήνει. 


*Στην τριανταφυλλιά της ζωής μου, την μαμά μου 



/*Έχει γενέθλια και η me (maria) μας σήμερα. 
Οι θερμές μου ευχές συντροφιά σου, Μαρία μου, 
μέχρι να σου ευχηθώ λίγο πιο προσωπικά.*/


Φιλώ όλη την εδώ παρεούλα, που μου έχει λείψει άμετρα. 
Δεν σας ξέχασα, αλήθεια - το θέμα "ίντερνετ" παραμένει.

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Το φιλντισένιο πουλί


Τι είν' η ποίηση αν όχι ένα πουλί καμωμένο από φίλντισι; Που το στιλβωμένο του φτέρωμα αντανακλά το φως και το σκότος αναλόγως του ποιητή το εσωτερικό καθεστώτος; Στα ταξίδια του τ' αλαργινά οι επηρμένοι ρούνοι τού προστάζουν την αναγέννηση ή τον αφανισμό - κι υπακούει ευλαβικά. Ένας μικρός συνένοχος, μια ιστορία με ψυχή συνωμοτική και λεξικές εκπυρσοκροτήσεις σε σύνδεση κρυπτική. Πότε γίνεται ένα λευκό λουλούδι σε σκουρόχρωμο στερέωμα, και πότε πυρά, καντάδα που υμνεί της απόγνωσης το όμμα. Ένα λυτρωτικό, μοναχικό δάκρυ σε σχήμα πουλιού, μετάληψη της διύλισης κάθε συναισθήματος αγνού.

*Στην Αριστέα :)

 

Φέρνω στο νου μου το Συμπόσιό μας πώς ξεκίνησε. Δειλά δειλά. 
Κι έφτασε να έχει γίνει ένα μικρό γαϊτανάκι ομορφιάς, που βάστηξε μέχρι τώρα και μας ευφραίνει τόσο. 
Γι' αυτό πρώτα ένα μπράβο-ευχαριστώ στην Αριστέα μας, ακούραστη συντονίστρια κι αφορμή αυτού, κι έπειτα σε όλους όσοι στηρίζουν με οποιονδήποτε τρόπο αυτό το δρώμενο. 
Ο καλυτερότερος γύρος ήταν αυτός, μακράν. 
Θερμά συγχαρητήρια σε όλους...
Άντε, και στον επόμενο. 
Με την ίδια ποιότητα και το ίδιο κέφι και μεράκι. 


Πω πω, νιώθω ότι λείπω κάνα χρόνο από εδώ. Μου λείψατε πολύ. :)
Ας όψεται και το πρόβλημα με το ίντερνετ που με καθυστέρησε λιγάκι παραπάνω - και τώρα μετά βίας κατάφερα να δημοσιεύσω την ανάρτηση, απ' το πρωί προσπαθώ, αλλά σούρνεται σα σαλιγκάρι. 
Φιλιά ολούθε για την ώρα, κι (ελπίζω) οσονούπω θα τα πούμε.  

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

«Ένας πίνακας… δυο ιστορίες» #2


«Ένας πίνακας… δυο ιστορίες».  Θέλω να εμπνευστείτε από έναν πίνακα που σε εσάς κάτι λέει, να μας τον συστήσετε με λίγα λόγια για να τον μάθουμε κι εμείς  και να γράψετε δυο ιστορίες (πεζό ή ποίημα) διαφορετικές.
α) Αντανάκλαση: Η ιστορία-αντανάκλαση θα είναι μια ιστορία που είτε απεικονίζει το θέμα του πίνακα είτε αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτό που νιώθετε εσείς για τον πίνακα.
β) Παραμορφωτικός καθρέφτης: Η ιστορία-παραμορφωτικός καθρέφτης θα είναι το αντίθετο.. Μια ιστορία που είτε θα παραμορφώνει το θέμα του πίνακα είτε θα περιγράφει το εντελώς αντίθετο από αυτό που νιώθετε για τον πίνακα.
Μια ιδέα της Μαριλένας μας

Lilith του John Collier  
[1892]


Η Λίλιθ θεωρείται πως ήταν η πρώτη γυναίκα που κλήθηκε να παίξει τον ρόλο της συντρόφου τού Αδάμ. Επειδή δεν ήταν διατεθειμένη να καθυποταχθεί σ' αυτόν, εξορίστηκε απ' τον Παράδεισο

Κατ' ουδένα τρόπο συνηθισμένη. 
Σημαδεμένη για πάντα από την Πτώση - είναι η θηλυκή έκφραση του Εωσφόρου 
(Ἕως, (αυγή) + φέρω - ο φέρων το φως της γνώσης στους ανθρώπους). 

