Κυριακή 10 Μαρτίου 2019

Η καριόλα (μέρος 3ο)


η πάλη
η τάξη
η πάλη των τάξεων 



Μια εβδομάδα  πριν       
           Αν δεν έπεφτα στα φρένα θα το σκότωνα το δύσμοιρο το γατί και ήταν πολύ  σκελετωμένο για να τελειώσει χωρίς δεύτερη ευκαιρία  η ζωή του.  Και νταλίκα να πέσει πάνω μου και το smart  μου το καινούριο να στραπατσαριστεί, το γατί δε θα το πατήσω.
          Έπεσε αυτός. Με ένα 25ετίας χάρβαλο MAZDA RX7 ασημί που κουβαλούσε κάποτε μεγάλα μεγαλεία.
Βγήκαμε από τα αυτοκίνητά μας και οι δυο αφού κάναμε με αλάρμ στην άκρη.
Το γατάκι είχε χαθεί στις συστάδες.  Εκνευρισμένη εγώ γιατί στοιχειωδώς θα βοηθούσε με μια κατάθεση στη δήλωση και γιατί μόλις είχα πλύνει το σμαρτάκι  μου, τριών μηνών και άστρωτο ακόμη. Τα πίσω μου φανάρια σπασμένα, το πορτ μπαγκάζ  είχε φτάσει στα καθίσματα και ο προφυλακτήρας μου μισοσερνόταν στην άσφαλτο.

( Όμορφος είναι…  Ε;  ΑΥΤΟΣ  είναι ;;!!)
( καλή είναι )
«καλησπέρα»  είπε   πρώτος  ευγενικά αφού εγώ είχα μείνει άφωνη με τις μνήμες σε ξέφρενο τρέιλερ να μου δένουν τη γλώσσα κομποσκοίνι.
« Με είχες φτάσει σε απόσταση μέτρου» τραύλισα το εξυπνότερο που βρήκα να πω.
«Κανένα πρόβλημα, θα κάνω θετική δήλωση.»
 Σε διαπέρασα. Σε διακτίνισα.  Σε ζύγιασα. Με στοίχειωνες και το συνειδητοποιώ τώρα που σε έχω μπροστά μου. Σε κοιτάω  έντονα  για να με θυμηθείς. Ολοφάνερο πως ξέχασες.
Ολοφάνερο πως δεν ξέχασα εγώ.  Έσφιξα τα δόντια και τις παλάμες , όσο φορούσα, από ένστικτο, το πιο γλυκό, θηλυκό μου προσωπείο.  Νιώθω τη ματιά σου πάνω μου ερωτική. Ζήτησα το κινητό σου και για τις δηλώσεις  σε πήρα με απόκρυψη τρεις μέρες μετά.
Η τύχη σε ξανάφερε στο δρόμο μου. Αυτή την ευκαιρία της δικαίωσης δε θα τη χάσω. Θα παίξω την πιο νικηφόρα παρτίδα σκάκι μαζί σου. Εγώ. Απέναντι εσύ κι ένα ακόμη τσουβάλι δηλωμένοι στο μητρώο αρρένων.  Στην παρτίδα αυτή θα σας αποτελειώσω μια και καλή. Συμπεριλαμβάνεται και ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος, συμπεριλαμβάνεται και ο ποδοσφαιριστής και ο ξάδελφος και κανα δυο ακόμη γερόντια λιγούρια που στάζαν πόθο από τις μασέλες. Τώρα θα παίξουμε επί ίσοις όροις όμως. Θα χάσετε συντριπτικά και θα στοιβαχτείτε ήσυχα μετά στους σωρούς των συναισθηματικών μου απορριμάτων.

«Βιάζομαι πάρα πολύ, σημείωσε την πινακίδα μου και θα σε καλέσω εγώ» του είπα. «Για τα διαδικαστικά. Κερνάς τον καφέ για την ψυχική οδύνη», χαμογελάω και αφήνω την αύρα μου να πλανάται  στον αέρα όσο μπαίνω στο αυτοκίνητό μου και βάζω μπροστά.

Τρεις μέρες μετά
          Ήξερε ήδη πως το βράδυ θα τη σκεφτόταν.
 Ήξερα ότι το βράδυ θα με σκεφτόταν. Το ένστικτό μου φώναζε ότι είμαι σε  θέση ισχύος από την αρχή.
          Έπιναν καφέ στο Zonars.  Τον είχε πάρει τηλέφωνο από νωρίς για να βρεθούν να κανονίσουν τα τυπικά των δηλώσεων, κάτι που διευθετούνταν και τηλεφωνικά αλλά η Λία έδειξε να θέλει και συνέχεια. Προσωπική.
Σε σαράντα λεπτά χώρεσαν τις διατυπώσεις και την αναγνώριση του γηπέδου στο επερχόμενο παιχνίδι.
-δε μου αρέσει να καπνίζουν οι γυναίκες
-συντηρητικός
-αρκετά
-ταμπού;
-δε νομίζω
-κι όμως να ένα
-μη συμπεραίνεις για μένα σε παρακαλώ αν θες, λες και περνάς το χέρι μέσα από τα φρεσκοκουρεμένα μαλλιά σου.
-έχεις δίκιο, συμφώνησα  και σε κοίταξα πάλι διαπεραστικά. Ποτέ δεν κάπνιζες άλλωστε.
- πώς το ξέρεις;
Το ήξερα.
- Χαχα! Από τα λευκά σου δόντια, τι άλλο;
( Σε παρακμή σε βρίσκω σκέφτομαι όσο ζουμάρω  τη συνολική σου καρικατούρα.)
-Είσαι έξυπνη.
- Μάλλον λογική. Πάντα είχες άσπρο χαμόγελο και δεν κάπνιζες ποτέ σκέφτηκα.
         Κοίταξε την ώρα στο κινητό της, έβαλε το χέρι της στο μηρό του, τον έσφιξε δυνατά  και αποφασιστικά  του είπε «θα  σε ξαναδώ. Βράδυ αυτή τη φορά».
         Η βόμβα τον βρήκε απροετοίμαστο. Μέτραγε κάτι ανούσιες ξεπέτες με χαζοτσουλάκια αλλά  γυναίκα – κυνηγό με τέτοια αισθησιακή χειραγώγηση, ποτέ. Ένιωσε κύματα ερεθισμού  να τον προδίδουν λίγο πάνω από το χέρι της στο πόδι του ενώ ο εγκέφαλός του πάλευε να ανασυγκροτηθεί.
-Μπορεί να μην μπορώ. Παρέλειψες να με ρωτήσεις, της υπενθύμισε ευγενικά.
-Ναι , μπορεί και να μην μπορείς. Αλλά μου αρέσεις, θέλω μια νύχτα μαζί σου κι αυτό θα σε κάνει να μπορείς. Την Τετάρτη βραδάκι να είσαι ελεύθερος. Θα σε καλέσω εγώ.»
Αυτός άρχισε να σκιτσάρει νοερά γεωμετρικές γραμμές.
Αυτή χάζευε τα περιστέρια στην απέναντι σκεπή. Ένας φωταγωγός σε πρώην κεραμιδί, του νεοκλασικού διώροφου  γειτόνευε παράταιρα με τη μαρκίζα του θεάτρου και τα διπλανά καταστήματα.
Αυτός ήξερε. Την ήθελε. Ήθελε να καταλάβει γιατί την ήθελε. Τον μαγνήτιζε και ταυτόχρονα του έβγαζε οργή. Γιατί;
Αυτή σκέφτηκε την κίνηση της επιστροφής.  Βαριόταν την ίδια της την υπεροχή.
Αυτός σκεφτόταν τι ηλίθιο να μην της πει.
Αυτή σκεφτόταν  να το συντομεύει. Θα έκλεινε αυτό το κεφάλαιο την Τετάρτη οριστικά .

Έφυγα.
Ποια είναι η σωστή στιγμή να φεύγεις;




Η απάντηση δόθηκε τη νύχτα που αυτός δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Και δόθηκε, όταν εκνευρισμένος με τον εαυτό του που τη σκεφτόταν συνεχώς, άυπνος και κουρασμένος, αποφάσισε να αυνανιστεί  για να χαλαρώσει και να αποφορτιστεί. Η εικόνα της ερχόταν και την έδιωχνε αμέσως. Είχε βρεθεί και με καλύτερες.  Φαντασιώθηκε ένα νέτο πήδημα χωρίς πρόσωπα, χωρίς ονόματα,  μόνο μέλη, μόνο το πήγαινε έλα ενός κάποιου μέσα στον κόλπο μιας κάποιας. Αποκοιμήθηκε αμέσως με το χέρι του χυμένο στο σεντόνι και το κεφάλι στο πλάι. Δεν είχε το τηλέφωνό της. Το΄ξερε  αυτό το παλιό γυναικείο τερτίπι. Καλύτερα.



         Δευτέρα, την επομένη  το πρωί  στο γραφείο του έβαλε τον δεύτερο καφέ. Βαρύ ξύπνημα, καμία διάθεση για δουλειά.

Άνοιξε το ντοσιέ με τα τρέχοντα. Τον έκλεισε.
Άνοιξε τον υπολογιστή. Επαναφορά σελίδων που χάσκανε πεινασμένες από την Παρασκευή. Τη σκεφτόταν. Φευγαλέα του καρφωνόταν στο μυαλό μέρες τώρα χωρίς καμία έγκριση  κι αυτός την τσαλάκωνε σαν χαρτί και την πέταγε. Μακριά από μπελάδες, υπενθύμισε στον εαυτό του.  Ήταν αρκετά μεγάλος, αρκετά χορτασμένος και αρκετά γκριζαρισμένος για τέτοια. Όμως κοίταξε για κάμποσο το επιτοίχιο ρολόι αντίκα που εδώ και δυο χρόνια δε δούλευε πια.
Την Τρίτη και την Τετάρτη αυτός και το ρολόι αναμετρούσαν τις ήττες των ζωών τους  αναμένοντας άπρακτα το τηλεφώνημα της Λίας.