Οι μύθοι, που είναι συνδεδεμένοι με τ' όνομά της, είναι πάμπολλοι.
(της παιδοκτόνου, της μορφής φιδιού - πειρασμού κ.α.)

Έγινε σύμβολο της πνευματικότητας, της απελευθέρωσης, της λαγνείας και της αντισυμβατικότητας, 
όπως και του φεμινισμού. 

 Η Λίλιθ του Τζων Κόλιερ, αποτυπωμένη εξωραϊστικά, αποπνέει μεγάλο αισθησιασμό κι ανυπέρβλητη θηλυκότητα. Είναι μια ανθρωποποιημένη εκδοχή της, καθώς οι απεικονίσεις της, αναλόγως την στάση που διατηρούσαν οι καλλιτέχνες απέναντι στο αρχέτυπο, ποικίλλουν - παριστάνοντάς την με δεκάδες τρόπους (από αισθησιακή και φιλήδονη μέχρι δαιμόνισσα / τερατόμορφη).


Αντανάκλαση ~ Η βαρκάρισσα του βούρκου



Στην έρημο
Είδα ένα πλάσμα, γυμνό, κτηνώδες,
Καθόταν καταγής,
Κράταγε στα χέρια του την καρδιά του
Και την έτρωγε.
Είπα, «Είναι καλή, φίλε;»
«Είναι πικρή — πικρή», μου απάντησε∙
«Αλλά μ’ αρέσει
Γιατί είναι πικρή
Και γιατί ‘ναι η καρδιά μου».
 

~Στην έρημο - Στήβεν Κρέην

Αυτό έγραφε η σελίδα που συγκρατούσαν μετά βίας τα τρεμάμενα κι αδύναμα δάχτυλά του. Την είχε σκίσει απ' το βιβλίο, πριν ξημερώσει ακόμα, για να την διαβάζει ξανά και ξανά, μέχρι να μπορεί να ανασύρει κάθε στίχο απ' το πηγάδι του μυαλού του, όταν η μέρα φορέσει το νυχτικό της και πάει να αναπαυτεί στην κλίνη της, και τον αφήσει στο πηχτό σκοτάδι. Κάθε που τελείωνε ο κύκλος τής επανάληψης, μία άλικη στάλα καθόταν στα ταλαιπωρημένα του ρούχα, και τα κυρίευε. Τα ματωμένα ρούχα έκαιγαν το κορμί του, και σμίλευαν τις εκφράσεις στο πρόσωπό του, που έσταζε απ' τον ιδρώτα. Το μυαλό του χαμένο στην παραζάλη, του έπαιζε περίεργα παιχνίδια. Έπαιζε συνεχώς φωτογραφίες αυτής της διαβολογυναίκας, της βαρκάρισσας του βούρκου, όπως την αποκαλούσε αηδιασμένος, όταν είδε το πραγματικό της πρόσωπο και συνειδητοποίησε τι άφηνε στο διάβα της. Οι εικόνες εναλλάσσονταν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Άλλες τον έκαναν να μαζεύεται σε εμβρυική στάση, θρηνώντας. Άλλες ξαμολούσαν το κάθε του κύτταρο κι έκαναν το πυρακτωμένα τρομαγμένο του βλέμμα να μαλακώνει. Τον είχε παρασύρει αυτή με της στιλάτες, μη μου άπτου γόβες της. Αγκιστρωνόταν στη ματιά της δίχως να προβάλλει αντίσταση - τόσο θηλυκά μάτια που δεν μπορεί ν' αντέξει η ύπαρξη. Παραδινόταν στον αέρα της ανεξαρτησίας, του αισθησιασμού και της δυναμικότητάς της, όπως παραδίνεται ένας κόκκος άμμου στο περιπαικτικό αέρι. Είχε παγιδευτεί στον ιστό τού αδιάντροπου έρωτά της. Μυούμενος στην απελευθερωμένη σεξουαλικότητά της είχε καταντήσει δούλος, μα δεν τον ένοιαζε - το απολάμβανε εξίσου. Βιολί γινόταν στα χέρια της. Κι αυτή ήταν το δοξάρι, που σύρονταν πάνω στις χορδές - και σόλαρε με ρεβεράντζα στο λάγνο μιμόρχημα της ερωτικής πράξης. Κι η ξεπουλημένη του ψυχή, γελούσε χαιρέκακα εις βάρος της, όταν έπεσε σαν μαριονέτα μέσα στα ίδια της τα νήματα, σ' αυτά που μέχρι πρότινος την συγκρατούσαν - έτσι είναι, αγάπη μου, όταν αφήνεσαι σε τέτοια χέρια. Γιατί ακόμα κι αυτός που νομίζει πως έχει αρχίδια, καταντά ευνουχισμένος και φυλακισμένος σε μια σκοτεινή μήτρα, όταν αποφασίζει να παίξει με την φλόγα τής αυτάρεσκης Αλαζονείας.  

 σολ, ρε, λα, μι = το τονικό ύψος των τεσσάρων χορδών του βιολιού

 
 

Παραμορφωτικός καθρέφτης ~ Μια υπεράνθρωπη από πορσελάνη


"Άσπρη πολύ. Όμορφη κι αρχοντική. Λίγο αυστηρή, μα έτοιμη να σπάσει και να ελευθερώσει δάκρυα, με τα οποία θα παρασύρει οπτικοποιημένα -στην άκρη των βλεφάρων της- την όποια ασχήμια και δυστυχία αντικρίσει. Δύο χέρια πάλλευκα με μακριά δάχτυλα, ντυμένα πολλές ώρες της ημέρας με λευκά γάντια - ταίριαζαν τόσο στο χρώμα της επιδερμίδας της, θαρρείς και δεν τα φορούσε. Βλέπετε, δούλευε ως καθαρίστρια στο νοσοκομείο. Την κούραση και τον φόρτο δεν τα λογάριαζε. Ο πόνος που καθημερινώς αντίκριζε, όμως, την τσάκιζε. Ξαπλωμένα ακίνητα κορμιά στο λευκό κρεβάτι - μα από αρρώστια, μα από ατύχημα. Και τα βογκητά ήσαν απόηχος στ' αφτιά της ακόμα κι όταν σχόλαγε και γύριζε το κλειδί στην κλειδαριά του σπιτιού της. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έγινε μάρτυρας και σ' εκείνες τις μικρές, τελευταίες στιγμές όπου ο άνθρωπος μικραίνει και ξαναγίνεται ένα μικρό, αδύναμο και φοβισμένο παιδί. Μια γυναίκα μ' ένα γενναιόδωρο χαμόγελο και καλοσυνάτη ματιά, που έδινε πνοή και νόημα στην έννοια της γλυκύτητας. Δυο αφτιά ν' ακούν, και δυο χέρια να δίνουν. Δικαίως την αποκαλούσαν "πορσελάνινη Μητέρα". 

Δεν έχω να προσθέσω τίποτε άλλο, πάτερ." είπε η Γωγώ, η καλύτερή της φίλη, πάνω απ' το άψυχο σώμα τής πορσελάνινης υπεράνθρωπης.