          Θα αποζημιώσει λέει την οδύνη μου, εύθυμα. «Με ένα τραπέζι τουλάχιστον», τον διορθώνω  εγώ. « Και μόνο με καλό κρασί» συμπληρώνω υπονοώντας όσα εσύ θες. Θα πληρώσεις αποφασίζει η σκέψη μου, με κάθε τρόπο που φαντάζομαι και θα βρω.
«
Ναι, ναι, ασφαλώς», ψελλίζεις. « Έχεις καμιά ιδέα πού;»
«Βιάζεσαι.
Σίγουρα κάπου  που μας αρμόζει . Λέω για το ρεστοράν του Ledra hotel κατά τις 7….  επίσημο ένδυμα», σου ανακοινώνω  προεξοφλώντας ότι θα βάλεις το χέρι στην τσέπη βαθιά. «Σε φιλώ….»  και τερματίζω την κλήση.
Σε φαντάζομαι μετέωρο με το ακουστικό στο χέρι. Χαμογελάω σαν γάτα που στρίμωξε το ποντίκι στη γωνία.
Έγραψες τότε τον πρόλογο. Την  Ύβρη. Θα γράψω το κυρίως θέμα, τον επίλογο και θα επέλθει η Λύτρωση. Από όλα αυτά θα σου μείνει πύρινη  η δική μου κατακλείδα. Η Θεία Δίκη στην ιστορία που θα συγγράψω και θα σκηνοθετήσω αυτή τη φορά ε γ ώ.


           «Έχω να κλείσω ένα παλιό λογαριασμό , να πάρω κάτι χρωστούμενα πίσω, ε, θα τα πούμε και λίγο, τόσα χρόνια πέρασαν, μη με περιμένεις νωρίς» προετοίμασε το σύντροφό της η Λία. Κατά κάποιο τρόπο αλήθεια του είπε. " Σ΄αγαπάω πάρα πολύ" συμπλήρωσε  και του φίλησε το κούτελο τρυφερά.

         Παρήγγειλε και ήρθαν έγκαιρα από το διαδίκτυο και σε διακριτικό κουτί τα σύνεργά  της.
         Την Τετάρτη το μεσημέρι και μόνη της στο σπίτι ξαναπρόβαρε το ρόλο της. Αυτοκυριαρχία, βαθιές αναπνοές και τον πλήρη έλεγχο. Η Λία είχε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και το πανίσχυρο ατού της ώριμης σεξουαλικά 35χρονης γυναίκας.
Ετοιμάζεται.
         Το σώμα της, βελούδινο από την  πριν, την περί και μετά μπάνιου περιποίηση είναι έτοιμο να υποδυθεί τον καυτό του ρόλο.

Θα καίει παιδαρά μου, σκέφτομαι όσο φοράω τη μαύρη, ολόσωμη, δικτυωτή φόρμα κατάσαρκα. Θα σου μαρκάρω την ψυχή όπως μαρκάρουν τα αυτιά στις αγελάδες.  Ένα δίκτυ το εσώρουχό μου. Οι θηλές μου ξεμυτίζουν αυθάδικα από τα ανοίγματα. Ίσα να τις έχεις, ίσα να μην τις έχεις. Στη θέση του σλιπ που δε φοράω, το ίδιο αυθάδικα προβάλλει ο κρατήρας μου με τις πλαγιές του ξέχειλες, να φυλακίζονται στο δίκτυ. Ίσα να με  έχεις, ίσα να μη με έχεις.
Οι μαύρες μπότες γλιστρούν στα πόδια μου ανυπόμονα και τα αγκαλιάζουν πάνω από τα γόνατα  προστατευτικά. Τα ψηλά μου τακούνια με οδηγούν λικνιστικά στο μπάνιο.  Το είδωλό μου καθρεφτίζει μια λυγερόκορμη γυναίκα που με το δικτυωτό κορμάκι, τις μπότες ως το μηρό και το τακούνι στιλέτο ασημί υπόσχεται την Κόλαση.

Βγάζω από την κρεμάστρα το μαύρο μου κοντό, δερμάτινο φόρεμα. Κρύβω όσα υπονοούνται με ένα μεσάτο, αέρινο ζακετάκι.  Το σύνολο μου αποκαλύπτει λίγους πόντους πόδια σε δίκτυ φαρδύ κι ένα στήθος που πληθωρίζει αισθησιασμό. Λίγο άρωμα light blue της θάλασσας , αυτής και που έχεις και που δεν έχεις. Της θάλασσας που μόνο να δανειστείς μπορείς.  Ένα μαύρο κασμίρ παλτό και μακρύ ως τον αστράγαλο.
Λία εκπέμπεις επικίνδυνη  θηλυκή κομψότητα, επιβεβαιώνω τον εαυτό μου.


Αυτό ήθελε. Να αποπνέει  άνεση , σεβασμό, αυτοπεποίθηση και να προκαλέσει σεισμό απ΄έξω. Να ισοπεδώσει με το μέσα. Γυναίκα που ξέρει τι θέλει και ξέρει πώς θα το πάρει.
         Πιάνω τα ξανθά μου μαλλιά στο πλάι και η άκρη της χαλαρής μου αλογοουράς τρυπώνει κι ανιχνεύει τη χαράδρα ανάμεσα στα στήθη μου αθώα. Προκλητικά γλυκιά. Φιδίσιο άγγιγμα. Σαγήνη. Φωτιά.
         Βρισκόμαστε στις 7 το βραδάκι έξω από το ρεστοράν του
Ledra Marriot. Διανύω τα λίγα μέτρα ανάμεσά μας αγέρωχα, με μεγάλο βήμα και δυναμισμό που κάνει όλα τα κεφάλια να γυρνούν. Τα χάνεις. Το βλέπω. Με φιλάς αμήχανα στο μάγουλο και εισπνέεις βαθιά το άρωμά μου. Μυρίζεις υπέροχα μου λες. Δεν μυρίζω μόνο υπέροχα… σου απαντάω βραχνά και περνάω μπροστά στην είσοδο για να μην προλάβεις να σχολιάσεις. Σήμερα βάζω εγώ τους κανόνες, σκέφτομαι ήσυχα.
         Παραγγέλνω ακριβό μενού και σε ρωτάω αν πίνεις ένα τσουχτερό σε τιμή κρασί Pinot Noir
 Βουργουνδίας με το αυτονόητο ύφος γυναίκας που το προτιμάει συχνά. Κομπιάζεις στιγμιαία μα απαντάς «ναι, φυσικά και ναι!».
Μόλις απομακρύνεται ο σερβιτόρος με κοιτάς βαθιά. «Θα σε έχω» μου λένε τα μάτια σου με θαυμασμό. Πήρες ήδη το ύφος του άντρα που θα πληρώσει για να έχει.
«κι αν σε έχω εγώ;» τουμπάρω παιχνιδιάρικα τη σκέψη σου με τα δικά μου μάτια. Αιφνιδιασμός.
-Τι δουλειά κάνεις λοιπόν; Άστο, θα μαντέψω, σπάω πρώτη τον πάγο. Δεν μου φαίνεσαι υπάλληλος. Είτε ανώτερο στέλεχος είσαι είτε επιχειρηματίας. Ποντάρω all in επιχειρηματίας!

-All in ? χάσκεις σα χάνος.
-A l l  i n.
        
Ένα θλιβερό μηχανουργείο είχες στο Βοτανικό που γνώρισε παλιές δόξες. Αν κρίνω από το αμάξι που είχες και πριν είκοσι  χρόνια και ήταν ένδειξη τότε μεγάλης ευμάρειας ( και γυναικοπαγίδας φυσικά) τώρα τα κουτσοβγάζεις πέρα, σε απολογίζω με οίκτο σχεδόν.
Είσαι ακόμη γοητευτικός. Όπως τότε. Ο χρόνος, σου γκρίζαρε  τους κροτάφους και σου έσκαψε στο πρόσωπο τις έννοιες ελαφρά αλλά αποπνέεις αφόρητο ερωτικό κύρος μπάσταρδε. Όπως τότε.
-κάτι μου θυμίζεις Λία, μου είσαι οικεία, λες  και  πιάνεις το χέρι μου απαλά.
Το δίωρο που έδωσα προθεσμία περνάει χαλαρά, με φλερτ, μυστήριο και αδιαόρατες υποσχέσεις που εντείνουν την προσμονή σου. Τα πόδια μας ακουμπάνε κάτω από τραπέζι και τα βρίσκουν στη δική τους γλώσσα.
Στις 9 παρά 5 κι αφού σε έχει χαλαρώσει το κρασί και η κουβέντα μας, σε ξαφνιάζω
.

 «Σε θέλω».
«τώρα;»
«τώρα»
«Θέλεις να πάμε στο σπίτι μου;» με ρωτάς βγάζοντας ένα παλιό δερμάτινο πορτοφόλι.
«θα προτιμούσα αυτή τη νύχτα μας στο ξενοδοχείο εδώ» δηλώνω χωρίς εξηγήσεις. «Μήπως υπάρχει οικονομική δυσκολία;» δείχνω να σκέφτομαι ξαφνικά.

«καθόλου βέβαια! Περιμένεις να περάσω στη ρεσεψιόν σε παρακαλώ;»
Σε παρακολουθώ να περπατάς σκεπτικά. Ξέρω τι υπολογίζεις, 168e το δείπνο και 220e το δωμάτιο, είχα μάθει ήδη την τιμή από την ιστοσελίδα- κι αναρωτιέσαι αν αξίζω τόσα για αρχή. Δε θα μάθεις ποτέ πόσα αξίζω σου απαντάω σε ένα νοερό, υποτιθέμενο διάλογό μας.
Μας συνοδεύει ένας γκρουμ  δείχνοντας την κατεύθυνση του δωματίου μας στον
πέμπτο. Τα ασημένια μου τακούνια  πνίγουν τις αντιστάσεις μου στο παχύ χειροποίητο χαλί του διαδρόμου.
Ξεκλειδώνεις και με αφήνεις να περάσω πρώτη μέσα με τον ιπποτισμό που σε χαρακτήριζε από τότε, τον ιπποτισμό που με ξεγέλασε.
Δεν επιθεωρώ το χώρο, δε με ενδιαφέρει καν. Η δερμάτινη
Chesterfield πολυθρόνα και το king size πολυτελές κρεβάτι είναι όσα χρειάζομαι μαζί με κάτι ψιλά ακόμη στη σουέτ μου τσάντα.
Ανάβω το  χαμηλό  φωτισμό και σε νιώθω στην πλάτη πίσω μου, όρθιο και αμήχανο να με παρατηρείς. Δεν κάνεις βήμα, δεν παίρνεις καμιά πρωτοβουλία γιατί έχω εξαρχής τον αέρα γυναίκας που έχει το λόγο και δίνει το βηματισμό. Ακολουθείς.
Ξεκουμπώνω και αφήνω να πέσει το παλτό στα πόδια μου σαν κουρτίνα παραδομένη στο δροσερό μελτέμι. Βγάζω αργά το ζακετάκι μου με τη χάρη κύκνου αποκαλύπτοντας τον πίσω μου κορμό, τυλιγμένο στο στενό μου φόρεμα. Σε ακούω να πλησιάζεις, σε προστάζω
«μη!». Κοντοστέκεσαι . Κρατάς την αναπνοή σου. Τα χέρια μου με χάρη ρίχνουν στους ώμους τα δερμάτινα, λεπτά τιραντάκια και μετά πίσω γλιστρούν αργά το μεταλλικό φερμουάρ από την πλάτη μου μέχρι τους γοφούς. Απομακρύνομαι άλλο ένα μέτρο από σένα και στέκομαι μπροστά στη μπαλκονόπορτα.

 Νιώθω δέος στη θέα του περήφανου,  φωτισμένου βράχου της Ακρόπολης.
 Νιώθεις δέος στο ερωτικό μου κάλεσμα.
Ακούω την ανάσα σου σφυριχτή όταν ρίχνω το οχυρό του φορέματός μου. Την ακούω βαριά και ακανόνιστη όταν αποκαλύπτεται το κορμί μου με την πλάτη μου ολόισια και τους σφιχτούς μου γοφούς μέσα σε ένα αφόρητα θελκτικό μαύρο δίχτυ.
Κάνω νεύμα με το χέρι και με πλησιάζεις. Σκύβεις και τρέχεις την καμπύλη του λαιμού μου με τα χείλη σου ανιχνευτικά.

        Η Λία κλείνει τα μάτια και σφίγγει χέρια και δόντια μαζί. Τον νιώθει ασταθή και άβουλο από πόθο αλλά και έτοιμο να την διακορεύσει από τη μια άκρη του κορμιού της ως την άλλη με ένα μόνο της νεύμα.

Τη γυρνάει μπροστά του και κλείνοντας στις τεράστιες παλάμες του το πρόσωπό της, σκύβει να τη φιλήσει. «Εγώ….» του ψιθυρίζει κι απομακρύνοντας το πρόσωπό της , του φυλακίζει τα χέρια στα σκληρά της στήθη. «Θα παίξουμε με το δικό μου τρόπο, ναι; Με αφήνεις καλέ μου;» τον ρωτάει και χωρίς να περιμένει την αυτονόητη απάντηση, ανοίγει την τσάντα της αφημένη στο κρεβάτι. Ένα μεταξωτό μαύρο μαντήλι, ένας διάφανος δονητής, ένα ζευγάρι χειροπέδες.
«Δεν τελειώνω αλλιώς» , του λέει λίγο απολογητικά, λίγο ντροπαλά. «Δέσε μου τα μάτια». Πειθήνια την υπακούει. Είναι ο κηφήνας της, είναι η βασίλισσά του σε ένα σμίξιμο ως θανάτου ερωτικό.
        Τον γδύνει βασανιστικά αργά με τα μάτια της πίσω από το μετάξι. Τον ανιχνεύει πόντο τον πόντο με τα χείλη, τα ακροδάχτυλά της και με τα μακριά της νύχια να τον ταξιδεύουν σε πρωτόγνωρους ποταμούς ηδονής. Κατεβάζοντας και το εσώρουχό του, κλείνει στις χούφτες της το πιο σκληρό όργανο που θα μπορούσε να φανταστεί. Χαλαρώνει το σφίξιμο και διατρέχει τις φλέβες που εκτινάσσουν το αίμα του σε μια πρωτόγνωρη γι΄αυτόν ως τώρα  στύση. Τον σφίγγει, τον αφήνει, τον παίζει, τον χαλαρώνει τόσο μέχρι να τον νιώσει έτοιμο για την ύστατή του κραυγή.
«Όχι ακόμη παιδαρά μου, έχουμε άλλα τριάντα λεπτά  μπροστά μας», το alter ego συνωμοτεί.
Τον βάζει απαλά να κάτσει στο κρεβάτι  και με τα μάτια πάντα σφαλιστά η γλώσσα της τον ηλεκτρίζει από το λακάκι του λαιμού του μέχρι τη σάτυρη αυθάδειά του.
Σε παίρνω στο στόμα μου, τον έπλυνες ευτυχώς. Όλος μου ο αισθησιασμός και όλη μου η εμπειρία συσσωρευμένα ανάμεσα στο στόμα μου και τον ολόρθο σου ανδρισμό. Σφαλίζω τα μάτια, κλειδώνω όλες μου τις αισθήσεις για να σου εμβολίσω με την αφή μου μόνο  ανυπόφορη ηδονή.  Για να γίνω η μαιτρέσα της ζωής σου. Η γκέισά σου  τώρα. Σου υπόσχομαι πως τη μνήμη μου θα την κουβαλά  και το τελευταίο σου κύτταρο. Για πάντα αυτή τη φορά.
Σηκώνει το φουλάρι από τα μάτια της και τον κοιτάει κατάματα. «θέλω να καθίσω στην πολυθρόνα με τα πόδια μου ανοιχτά, στο κρεβάτι εσύ και να τη βρούμε έτσι για αρχή. Εμπιστεύσου με…»
«Ό,τι θέλεις εσύ γυναικάρα μου» αφήνεσαι αμαχητί. Δε θέλω εσένα αλλά την εμπιστοσύνη σου. Όπως κάποτε σε εμπιστεύτηκα και εγώ.
Η Λία κουρνιάζει  στην πολυθρόνα, ανοίγει  διάπλατα τα πόδια της  και του εκθέτει απροκάλυπτα την πηγή της, περνά τα δάχτυλά της γύρω, μέσα της βασανιστικά, αλύτρωτα. Αυτός κάθεται στο κρεβάτι απέναντι με ένα μαξιλάρι στην πλάτη, την κοιτάζει λαίμαργα και με το χέρι του ανακουφίζει κι αυτός τον πόθο του αργά. Όταν η Λία πιάνει το διάφανο δονητή της, τον παίρνει στο στόμα της για να τον υγράνει και τον σπρώχνει στη φωλιά της με βογκητά, αυξάνονται και τα δικά του. Οι παλμοί του συγχρονίζονται με την παλάμη του που τώρα την ανεβοκατεβάζει γρήγορα και δυνατά
«περίμενε, περίμενέ με άγγελε μου….» τον σταματά. Βγάζει από μέσα το δονητή της και γεύεται τους χυμούς της με τη γλώσσα της και με το στόμα της σε μια φανταστική απομίμηση  του δικού του μέλους, όπως τον τρυγούσε η ίδια πριν σα να΄ ταν το νερό που ξεδιψούσε και διψάει ξανά και ξανά. Τον ακουμπά στο τραπεζάκι δίπλα της και παίρνει τις χειροπέδες. «Μόνο το ένα πόδι  σου θέλω δεμένο» του ψιθυρίζει πλησιάζοντας στα τέσσερα σαν αίλουρος  πριν την εφόρμηση. «Με τα χέρια σου  θέλω να την παίζεις, άγρια, δυνατά , να χύσεις για μένα, ναι;» και με το πιο λάγνο της ύφος του περνά τρυφερά τη χειροπέδα στον αστράγαλό του και την ασφαλίζει  στον πάσσαλο του κρεβατιού. Αυτός   ήταν αποχαυνωμένος και ανίκανος να  αρνηθεί  τη σεξουαλική παράσταση αυτού του γυναικείου ηφαιστείου που κόχλαζε σε κορυφαίο γι΄αυτόν αισθησιασμό. Μοναδικό…
Κλακ.
Σηκώνομαι και κοιτάω την ώρα στο κινητό μου, «σε ένα τέταρτο έχω φύγει, μισό να ντυθώ και θα τα πούμε». Βγάζω το κορμάκι και το πετάω στο καλάθι μαζί με το δονητή. Οι μπότες τουλάχιστον θα πιάσουν τόπο. Από τη μεγάλη μου τσάντα ξετρυπώνω ένα φούτερ, τα
allstar μου, ένα παντελόνι στρατιωτικό, ντύνομαι βιαστικά και δε σου ρίχνω ούτε βλέμμα όσο σε ακούω να τραβιέσαι, να διαμαρτύρεσαι και να μου λες «κόφτο, έλα τώρα κόψε τις πλάκες, τι κάνεις!!» Ανάβω όλα τα φώτα εκτυφλωτικά να σε στραβώνουν. Από την τουαλέτα που πλένω τα χέρια μου σου φωνάζω…. "κοίτα να δεις που αυτό είναι που λένε – έμεινε με το πουλί στο χέρι!! Χαχαχαχαχα!!!" και ξεσπάω σε γέλια δυνατά. Εσύ κλαψουρίζεις αν δε βρίζεις. Μπα, σε φιλτράρω και δεν ακούω λέξη σου. Έρχομαι πάνω σου και πιάνω το κινητό σου. «Λέγε κωδικό» χωρίς περιθώρια  εγώ, «τι λες μωρή καριόλα που θα σου πω τον κωδικό» εσύ. Οκ, σε κοιτάω γυάλινα και παγερά… «το θάνατό  σου τον θες αργό κι επώδυνο ή τσακ μπαμ; ούτε που θα νιώσεις κάτι»
-
mazda7
-έλα ρε μεγάλε; Ευφυέστατο όμως!
-σε παρακαλώ Λία, σε παρακαλώ λύσε μου το πόδι, ικετεύεις με το μόριό σου πλαδαρό σα ζελεδάκι στον ήλιο
-Λία; Ποια Λία; Μόνο μια καριόλα βλέπω εδώ. Κάθομαι απέναντί σου και σε κοιτάω με τα γέλια να με πνίγουν όσο σε ρωτάω ποιος είναι αυτός και ποιος εκείνος τρέχοντας τον κατάλογό
 σου. «Κολλητός ο Στάθης; οκ, ο Χρήστος;»
-ένας μαλάκας αποθηκάριος στο μηχανουργείο, τι θες ρε Λία, άρρωστη είσαι; Λύσε με πουτάνας  κόρη μη σε… καλά, καλά, συγνώμη, λεφτά θες; Τι θες;;Το κινητό μου τι το θες;;
-ο αποθηκάριος μου κάνει, αποφασίζω  και τον καλώ. «Ναι; Ο Χρήστος; Ο αποθηκάριος ; το αφεντικό σου …χμ… είναι αξιολύπητος στο
Ledra στη Συγγρού στο 508 και δεμένος, μπορείς να το χειριστείς … διακριτικά σε παρακαλώ;» Το κλείνω. Κοιτάω το ρολόι, έχω άλλα 5 λεπτά σου ανακοινώνω. Δε με θυμάσαι. Εγώ όμως σε θ υ μ ά μ α ι. Πριν 20 χρόνια ένα βραδάκι κοντά στην παραλία  που με τράκαρες. Που μου είπες να αφήσω το ποδήλατο και να με πας μια βόλτα με το αυτοκίνητό σου.