Η ανάρτηση αφιερώνεται στο Μαριλενάκι και την Nastenka...
μπορεί να καθυστερώ, αλλά -πάντοτε- τηρώ τις υποσχέσεις μου :)






Συμμετέχουν


Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Ιστορίες του Καφενέ: Στα δυο χέρια της θύμησης

Εικόνες περνούσαν τρέχοντας απ' το παράθυρο τ' αυτοκινήτου, θαρρείς και θέλανε να παραβγούν σε γρηγοράδα με το κινούμενο όχημα. Δέντρα έδιναν την θέση τους σε άλλα δέντρα, σε χορταριασμένα υψώματα, σε καφετιές επίπεδες γύμνιες ή σε κογκέλες με στενό δρομίσκο, που φλέρταραν τόσο με τα γκρεμνά, που σ' έκαναν να οδηγείς με την ταυτότητα ανάμεσα στα δόντια.

Τ' ανοιχτό παράθυρο σταθερά στην υποδοχή, επέτρεπε ευγενικά την είσοδο στο αεράκι τού καλοκαιριού. Φορτσάτο και δροσερό - δεξί χέρι της track list που έδινε δυναμικό παρών σε κάθε road trip, και μαζί κατάφερναν να εμφυσούν ζωντάνια και να επιτρέπουν την απόδραση απ' τη χαραμάδα της ελευθερίας, κάνοντας τα χέρια να χοροπηδούν ρυθμικά στο τιμόνι, ενόσω η φωνή προσπαθούσε να ακολουθήσει τις ηχογραφημένες. 

Πέντε χρόνια είχε να πάρει άδεια απ' την δουλειά του, κι η σχέση του με την Γιώτα πήγαινε απ' το κακό στο χειρότερο. Η πίεση που ένιωθε ήταν ανυπόφερτη, το άγχος περασμένη θηλιά στον λαιμό του. Μια διήμερη ανάπαυλα την δικαιούταν, την είχε ανάγκη. Και τι καλύτερο απ' την επαφή με την φύση; Εκεί που όλα θάλλουν υπό το χάδι των κερένιων αχτίδων του ήλιου κι όλα μοιάζουν να γλυκαίνουν, να ξεθωριάζουν... έστω και για λίγο.

Απ' τα στροφιλίκια το έβλεπε ακόμα, η ματιά του ήταν συνεχώς καρφωμένη σ' αυτό. Και τώρα στεκόταν μπροστά του... στο καφενεδάκι που άφησε τα περισσότερα καλοκαίρια των παιδικών του χρόνων, παρέα με τον αγαπημένο του παππού, τον Ηλία - απ' τον οποίο είχε πάρει και τ' όνομά του, μία κλωστή που τους ένωνε κι έμελλε να είναι μία ακόμα αφορμή ανείπωτης στοργής ανάμεσα σε παππού κι εγγονό.

Προχώρησε με προσοχή μέσα απ' την ατίθαση βλάστηση, που είχε αγκαλιάσει για τα καλά τον χώρο πια και τον είχε κάνει ολόδικό της, ιδιοκτησία της. "Τουλάχιστον, έχει ακόμα κύρη!" τρεμόπαιξε η σκέψη στην άκρη του μυαλού του, ενώ το πόδι του πατούσε πλέον στο τσιμέντο.

Κοντοστάθηκε μπροστά στην πόρτα. Κοίταξε ό,τι είχε απομείνει απ' τα τραπεζάκια και τις καρέκλες, που ήταν στοιβαγμένα όπως όπως στο πλάι του κτιρίου. 

"Ο Κούκος", έγραφε η μισόσβηστη και γερτή ταμπέλα. 

"Να 'σαι καλά εκεί που είσαι, μπαρμπα-Γιάννη" μουρμούρισε ξεκλειδώνοντας.

Καλό ανθρωπάκι ο μπαρμπα-Γιάννης, ένα κομμάτι μάλαμα. Ζούσε για να δίνει - μέχρι την στερνή του αναπνοή, παρόλο που η ζωή τού άρπαξε βίαια κι άξαφνα τον δικό του θησαυρό. Το μόνο που του είχε απομείνει ήταν το μαγαζάκι του, το καταφύγιό του όπως το αποκαλούσε κι ο ίδιος, πράγμα που το έκανε ακόμη πολυτιμότερο - το ότι του το άφησε όταν πέθανε. 

Τον αγαπούσε και τον είχε σα γιο του τον μικρό Ηλία. Άκουγε την φωνή του απ' τον δρόμο, καθώς ζύγωνε, και πριν μπει μέσα ήταν ήδη σερβιρισμένα η λεμονίτα και το παγωτό του - και πάντα κερασμένα!