20 χρόνια πριν
Πάνω που δρόσιζε το βραδάκι η 16χρονη Λία τσούλαγε τεμπέλικα στην κατηφόρα χωρίς πετάλι. Δίπλα της σταμάτησε ένα ολοκαίνουργιο αστραφτερό mazdaRX7  με ένα κάπου στα 30 ημίθεο μέσα . Είχε διπλώσει το μανίκι του πουκαμίσου του και το μπράτσο του στιβαρό και μαυρισμένο από τον ήλιο το ακουμπούσε στο κατεβασμένο παράθυρο. Όταν της είπε, τι κουκλί είσαι εσύ; Κάνε λίγο στην άκρη να μιλήσουμε, η Λία κόντεψε να φύγει κουτρουβάλα από το τρακ. Μα τι θαύμα, τι δώρο ήταν αυτός; Και τι αμαξάρα , ποπό να βγαίνουμε μαζί, πολλή μόστρα, ποπό! Έκανε στην άκρη κι αυτός κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Μα τι άντρας σκέφτηκε η Λία και το μπουρδούκλωσε τελείως από κει και μετά.
-άσε κάπου το ποδήλατο να σε πάω μια βόλτα με το αμάξι μου, της είπε γλυκά
- θα γυρίσουμε σε μια ώρα; Μόνο βόλτα!
- και βέβαια, Πέτρο με λένε, εσένα;
Η Λία έκρυψε το ποδήλατο σε μια σκοτεινή αυλή με χέρια που έτρεμαν. Ήταν πολύ καλός για να΄ναι αληθινός. Κελεπούρι κορίτσια! Θα με κερνάει και πίτσες και γρανίτες! Σκέψεις ανάκατες στα πρώτα φτερουγίσματα της ανάγκης της να σμίξει.
-Λία παραλία;
- χαχαχα, παραλία!
Η παραλία όταν έγινε η πάνω λεωφόρος και αυτή πέρασε και τα 12 χιλιόμετρα του ξαδέρφου, πέρασε και τον έρημο λόφο μετατράπηκε σε λωρίδα ατέλειωτου τρόμου στα μάτια της που λαμπύριζαν τον κίνδυνο. Τον μύρισε στον αέρα αλλά όσο και να τον παρακαλούσε να γυρίσουν πίσω αυτός συνέχιζε με ταχύτητα να οδηγεί στην ερημιά. Τράβηξε χειρόφρενο κάπου 18 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι της σε ένα χωματόδρομο στο πουθενά χωρίς σπίτια με ένα ολόγιομο φεγγάρι μάρτυρα μοναδικό. Πριν σταματήσει κλείδωσε αυτόματα και λίγο μετά πλάκωνε με το στήθος του το κορμάκι της που κραύγαζε διαφυγή. Στο πουθενά. Ουδείς. Κανείς.
Στην πάλη που ακολούθησε η Λία κατάφερε να τον εκτινάξει με γιγάντια δύναμη στα χέρια και στα γόνατα . Χτυπώντας και ραγίζοντας το παρ μπρίζ   του αυτοκινήτου με το κεφάλι του  ο Πέτρος ούρλιαξε και η Λία βρήκε ευκαιρία να ξεκλειδώσει την πόρτα της και να χυθεί στα βάτα στην κατηφοριά. Μαζί της , από τον πανικό της κατρακυλούσαν και πέτρες κι έχανε την ισορροπία της αλλά δεν έπεσε! Δεν έπρεπε να την κυνηγήσει αυτός που ούρλιαζε!
…. Αλλά; Μήπως να ανέβαινε; Να τον δει; Μήπως πέθαινε; Μήπως ξέρω γω; Τρόμαξε η Λία και γύρισε πίσω. Αυτός έπιανε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια , ένα μέτρο άντρας στα χώματα σκυφτός, φαινόταν τόσο ανίσχυρος, η Λία τόσο ισχυρή, μα πώς γινόταν να μιζέριασε, να συρρικνώθηκε έτσι αυτός, μια πήχυ άντρας, πλησίασε θαρρετά η Λία και με όλη της τη δύναμη τράβηξε με τα ξύλινά της τσόκαρα μια τέτοια κλωτσιά στην πόρτα του συνοδηγού που τη βούλιαξε σα να΄ταν γκαζοτενεκές , μα τι ωραίος κρότος ήταν αυτός, ούρλιαζε  η πήχυ που τώρα όρθωσε ανάστημα, είσαι τρελή;;; καριολάκιιιιι , καριόλα, καριολάκι θα σε σκοτώσω!!
Η Λία γύρισε την πλάτη και ξεκίνησε για την επιστροφή. Με ένα φεγγάρι ολόγιομο για βοηθό κι ένα ζευγάρι τσόκαρα να της ανοίγουνε φουσκάλες σε ένα δρόμο που δεν τερμάτιζε. Τουλάχιστον έβλεπε τα αγκάθια. Έφταιγε. Αυτή έφταιγε. Πήγε γυρεύοντας αλλά … Τον εμπιστεύτηκε.

Σήμερα
-με θυμήθηκες λοιπόν; δε μιλάς
-σε ρωτάω, με θυμήθηκες τώρα;  επιτακτικά αυτή τη φορά
-ναι, σε θυμήθηκα , απαντάς με το κεφάλι στο στήθος χωρίς να με κοιτάς
- σίγουρα με θυμάσαι, όχι για μένα, αλλά γιατί σου στραπατσάρισα την πόρτα της γκομενοπαγίδας σου. Άλλαξα από τα 16 μου ε; Δεν άλλαξα όμως τσαμπουκά. Σηκώνομαι.
Παράσταση τέλος ανακοινώνω και πάω προς την πόρτα. Δεν ακούω τι λες, δε με νοιάζει τι λες. Κατεβάζοντας το πόμολο, το ξανασκέφτομαι. Κοντοστέκομαι λίγο.
Γυρνάω και σου παίρνω το κινητό και τα κλειδιά σου. Στο νιπτήρα ανοίγω τη βρύση και αφήνω το τηλέφωνο από κάτω. Καληνυχτίζω με το μακρύ μου, κασμιρένιο παλτό και τα allstarάκια παράταιρα τελείως στη ρεσεψιόν και βγαίνω στον κρύο αέρα. Στον πρώτο υπόνομο μπροστά μου σκύβω και πετάω τα κλειδιά σου, βέβαιη πως πέρασαν τη σχάρα. Α, ναι. Και το κλειδάκι της χειροπέδας. Σωστά.

                   -------------------------------------------------------------------------------------------------------





Η 3η μου συμμετοχή στην Ερωτική Υμνωδία  υπό την επίβλεψη του Γιάννη και του Λυσιππακίου μας, μακρυσκελής, μπορεί και κουραστική αλλά αληθινή. Η Λία υπάρχει. Πάντα υπήρχε. Την ευχαριστώ και αυτήν και εσάς που μου δίνετε την ευκαιρία να την ενθυμίσω. Είναι αόρατα παντού, μυστικά που τη διαμορφώνουν σε Γυναίκα
.




Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2019

Εκ του σύνεγγης, ξαδέρφι (Μέρος 2ο)


«Όλοι εσείς οι άρχοντες και οι ιερείς... 
της ρώμης σας, οι κάποιοι
που ένα θεό είχατε, την αναλώσιμη προβιά σας ...
τη σκιά σας μόνο εξευμενίζετε
 με βέβηλες θυσίες
φαύλη η πορεία σας 
- ιεροφάντες λάγνοι -

Τώρα ξέρω.
Με μαχαιριές οι σκέψεις  τέμνουν
 σε κύβους την αλήθεια
τη φωτιά μου σκεπάζω με πάγου στρώσεις άθραυστες.

Δε μου αρμόζει η συμπόνια, 
δε μου επιτρέπω οίκτο.
Τα μιάσματα λάβαρο κρατάω και πορεύομαι ακόμη»



 -Σοβαρά μιλάς; Το τσουτσούνι του άντρα μπαίνει μέσα στο πιπί μας; Από εκεί που κατουράμε δηλαδή;!!!
     
         Η Λία έπαιρνε  εμβρόντητη από τη μεγαλύτερη αδελφή της τα πρώτα μαθήματα σεξουαλικής αγωγής.
-Ναι, σου λέω! Και πρέπει να κουνιέται, μέσα έξω μέχρι να χύσει μύξες  και να τα αφήσει στην κοιλιά της για να πιάσει παιδί!
- Βλακείες λες. Δε χωράει τίποτα να μπει από εκεί που κάνω τσίσα μου, κούνησε η Λία το κεφάλι της αρνητικά. Με δουλεύεις.

        Λίγο πριν την πρώτη της περίοδο η Λία έπρεπε να ενημερωθεί για την αναπαραγωγή. Όχι για το σεξ, τον έρωτα, την έκρηξη, την ηδονή. Για την αναπαραγωγή ώστε να ξέρει γιατί κάθε μήνα θα αιμορραγεί, να συνηθίσει τη σερβιέτα και να φυλάγεται από τους άντρες. Τα πρακτικά. Τον ρόλο της ενημέρωσης ανέλαβε η μεγάλη κόρη της οικογένειας, παραγγελιά από τη μάνα. «Μίλα στη μικρή, της ζήτησε μια μέρα, εσύ μια χαρά θα της τα πεις.» «Όπως μια χαρά μου τα είπε εμένα η κυρία Ελένη, ε;» θα αντιγύρισε σίγουρα η αδερφή της.
        Ήταν πάνω που ομόρφαινε, μπουμπούκευε, στρογγύλευε, καμπύλιαζε φιδίσια και μεταμορφωνόταν σε θηλυκό. Ένα γλυκό, αξιαγάπητο κοριτσάκι, καλόπιστο και με αφέλειες. 
Αφέλειες στο μετωπάκι, αφέλειες και στο μυαλό. 
        Δεν  ήταν καλλονή και το΄ξερε. Πολύ νωρίς έμαθε όμως πως η ευκολοπιστία της, το στηθάκι που στρογγύλευε, η μέση δαχτυλίδι, τα χειλάκια φουσκωτά και τα αθώα μάτια που άνοιγαν διάπλατα με όλα, ήταν κολασμένος συνδυασμός για τις αντρικές φαντασιώσεις.

-Το σαββατοκύριακο θα έρθουν η θεία με τα ξαδέρφια σου, της είπε η μάνα της το δωδέκατό της καλοκαίρι. Η Λία χάρηκε πολύ. Αγαπούσε τη θεία αλλά τα ξαδέρφια της πήχεις παραπάνω. Της έκαναν πλάκες, την πείραζαν, την κανάκευαν, της έδιναν προσοχή. Και η Λία αγαπούσε τόσο πολύ να την προσέχουν σε έναν τόσο στην κοσμάρα του κόσμο ενηλίκων!
-Πάμε βόλτα με το παπί μου; Ο μεσαίος ξάδερφος κάπου στα 25 του της φαινόταν σταρ.
-Πάμε, αναφώνησε η Λία με ενθουσιασμό.
-Βάλε μαγιό και φύγαμε. Και φύγανε.



        Την πήγε σε ένα έρημο πευκοδάσος πάνω στη θάλασσα. Ακούμπησαν τις πλάτες τους δίπλα δίπλα σε ένα δέντρο κι ένιωθε σπουδαία, σημαντική. Είχαν φύγει αρκετά μακριά για να χαρεί η Λία τη βόλτα με το παπί.

-Ομόρφυνες πολύ, της είπε γλυκά.
-Πφφφ, υπάρχουν και καλύτερες, φύσηξε το τσουλούφι της η Λία.
-Μην το λες, τέτοιο στήθος, πιο όμορφο, αλήθεια δεν έχω ξαναδεί. Κι έχω πάει με πολλές, πίστεψέ με! Αν τραβήξεις στην άκρη το μαγιό σου θα βεβαιωθώ και θα σου πω σίγουρα. Για να δω;
-Όχι!
-Εμένα ντρέπεσαι χαζό; Τον πρώτο σου ξάδερφο; Αν δε σου πω εγώ τότε ποιος θα σου πει;
-ΌΧΙ!
-Είσαι χαζή. Να δω τα βυζάκια σου θέλω μόνο, να τα συγκρίνω με τα άλλα της είπε τραβώντας της το σουτιέν και πριν προλάβει η Λία να αντιδράσει έριξε πάνω της το βάρος όλου του κορμιού του.
-Είσαι πολύ βαρύς !
-Κάτσε πάνω μου τότε να σε χορτάσω με τα μάτια μου, αναθάρρεψε ο ξάδελφος.

       Η Λία έκανε να καθίσει πάνω του αλλά όχι για να δρέψει επαίνους. Φραστικούς και σωματικούς. Ανεβαίνοντας πάνω του και πριν ακόμη τον καβαλήσει το έβαλε στα πόδια με ζιγκ ζαγκ στο πευκοδάσος σαν φυλακισμένο  τσιτάχ τσίρκου για την ελευθερία του. Έτρεξε δαιμονισμένα με τα παντοφλάκια τα πλαστικά στην ανελέητη ζέστη να της καίει τα σωθικά. Μετά από κάμποσα χιλιόμετρα το πήρε περπατητό μέσα από χωματόδρομους και στενά, αρκεί να μην την έβρισκε στην άσφαλτο. Ήθελε να σκεφτεί. Τώρα ήξερε πως ήταν ξεκάθαρη σεξουαλική η συμπεριφορά του ξαδέρφου της που τόσο ως τώρα αγαπούσε η αφελής! Βασικά είχε μόνο δυο πράγματα να σκεφτεί: 

  •  να το καλύψει για την ώρα. Όλοι θα τους περίμεναν για φαϊ με τα κρασιά και τις μπύρες στο τραπέζι
  • να εμπλουτίσει την κατηγορία των Άλλων, των όχι σαν τον πατέρα της.  Ήξερε ήδη ότι η κατηγορία θα μάκραινε σε πλήθος και ανδροειδή. Πρόσθεσε σε αυτή και τον πρώτο της ξάδελφο.

       Όταν τα απογευματάκια έβγαινε για ποδήλατο πλάι στη θάλασσα, σε αρκετά αυτοκίνητα με μεσήλικα ζευγάρια μέσα, αναβόσβηναν τους προβολείς οι οδηγοί και οι γυναίκες δίπλα τους δεν έπαιρναν μυρωδιά. Τα φώτα και η Λία. Αυτοί και η Λία. (Μάλλον δεν είναι καλό πράγμα ο γάμος, της καρφωνόταν στο μυαλό, τούβλο το τουβλάκι, οι πιο πολλοί  λιγουρεύονταν κοριτσάκια, τι έρωτες και κουραφέξαλα μου λένε τώρα;)
        Δεν έκλαψε στην επιστροφή. Δυνατή σαν ταυράκι, ατίθαση σαν κρι κρι και πρώιμα, πολύ πρώιμα λογική.

      Αυτή τη φορά δεν θα το έλεγε πουθενά. Είχε χιλιόμετρα μπροστά της να ζυγίσει καθαρά, αλήθεια, τι θα έλεγε η μάνα της στην αδερφή της την ίδια για το γιο της; Και θα γινόταν πιστευτή η Λία ή ο λόγος του δωδεκάχρονου θα ήταν ενάντια στο λόγο του (θιγμένου βέβαια) 25χρονου ξάδερφου; 
       Θα της το έλεγε αργότερα, μετά από χρόνια. Όταν και η ίδια θα ήξερε να μιλήσει στο φρουρό που νόμιζε πως είχε αλλά ποτέ δεν είχε τελικά. Της το είπε κάποτε, συνειδητοποιημένη γυναίκα. «Ξέρεις, ο ανιψούλης σου μου ρίχτηκε. Στα δώδεκά μου. Χυδαιότατα και ξεδιάντροπα. Ζώο αρσενικό. Χειρίσου το όπως νομίζεις» της είπε λιτά.
       Οι σχέσεις τους δε χάλασαν ποτέ. Γεγονός.
       «Στηρίζεσαι στα πόδια σου μόνο Λία. Από τους άλλους μην περιμένεις, μη ζητάς. Μιλάς μόνο όταν θα είσαι έτοιμη. Καλείσαι να γίνεις ετοιμόλογη, έξυπνη και αποστομωτική και τότε μόνο θα μιλάς.» Γεγονός κι αυτό.

-Χαθήκαμε και γύρισα με τα πόδια, είπε η Λία στους συγγενείς δυο ώρες μετά. 

       Στους γάμους, τις γιορτές, τις κηδείες και βαφτίσεις του μιλούσε ευγενικά, λιγόλογα και τυπικά. Σκλήραινε. Ήταν το πρώτο βήμα για να βάλει τα πράγματα κάποτε στη θέση τους η ίδια. 


Με το σεξ δεν είχε θέμα, ανυπομονούσε κιόλας να ερωτευτεί! Το αποφάσιζε κάθε μα κάθε μεσημέρι που κλειδωνόταν στην τουαλέτα και τρίβοντας το ροδαλό μπουμπούκι της κλειτορίδας της ξεσπούσε σε ανελέητους σπασμούς. Σεξ θα έκανε. Θα ερωτευόταν σίγουρα. Αλλά θα έφευγε εγκαίρως πριν καταντήσει σιωπηλή συνοδηγός δίπλα σε μεσήλικα που θα αναβόσβηνε τα φώτα σε κάθε ποδήλατο με κορίτσι στη σέλα. Γεγονός.










 Η Λία ανάβει ένα τσιγάρο κι ακουμπάει την πλάτη στην πολυθρόνα του γραφείου της.
Αlter ego: Τα σκεφτόσουν αυτά για χρόνια; Ξέρω πώς όχι.
Λία: Όχι, δεν τα σκεφτόμουν. Σπάνια, σποραδικά και τυχαία. Ούτε καν επέτρεψα να με επηρεάσουν
Alter ego: Τα σκέφτεσαι σήμερα. Στα δώδεκά σου ήδη και πολλά έμαθες και κατέληξες στο είδος άντρα που θα σε έλκυε στην ώρα του. Τα απώθησες κυρά Λία αλλά σε διαμόρφωσαν τότε για τα μετά. Σε επηρέασαν.
Λία: Mαλακισμένο, σκάσε! Δε θέλω και δε γουστάρω να με ερμηνεύω. Ό,τι είμαι, είμαι!



…η σεξουαλική αθωότητα είναι πάντοτε ανύποπτη, συμπλήρωσε η μέσα της σοφία. Της Λία.

 

Συνεχίζεται…                                                                          

                              --------------------------------------------------------------------------------------------------                               

                                                                 

 




Ερωτικής Υμνωδίας (;) μέρος 2ον, κυνικό. Ύμνος στη χαμένη αθωότητα. Αν ο έρωτας αποδίδεται στο σεξ με χίλιες δυο εκφράσεις, μόνο η μία είναι η άδολη, η ομορφότερη από όλες. Η λατρεία, η από καρδιάς βγαλμένη.



Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019

σε 27 μονάχα λέξεις




           Η κληματαριά παρέδιδε δωρεάν μαθήματα ελπίδας.
           Ο ήλιος κατ΄οίκον, μαθήματα πολιτισμού.
                               Μηδέν εγγραφές.
           Δισκία των 0,5mg υπόσχονταν απλήρωτο χρόνο.
           Σα να μην αγαπούσαμε τίποτα, ποτέ!