Η βαριά μυρωδιά της κλεισούρας τον πήρε απ' τα μούτρα, απ' το πρώτο κιόλας βήμα. Άφησε την σακουλίτσα του σ' ένα σκονισμένο τραπεζάκι κι άνοιξε όλα τα παράθυρα, να μπει καθαρός αέρας. 

Σάρωσε με μια γρήγορη ματιά τον χώρο. Σχηματίστηκε ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη του, όταν συνειδητοποίησε πως ο χρόνος δεν λειτούργησε σαν γομολάστιχα στις αναμνήσεις του. Θυμόταν κάθε σπιθαμή του. 

Έφτιαξε έναν ελληνικό κι άναψε τσιγάρο. Όσο ρουφούσε άπληστα τον καπνό, αυτός γινόταν πολύχρωμο αραχνοϋφαντο ύφασμα, όπου παίζανε σκηνές από τότε. 

Τα πάντα ήταν καθαρά κι είχαν το χρώμα τους. 

Κι αυτός εκεί. Καθισμένος μαζί με τον παππού του, να συζητάνε ζωηρά μεταξύ τους. 

Αν έβρισκε χρόνο καθόταν κι ο μπαρμπα-Γιάννης μαζί τους, να πιει το τσιπουράκι του. 
Ακόμα θυμάται πόσο καλαμπουρτζής ήταν - τα πειράγματα ανάμεσα στον παππού του και τον μπαρμπα-Γιάννη δίνανε και παίρνανε. 

Καίτοι υπήρχαν και φορές που λύγιζε και τον έπαιρνε το παράπονο, για τις δυστυχίες που τον είχαν βρει, κι αποζητούσε κάπου ν' ακουμπήσει, δυο λόγια να του πουν και να τον γλυκάνουν. Τότε ήταν που η χροιά της φωνής του γινόταν σκοτεινή και βραχνή κι αμολούσε χίλια δυο, που στα δικά του παιδικά αφτιά ηχούσαν ακατανόητα, ζοφερά και τρομακτικά. Μα κι αβάσταχτα, γιατί μπορεί να μην καταλάβαινε, αλλά μπορούσε να τον νιώσει. "Αν σου δώσω το παγωτό μου, θα πάψεις να στενοχωριέσαι;;" του έλεγε μακρόσυρτα... κι αμέσως του έδινε πίσω το χαμόγελό του. 
  
Έσβησε το τσιγάρο κι αποτέλειωσε τον καφέ με γρήγορες γουλιές.

Του ήταν δύσκολο να μείνει κι άλλο εκεί...



Η συμμετοχή μου στις ιστορίες του Καφενέ #2


Συμμετέχουν

Δημήτρης Ασλάνογλου, φιλοξενείται στης Αριστέας
Χριστίνα http://butterfly-butterflysworld.blogspot.gr/  
Κάτια, http://katitimou.blogspot.gr/  
Κική, http://ekfrastite.blogspot.gr/  
Κλαυδία,http://katoapotinakropoli.blogspot.gr/  
Μαρία Νι, http://mia-matia-ston-ilio.blogspot.gr/  
Λάχεσις,http://epilogh.blogspot.gr/  
Rylie,http://pepperychaos.blogspot.gr/  
Ινώ, Σκιάθος, φιλοξενείται στης Αριστέας
Δέσποινα, http://www.mamadesekrisi.blogspot.gr/  
Γιώργος-Hengeo,http://hengeo.blogspot.gr/  
Ελένη Φλογερά,http://stamonopatiatisfantasias.blogspot.gr/  
Μαρία Κανελλάκη, http://toapagio.blogspot.gr/  
Nastenka (πρώην pink angel) http://midnight-in-brussels.blogspot.gr/  
giwta ar,http://giwtatotongi.blogspot.gr/  
Μαρία(me maria),  http://mytripssonblog.blogspot.gr/  
Κατερίνα Βαλσαμίδη, http://apopsitexnis.blogspot.gr  
Lysippe, http://on-the-up-and-up.blogspot.gr/  
Μαζεστίξ, http://toixo-toixo.blogspot.gr/  
Σμαραγδένια,http://smaragdenia-roula.blogspot.gr/  
Έλλη, http://funkymonkey-handmadecreations.blogspot.gr/  
Christina Andromeda, http://andromeda-mygalaxy.blogspot.gr/
Γεωργία, http://armoniaart.blogspot.gr/
 