     Η συμμετοχή μου στο Κείμενο της αγαπημένης μας Μαρίας Νικολάου με αφορμή μια ρεαλιστική φωτογραφία και το δρώμενο με το όριο των 25 λέξεων.


     Θαυμάσια χτίζουμε οι άνθρωποι όνειρα να τα στεγάσουμε.
Κι όταν τα στεγάσουμε η απληστία έρχεται αδηφάγα να ζητήσει και να διεκδικεί το πλέον. 
Το πλείστο. 
Το ανικανοποίητο και η εγκατάλειψη είναι τελικά δυο εξ΄αποστάσεως  φίλοι μα συμπληρωματικοί. 
      Ακόμη αναρωτιέμαι πόσοι από εμάς στοχαζόμενοι  αυτή τη φωτογραφία δε βούτηξαν στην ψυχή τους την ίδια... Σπίτια και ψυχές συγκατοικούν.

                              Πολλά πολλά φιλιά και μπράβο στους 19 + μία  :)




Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019

Ερωτική Υμνωδία - Οι συμμετοχές


Πληροφορίες για την Ερωτική Υμνωδία, 
εδώ.  

*Συμμετοχές* 

1. «Σεξ το ενορμητικόν (Μέρος 1ο)» γράφει η αννετά...κι
2. «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα "σ' αγαπώ"» γράφει η onirokosmos
3. «Σε μαύρο φόντο» γράφει η Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου 
4. «Πιστεύω σ' έναν θεό...» γράφει η onirokosmos
5. «Αισθήσεις και παραισθήσεις» γράφει η Μαρία Γ.
6. «Το πρώτο φιλί» γράφει η ANNA FLO
7. «Πήρα χρώμα και νερό» γράφει η Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
8. «Λευκή δαντέλα» γράφει η Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
9. «Το ραντεβού» γράφει ο Giannis Pit
10. «Εκ του σύνεγγης, ξαδέρφι (Μέρος 2ο)» γράφει η αννετά...κι
11. «Συνάντηση στο ξενοδοχείο» γράφει ο Gip
12. «Κοντσέρτο» γράφει η Lysippe
13. «Ερωτική υμνωδία» γράφει η BUTTERFLY
14. «Φιλήδονες ζωές» γράφει ο Gip
15. «Η καριόλα (Μέρος 3ο)» γράφει η αννετά...κι
16. «Η μάσκα» γράφει ο Giannis Pit
17. «Ο πορθητής των στίχων» γράφει η Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
18. «Θυμάσαι;» γράφει η Lysippe
19. «Μια νύχτα στην άμμο» γράφει ο Gip
20. «Ερωτική μονομαχία» γράφει ο Gip 
21. «Θέλω...» γράφει η onirokosmos
22. «Σιγή...» γράφει η onirokosmos
23. «Σενάριο» γράφει η onirokosmos







Σεξ το ενορμητικόν (Μέρος 1ο)

«Διαφεύγοντα και διαφυγόντα εκ του μορφώματος
σε ελευθέρα διάταξη,
αρχέγονα εγκεφαλικά κύτταρα
στο νυν και αεί του οίστρου.
Δαίμονες με υποδόριες τις λευκές κραυγές.

Έμμεσα σε τάισα χορτάρι. »



````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````
«Ναι. Σίγουρα έκανα πολλά λάθη στη ζωή μου. Αλλά δε γεννήθηκα και με οδηγίες χρήσης. Τι είμαι λοιπόν;»  αναρωτήθηκε η Λία σουρώνοντας το ρόφημα με κίστο και πράσινο τσάι. Ήταν ένα από εκείνα τα βροχερά απογεύματα Κυριακής που τα κάνουμε όλα και απομένει λίγη δόση περισυλλογής. Αναπόφευκτης περισυλλογής. Μια ζωή αντιφάσεις . Τα πρωινά δηλητηρίαζε το σώμα της με πολλά τσιγάρα, τοξικότητα και καφέ. Απογοήτευση.  Και τα βράδια επανόρθωνε με αντιοξειδωτικά . Ελπίδα. Τι ήταν λοιπόν; Πες το με μια φράση!  προκάλεσε τον εαυτό της  σε ένα από τα  αγαπημένα της νοητικά παιχνίδια. Σίγουρα ήταν και θα είναι συλλέκτης στιγμών. Φανατικός συλλέκτης στιγμών.

 –  Συλλέκτης στιγμών; Γιατί;  ξαναπροκάλεσε  ανικανοποίητο το alter ego.
 –  Φοβάμαι την αμνησία.
 –  Κατέγραψέ  την. 


Καλοκαίρι του 1978

      Θα΄ταν δε θα΄ταν η Λία 8 χρονών όταν ανέβηκε λίγα σπίτια πιο πάνω να βρει τη Μάγδα. Ο αυγουστιάτικος ήλιος επέβαλε σορτσάκι και φανελάκια στο ασχημάτιστο ακόμη σώμα.
-Καλημέρα κυρ Θόδωρε! Χαμογέλασε στον παππού της φίλης της  που καθόταν στη βεράντα νωχελικά. Είναι η Μάγδα εδώ να παίξουμε;
- Δεν ξέρω πού είναι παιδί μου, την κυρά Θοδώρα ρώτα στην κουζίνα.
      Ναι, ο παππούς και η γιαγιά της φίλης της είχαν το ίδιο όνομα. Τρύπωσε στην κουζίνα που η κυρά Θοδώρα στα γνωστά της μαύρα και με τη  μαντήλα στο κεφάλι μαγείρευε όπως πάντα.
– Καλημέρα κυρά Θοδώρα. Πού είναι η Μάγδα;  
- Δεν ξύπνησε ακόμη κορίτσι μου, σε καμιά ώρα έλα πάλι.
      Πώς τους θυμάται η Λία 50 χρόνια μετά; Ασπρομάλλης παππούς, καμπουριασμένη και μαυροντυμένη γιαγιά  με μια γκριζόμαυρη  μαντήλα με λαχούρια, στα μάτια της τότε ήταν πολύ γέροι. Σήμερα υπολογίζει να΄ταν κάπου στα πενήντα κάτι τους.
-Φεύγω κυρ Θόδωρε, θα ξανάρθω πάλι, είπε ευγενικά η Λία και με σεβασμό.
- Μη βιάζεσαι παιδί μου, κάτσε να μου κάνεις παρέα. Να, έλα κάτσε στα πόδια μου και χτύπησε την παλάμη πάνω στο άσπρο του μπούτι. Κάτσε να σε χαρώ! Θα σου πάρω και παγωτό το απόγευμα.
Η Λία μόλις το άκουσε αυτό ένιωσε άβολα. Δίστασε και, όχι, δεν ήταν καθόλου το παγωτό. Δεν ήθελε  με γέρους πολλά πολλά! Υπάκουη όμως όπως ήταν είπε να κάτσει στα πόδια του μισό λεπτό και μετά να φύγει τρέχοντας. Βόλεψε το άγουρο κορμάκι της πάνω στα πόδια του εύκολα. Όσο βάρος έχει το φτερό. Την έλουσε μια απροσδιόριστη αγωνία χωρίς εξηγήσεις. Αν έβγαινε η κυρα Θοδώρα έξω; Ο παππούς με το χέρι του άρχισε να χαϊδεύει  το πλευρό της κι από κει το  στέρνο της με το ανύπαρκτο, αγορίστικο στήθος. Η Λία λούστηκε από  μια καταιγίδα ιδρώτα που δεν ήξερε να εξηγήσει. Έκανε να σηκωθεί αλλά ο παππούς την κράτησε σθεναρά πάνω  του. Στον παιδικό μηρό  της ένιωσε ένα σκληρό εξόγκωμα ανάμεσα στα πόδια του. Τι ήταν αυτό; Τρόμαξε και δεν ήξερε γιατί. Ο παππούς τώρα είχε και τις δυο του τραχιές παλάμες πάνω στις ρόγες της τάχα μου τρυφερά κι έκανε να τις βάλει μέσα από το μπλουζάκι. Η μικρή πανικοβλήθηκε, δεν ήθελε να την πιάνουν γέροι. Σίγουρα δεν έπρεπε να βγει η κυρά Θοδώρα έξω. Τρόμαξε και δεν ήξερε γιατί.
-Μη φοβάσαι κοριτσάκι μου, και τη Μάγδα έτσι την παίρνω στα πόδια μου κι όλο  την κανακεύω. Τα χέρια του τώρα ταξίδευαν τα άτριχα πόδια του κοριτσιού και πάνω στο σορτσάκι της. Αυτό ήταν!  Η μικρή πετάχτηκε και τρεχάλα έφτασε στο σπίτι της με την αγωνία να της ανακατεύει άρυθμα την αναπνοή.
       Όταν έφυγε το λαχάνιασμα είπε στη μαμά της πως ο κυρ Θόδωρος, ο παππούς της Μάγδας την ανάγκασε να κάτσει στα πόδια του και τη χάιδευε κι αυτό δεν ήθελε ποτέ, ποτέ, ποτέ να ξανασυμβεί! –Με ακούς μαμά; Ποτέ! Δε θα ξαναπατήσω το πόδι μου εκεί! Να πας να του το πεις!
       Η Λία φτιάχνει ένα δεύτερο ρόφημα και ανοίγει αποφασιστικά ένα
word στην επιφάνεια εργασίας της. Θα καταγράψει. Για τον εαυτό της σίγουρα. Ίσως έτσι με τακτοποιημένες αναμνήσεις αυτοπροσδιοριζόταν. Σίγουρα όμως θα ήταν πολύτιμο να ανατρέχει στις μνήμες της όταν ο εγκέφαλός της σε κάποια χρόνια θα αρνιόταν να δουλέψει γι΄αυτό.
      Δεν έμαθε ποτέ αν η μάνα της έκανε τότε κάτι . Ορισμένα πράγματα τη δεκαετία του ΄70 δε συζητιούνταν. Ειδικά στις μικρές καλοκαιρινές γειτονιές της εξοχής. Η Λία έκοψε κάθε επαφή με τη φίλη της τη Μάγδα. Όταν αυτή ερχόταν, η Λία κρυβόταν ή το΄σκαγε από την πίσω πορτούλα. Τα δυο κορίτσια χάθηκαν οριστικά τα χρόνια του γυμνασίου, ο κυρ Θόδωρος πέθανε στην εφηβεία της κι όταν η Λία το έμαθε αυτό, αδιαφόρησε παγερά.  Η ιστορία  αυτή έμεινε στο ραφάκι της αχρείαστη. Δεν είχε ιδέα για το σεξ αλλά το ένστικτό της τότε κατέταξε τους άντρες σε δυο κατηγορίες:  άντρες σαν το μπαμπά της κι άντρες που δεν ήταν σαν κι αυτόν. Άλλοι.  Προτιμούσε άντρες σαν το μπαμπά της κι αυτό σφραγίστηκε τότε στα οχτώ της χρόνια.




Συνεχίζεται…



         Είναι το ποδαρικό μου σε ένα δρώμενο που θέλω κι ελπίζω να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά του κεκαλυμμένου καθωσπρεπισμού. Είμαστε άνθρωποι, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό και ο έρωτας μας ορίζει σε μεγαλύτερο μέρος από όσο θέλουμε να δείχνουμε. Γιατί; αφού χωρίς τον έρωτα δεν υφίσταται ζωή. Ο έρωτας είναι αδυναμία; όχι! Ο έρωτας είναι η δύναμη ! Το Φως, το Νερό, ο Αέρας, η Γη συντελούν στη δημιουργία του, για τη δημιουργία με τη σειρά του , των πάντων. Είναι η Ζωή. Μιλάμε για τη Ζωή λοιπόν εδώ. Με τόλμη και θάρρος περιγράφουμε τη μια από τις δυο  φυσικές δυνάμεις  που δεν πατάξαμε ποτέ, αυτή και το χρόνο.
         Καλή επιτυχία Λυσίππη, Γιάννη στην Ερωτική Υμνωδία, με πολλές, πάρα πολλές συμμετοχές που θα σπάσουν τα ταμεία! Κάθε μια στη δική της γλώσσα γραμμένη και με τα δικά της νοήματα θα αποδώσει με τον τρόπο της μια τεράστια κι ανεξάντλητη φύση, τη φύση μας!
         Καλώς μας ήρθες κι εσύ Αφροδίτης Ερωτική Υμνωδία κι ας σε ξεχνάμε 9.000 χρόνια μετά. Όλοι μας όμως σου βγάζουμε το καπέλο. Ο έρωτας και ο βήχας δεν κρύβονται, λέμε. Και για το βήχα, άντε και βγήκε και το νέο phytobisolvon, για τον έρωτα όμως; Τι διάλα, τζάμπα έγραψε καμιά δεκαριά βιβλία ο Irvin Yalom και μελέτησε χιλιάδες υποχείρια του έρωτα στα ντιβάνια του;
         Η δική μου ηρωίδα, μάλλον θα αναφερθεί σπονδυλωτά σε όλα τα βασικά ερωτικά μονοπάτια που την διαμόρφωσαν από τα πρώτα οιστρογόνα  ως τη λεωφόρο της εμμηνόπαυσης και αρκετά μετά. Όρεξη να΄χουμε και σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα μη μας τύχει κι όλα γίνονται!

Loveάκια, loveάκια και loveάκια πολλά 
 

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2019

Ερωτική Υμνωδία - Πρόσκληση


Ο ερωτισμός ανέκαθεν ήταν στη θεματολογία της Τέχνης. Κάθε μορφής Τέχνης. Από τον χορό, από την γλυπτική (ποιος λησμονά τα γυμνά γλυπτά της αρχαιότητας), την ζωγραφική, το θέατρο, τον κινηματογράφο. Τεράστιες μορφές της Τέχνης, καταξιωμένες στην παγκόσμια συνείδηση, αποθέωσαν κι υιοθέτησαν τον ερωτισμό με ιδιαίτερα τολμηρή και ανατρεπτική διάθεση. Από τον Μιχαήλ Άγγελο, τον Πικάσο, τον Ρέμπραντ, τον Καβάφη, τον Ρίτσο, τον Φασιανό, τον Οσίμα, τον Ζαν Ζακ Ανό και τόσους άλλους.

Τι είναι, όμως, αυτό που σοκάρει όταν το σώμα γίνεται τόπος ανταρσίας και προβολής τού ερωτισμού και της σεξουαλικότητας πχ στη λογοτεχνία; Ενοχλεί η περιγραφή, ενοχλούν οι λέξεις; Μήπως ενοχλεί το θάρρος τής ανοιχτής έκφρασης των κρυφών μας θέλω κι αυτών που έχουμε φανταστεί - ή δεν τολμάμε να φανταστούμε;

Το σίγουρο είναι πως μέχρι και σήμερα υπάρχει αυτή η μερίδα που, στην έννοια του ερωτικού, θα εκστομίσει οργισμένα λέξεις όπως «άσεμνο», «πορνογραφικό» θέτοντάς το στα πλαίσια τού ηθικά απαγορευμένου και του αυστηρά προσωπικού.

Γιατί, όμως, να το χαρακτηρίσουμε ως φτηνό ανάγνωσμα; Γιατί να μην έχει θέση στα αριστουργήματα του γραπτού λόγου, που παίζει με το μυαλό και τις αισθήσεις μας, καταβυθίζοντάς μας στα έγκατα της επιθυμίας - ακόμα κι εάν προκαλεί για την πρόκληση, σπάζοντας έτσι τα όρια του ενοχικού, της μυστικότητας και της σεμνοτυφίας;

Ερωτήματα που περνούν απ' το μυαλό μας, δίχως καθολικά σωστή απάντηση!

Με αυτά ως δεδομένα, ως συρματόπλεγμα γύρω μας, θέλει θάρρος και τόλμη να μιλήσει και να γράψει σχετικά κανείς, ανοιχτά.

Μ' αυτό ως σκέψη και θέλοντας να δοθεί φωνή και μερίδιο, επιτέλους, και σ' αυτό το κομμάτι των θέλω και των αναγκών μας, καθιερώνεται ένα νέο δρώμενο, αυτό της ερωτικής υμνωδίας.


----------------------------------------------

*Πληροφορίες*

  • Διάρκεια έως τις 20/1/20
  • Δεν υπάρχει όριο συμμετοχών
  • Δεν υπάρχει όριο λέξεων
  • Μπορεί να είναι οτιδήποτε (ποίημα, πεζό κλπ)
  • Μπορεί να 'ναι όσο τολμηρό θέλει ο καθένας
  • Δεκτές και δημοσιευμένες δημιουργίες
  • Η δημοσίευση γίνεται στο blog αυτού που συμμετέχει
  • Όλες οι συμμετοχές θα μαζεύονται σε μία ανάρτηση
  • Εάν δεν έχετε blog (ή δεν επιθυμείτε να δημοσιεύσετε στον χώρο σας), πολύ ευχαρίστως να σας φιλοξενήσω
 ---------------------------------------------- 

Το νόημα είναι να δημιουργήσουμε/εκφραστούμε και σ' αυτό το κομμάτι