@ριστέα, http://princess-airis.blogspot.gr/

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

25η ώρα

Τον ξύπνησε ο ήχος των λέξεων, θαρρείς και ήταν βροντές, εν μέσω καταιγίδας, που τραγουδούσαν την απελπισία και τον πόνο σε λα μινόρε. Καίτοι έβγαιναν με δυσκολία, αθροίζονταν η μία δίπλα στην άλλη με γοργούς ρυθμούς, λες κι η σβελτάδα θα λειτουργούσε καταπραϋντικά, ή απαλλαχτικά τού βάρους.

«Καλώς ήλθατε! Θα ήθελα να σας συγχαρώ για την τόλμη τής απόφασής σας να κάνετε αυτό το ταξίδι και να συνδράμετε με όποιον τρόπο μπορείτε. Οι εικόνες που θα δείτε θα είναι πολύ σκληρές κι αβάσταχτες, γι' αυτό όποιος επιθυμεί μπορεί να φύγει - κανείς δεν θα σας κατηγορήσει. Όσοι αποφασίσετε να μείνετε, θα σας παρακαλούσα να δράσετε υπεύθυνα κι οργανωμένα υπό τις υποδείξεις των προϊστάμενών σας, για να μην υπάρξει σύγχυση και να κυλήσουν όλα ομαλώς.» ακούστηκαν τα λόγια, που απευθύνονταν στους νεοφερμένους, θυμίζοντάς του τις δικές του στιγμές, όταν ήταν κι αυτός μέσα σ' ένα τέτοιο μικρό κι αλαφιασμένο μπουλούκι. 

Συνειδητοποίησε πως η παρουσία του μετρούσε δύο ολάκερους μήνες εκεί, μη μπορώντας να πιστέψει πώς κατάφερε να αντέξει τόσο πολύ.

Κάθε μέρα δοκίμαζε όρια κι αντοχές. Και κάθε βράδυ, που έπεφτε ξέπνοος στο βρώμικο στρώμα, επέλεγε συνειδητά κι επίμονα το "συνεχίζω", κι ας κατέληγε δυο και τρεις φορές την μέρα να κάνει εμετό απ' όλη την τραγικότητα που έβλεπαν τα μάτια του, κι ας μην μπορούσε να διώξει το αίμα που φώλιαζε στα νύχια του και το κουβαλούσε σε κάθε του στιγμή.

Αναλογίστηκε τι ταμείο είχε κάνει μέχρι τώρα - τι είχε τρυπώσει μέσα του, που αναπόδραστα θα έπαιζε καρέ καρέ, στοιχειώνοντάς τον εφ' όρου ζωής.

Χαλάσματα κι απομεινάρια. Μπόχα να τυραννά τα ρουθούνια! Σκηνές πανικού, γεμάτες ανημπόρια, απελπισία κι οδύνη. Απώλεια. Πόνος σε όλες του τις εκφάνσεις. Σημαδεμένα, σακατεμένα κι ακρωτηριασμένα κορμιά όλων των ηλικιών. Κι όνειδος για τον αποτροπιασμό, την απέχθεια και την φρίκη που μπορεί να σκορπά ανερυθρίαστα το ανθρώπινο είδος στο διάβα του - φέρνοντας ξανά και ξανά στο μυαλό του κείνη την μάνα, που έσφιγγε στον κόρφο το παιδί της, που άφηνε την τελευταία του πνοή, ψελλίζοντας κλαμένη «Ψυχή μου, η μανούλα είναι εδώ. Μη φοβάσαι.»... σταματώντας τους δείκτες τού ρολογιού της - για πάντα. 








Μετέχοντας στο 25th Hour Project