- χωρίς να χρειάζεται να νιώσουμε άβολα.

Κινούμαστε ελεύθερα, αισθησιακά και τολμηρά.

Όλα δεκτά, λοιπόν!

 
----------------------------------------------

*Παράκληση*

 Μόλις δημοσιεύετε να μου στέλνετε με μέιλ τη συμετοχή σας. 
Το μέιλ μου θα το βρείτε πάνω δεξιά. 

---------------------------------------------- 

Όλες οι συμμετοχές θα μαζεύονται σε μία ανάρτηση,
 προκειμένου να είναι πιο εύκολη η παρακολούθηση των συμμετοχών.

Θα υπάρξει σχετική φωτογραφία, στα δεξιά του blog, απ' την οποία, αφού κλικάρετε,
θα μεταφέρεστε στις υπάρχουσες συμμετοχές.

*ΕΛΗΞΕ*



Η «Ερωτική υμνωδία» είναι αμοιβαία ιδέα και προσπάθεια με τον Γιάννη μας.
Δική του προσφορά είναι το λογότυπο και το παρακάτω βίντεο. 

Γιάννη μου, σ' ευχαριστώ για όλα!



Με τη λήξη τού δρώμενου -και κατόπιν κλήρωσης με όσους πήραν μέρος,
θα δοθεί ένα συμβολικό δώρο.

Σας ευχόμαστε καλές εμπνεύσεις! 



Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2019

Ο εκμαυλιστικός εφιάλτης


«Εφιάλτης» (1781)
Henry Fuseli

Το ημίφως που ξεχύνεται από μια μισογερμένη πόρτα τού τραβά την προσοχή, και κατευθύνεται προς εκείνη με αργά, βουτηγμένα στη σιωπή, βήματα. Το ύψος του χαμηλό, δεν του επιτρέπει νσ φτάσει το πόμολο της πόρτας. Ακουμπά τη παλάμη του στη πόρτα και την ωθεί προς την αντίθετη πλευρά.
Η πόρτα έκανε στην άκρη κι άφησε να φανεί το κρεβάτι με εκείνη ξαπλωμένη, παραδομένη στον ύπνο.
Κάνει μερικά βήματα προς το δωμάτιο και στέκει να την παρατηρήσει. Ξαπλωμένη στο πλάι, με ένα γαλήνιο πρόσωπο που δεν ρυτιδώνει καμιά άσχημη εικόνα τα χαρακτηριστικά του, κανένα αγωνιώδες όνειρο.
Τα βήματά του τον οδηγούν εντελώς μες στον χώρο τού δωματίου, στο χείλος τού κρεβατιού της - ακόμη κι αυτό το ελάχιστο ημίφως, που υπήρχε μέχρι τώρα, αφήνει την τελευταία του πνοή στην παρουσία του κι όλα παραδίνονται στο σκοτάδι.
Μπαίνει κάτω απ’ τα σκεπάσματα, μαζί της, και το κορμί του ψάχνει το δικό της. Κολλάει πάνω της και τα χέρια του την αγκαλιάζουν. Μυρίζει τα μαλλιά της, αφήνοντας ένα αργό κι ανεπαίσθητο φιλί στον λαιμό της.
Το κορμί της σ’ αυτή του την αφή ξυπνάει ευχάριστα - χαμογελάει. Αυθόρμητα δίνει ώθηση στο κορμί της να γυρίσει προς το μέρος του, αλλά τη σταματάει η πιο ωραία, αρρενωπή φωνή που είχε ακούσει ποτέ της, ψιθυρίζοντάς της «δεν θα κοιτάς σήμερα». Υπακούει μηχανικά στη προσταγή του, με το σώμα της να παγώνει λίγο πριν γυρίσει ολοκληρωτικά προς το μέρος του. Βουλιάζει ακόμα στην εκμαυλιστική χροιά τής φωνής του, ενώ τα χέρια του τη σπρώχνουν και την κάνουν να γυρίσει στην αρχική της θέση.
Όλο της το κορμί, πιθαμή προς πιθαμή, αρχίζει να κατακλύζεται από πόθο.
Κλείνει με το χέρι της το δικό του και κουρνιάζει υπάκουα, με την πλάτη της προς εκείνον. Όπως το θέλησε εκείνος.
Νιώθει την καυτή του ανάσα στον λαιμό της και τα χείλη του ίσα να την ακουμπούν, έτοιμα να πολιορκήσουν τη σάρκα της. Το χέρι του βρίσκεται κάτω απ’ την μπλούζα της, κρατώντας τη κοιλιά της, ενώ τα χείλη του αφήνουν χνάρια μικρών κι ερωτικών φιλιών πάνω της, κι αφήνει το χέρι του να συρθεί αργά προς τα πάνω μέχρι να κλείσει στην παλάμη του το στήθος της. Το κορμί της ριγά στο άγγιγμά του, κάτι που νιώθει εκείνος και τον παρακινεί να συνεχίσει να χαϊδεύει και να πιέζει αργά το στήθος της μες στην παλάμη του.
Βγάζει το χέρι του απ’ τη μπλούζα της και το κατευθύνει στο πρόσωπό της, μαρκάροντας με τον αντίχειρα τα μισάνοιχτα χείλη της και βυθίζοντας το δάχτυλό του στο στόμα της. Τα χείλη της κλείνουν το δάχτυλό του, ενώ η γλώσσα της χαϊδεύει απαλά το δάχτυλό του. Με το χέρι της κρατάει το δικό του και το βυθίζει στο στόμα της, το βγάζει και το βυθίζει αργά και πάλι. Εκείνος τραβάει απαλά το χέρι του και το οδηγεί πάλι κάτω απ’ τη μπλούζα της. Έχουν σειρά οι σκληρές της ρώγες, που θέλει να της παιδέψει με το υγρό του δάχτυλο. Το περνάει απαλά από πάνω τους και νιώθει τη σκληράδα τους. Τις πιέζει, τις χαϊδεύει, τις τρίβει. Είναι δικές του!
Της βγάζει τη μπλούζα. Θέλει να την έχει στην αγκαλιά του ημίγυμνη.
Εκείνη γέρνει προς το μέρος του και περνάει το ένα της πόδι πάνω απ’ τα δικά του .
Εκείνος πιάνει το σήμα και χαμογελάει.
Τώρα που έχει τα δυο του χέρια ελεύθερα γύρω της, έτσι όπως έχει γυρίσει, μπορεί ν’ απασχολήσει και τα δυο του χέρια με το κορμί της. Τα χέρια του δεν σταματούν να τρυγούν το κορμί της. Πότε τ’ ανεβοκατεβάζει πάνω της, πότε τα στήθια της κυριεύονται απ’ τα αποφασιστικά του χέρια ταυτοχρόνως.
Εκείνη νιώθει την φλόγα τής ηδονής να κατακτάει ολοένα το κορμί της.
Βάζει τα χέρια της πάνω απ’ τα δικά του. Με το χέρι της οδηγεί το χέρι του στην πηγή τού έρωτά της για εκείνον. Του οδηγεί απαλά κι αποφασιστικά το χέρι, κι εκείνος καταλαβαίνει πως δεν φοράει εσώρουχο από μέσα. Είναι τόσο απαλή στη τριβή και νιώθει κάθε της πτυχή. Το ρούχο της μουσκεύει με το επίμονο τρίψιμό του.
Βάζει το χέρι του από μέσα και μ’ ένα δάχτυλο αφήνεται να περιπλανηθεί στην υγρή της περιοχή, από πάνω μέχρι κάτω. Το δάχτυλό του νιώθει τη ζεστασιά και τα υγρά της και δεν βρίσκει δυσκολία στη μετακίνησή του. Το δάχτυλό του μένει αποφασιστικά στο πιο ευαίσθητο σημείο τού κορμιού της – δεν έχει σκοπό να εξερευνήσει τα βάθη της ακόμα. Με το ένα του χέρι τη κρατά σφιχτά επάνω του και με το άλλο αργά και μεθοδικά την οδηγεί σε ασυγκράτητα ύψη. Τα δάχτυλά του έμπειρα, ξέρουν πώς να τη φτάσουν και δεν αργεί να νιώσει πάνω του τις συσπάσεις του κορμιού της και ν’ ακούσει τις κοφτές τις ανάσες να διακόπτονται για λίγο και να επανέρχονται ξανά με την ίδια γρηγοράδα. Τα δάχτυλά του συνεχίζουν να τρίβουν απαλά και σταματούν, κλείνοντας με τη παλάμη του την υγρή της κοιλάδα, κρατώντας την αγκαλιά μέχρι να συνέλθει.
Έγλειψε τα δάχτυλά του και τα ρούφηξε στο στόμα της.
Τ’ ακροδάχτυλά του περιπλανήθηκαν στη ραχοκοκαλιά της, την πλάτη της κι έφτασαν χαμηλά στη μέση της. Τράβηξε το παντελόνι της πιο χαμηλά, ίσα ν’ αποκαλυφθούν οι δύο μεγαλύτεροι λόφοι του κορμιού της.
Τα χέρια του τη χούφτωσαν και τη πίεσαν πάνω στο σημείο που φούντωνε ο πόθος του για εκείνη. Τον ένιωθε να φουσκώνει, έτοιμος και σκληρός για κείνη.
Της χουφτώνει τα οπίσθια ανοίγοντας και κλείνοντάς τα ξανά και ξανά, κάνοντας τις εισόδους της ν’ ανοιγοκλείνουν. Την ερέθιζε αυτό, κι εκείνος το ήξερε.
Με τα δάχτυλά του χάιδεψε τα χείλη της και τ’ άνοιξε.
Αυτή τη φορά ήθελε να εξερευνήσει τα βάθη της.
Την γύρισε μπρούμυτα ρίχνοντας όλο του το βάρος πάνω της,
Δεν πρόλαβε να μπει μέσα της και με χαύνα φωνή τον πρόσταξε «πιο γρήγορα». Σε απάντησή της, έκλεισε τα χέρια της στη γροθιά του, πάνω απ' το κεφάλι της, και βγήκε από μέσα της. Έμπαινε κι έβγαινε με αργό ρυθμό, μη αφήνοντάς της διαφορετική επιλογή. Μερικές ωθήσεις ακόμα, και τότε έμπαινε μέσα της πιο γρήγορα, πιο βίαια μέχρι να δώσει τη τελευταία, λυτρωτική ώθηση για εκείνον.
Ανοίγει τα πόδια της και βλέπεις την είσοδό της ανοιχτή, να στάζει υγρά.
Αυτή δεν είχε τελειώσει ακόμα, ήταν σε έξαψη.
Πριν προλάβει να ζητήσει και τη δική της ανακούφιση, ήχοι μπερδεύτηκαν με την ηδονή της. Διαπεραστικός, επίμονος ήχος.
Γυρίζει μηχανικά ανάσκελα κι αντικρίζει το πιο άσχημο, αποκρουστικό πρόσωπο με ένα σαρδόνιο χαμόγελο, ενώ δευτερόλεπτα αργότερα καταλαβαίνει πως ο ήχος είναι απ' το ξυπνητήρι της.
Ανοίγει τα μάτια της, αποτινάσσοντας και τα τελευταία ψήγματα ύπνου, και συνειδητοποιεί πως όλα ήταν ένα όνειρο.

Ξυπνάει απ' το όνειρο - είναι ξυπνητή κι ερεθισμένη!


❈❈❈❈❈❈❈❈❈❈


Η αρχή έγινε με το «Ένας πίνακας, δυο ιστορίες», η ιδέα τής Μαριλένας, ακολούθησε το «ο πότης του αψεντιού» του Viktor Oliva και τώρα συνεχίζεται με το «Εφιάλτης» του Henry Fuseli. Τελικά, μου έμεινε το χούι! Έγινε αγαπημένη συνήθεια η επιλογή ενός πίνακα κι η προσπάθεια να του δώσεις φωνή. 

Ο συγκεκριμένος πίνακας φιλοτεχνήθηκε το 1781, με την ύπαρξη υπαινιγμών περί ηδονοβλεψίας, κτηνοβασίας, βιασμού ή/και φόνου και τις ερμηνείες γύρω του να 'ναι πολλές. 

Ο πίνακας ονομάστηκε «nightmare», συμβολίζοντας τον εφιαλτικό ύπνο ενώ έχει κι ερωτικά στοιχεία, με το δεύτερο συνθετικό να προέρχεται από τη σκανδιναβική λέξη «mara», που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το πνεύμα που βασάνιζε τους ανθρώπους στον ύπνο τους. Σύμφωνα με τους γερμανικούς μύθους, το άλογο κι ο δαίμονας κυριεύουν τους ανθρώπους που κοιμούνται μόνοι.

Ο Henry Fuseli συνήθιζε να καταγγέλλει τον καταναλωτισμό και τη γυναικεία ηθική κατάπτωση, τοποθετώντας τις γυναίκες στον ρόλο τής πόρνης και της υστερικής. Ωστόσο, ο ίδιος υποστήριζε πως αυτή του η κίνηση είχε μονάχα ως στόχο την βελτίωση της ύπαρξης.  

Η επικρατέστερη θεωρία θέλει την κοιμισμένη γυναίκα να 'ναι η ερωμένη του, η οποία παντρεύτηκε, τελικά, κάποιον άλλο, επειδή ο πατέρας της δεν ενέκρινε τον Henry Fuseli - κι ο δαίμονας είναι ο ίδιος, ο Fuseli, που την επισκέφτηκε στον ύπνο της.

Το έργο εντυπωσίασε τόσο που ο ζωγράφος έφτιαξε τουλάχιστον τρεις εκδοχές του, ενώ επηρέασε και πολλούς λογοτέχνες.