Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

25 λέξεις #2



ΠΡΟΣΟΧΗ - ΠΡΟΣΟΧΗ
Παρακαλείσθε να προσέχετε πού πατάτε. 
Κείτονται νανουρισμένα απωθημένα. 
*******************
Έχει επίμονη και στριγκή φωνή η μοναξιά.


Οι δύο μου συμμετοχές που ταξίδεψαν στο παιχνίδι των 25 λέξεων, 
που διοργάνωσε κι έφερε εις πέρας, με τον αρτιότερο τρόπο, η Μαρία - στο Κείμενο. 

Σάββατο 18 Απριλίου 2015

Εκστατικό ψέλλισμα



Οι Μαινάδες μ' εκστατική μανία
οίνο δώσαν στην Πυθία,
και τα άναρθρα λόγια σε έμμετρο χρησμό
μπερδέψαν των μύθων τη γνώρα στο μυαλό. 

Έτσι, η Ήρα αρχίζει να μοιράζει κεραυνούς
και του έαρος ο Βορέας αποφάσιζε τους ορισμούς. 
Η σύριγξ γεννούσε μια σαγήνη, μια μαγεία
που η φρούρηση του Κέρβερου έπαυε να έχει σημασία.

Οι Κενταύροι γίνανε θαμώνες στα υπόγεια του Άδη
κι απολάμβαναν την Μέδουσα να άδει,
ενώ στις παρυφές των δασών ο Ποσειδώνας εθεάθη
κραδαίνοντας την τρίαινα για των Νυμφών τα πάθη.

Κι απ' την Τροία κλέβουνε τον Πάρη μια βραδιά
κι έμεινε η Πηνελόπη όπως όπως την Ελένη να βοηθά,
ως έμπειρη που 'χει χρόνια στα στήθη τον σεβντά
και στον λαβύρινθο της Κρήτης την βρίσκανε μεθυσμένη να γυρνά.

Δεν προφταίνω να σ' αφήσω άλλα κουτσομπολιά
άγρια των Μοιρών είν' η ματιά,
αυτές θένε να σου ξετυλίξουν την υπόλοιπη κλωστή
για να δεις μέχρι πού θα φτάσει η παράνοια αυτή.



/*  Η δική μου συμμετοχή στου Συμποσίου τη γιορτή, το 7ο κατά σειρά. 

Χίλια μπράβο στην Αριστέα μας, τον στυλοβάτη του Συμποσίου Ποίησης, και κατόπιν σε όσους είναι κομμάτι, 
με οποιονδήποτε τρόπο, σ' αυτή τη γιορτή και την στηρίζουν. */

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

Ιστορίες του Καφενέ: Ανεξάλειπτο αντάμωμα



"Σ' ευχαριστώ που ήρθες! Δεν το περίμενα, για να σου πω την αλήθεια. Όχι αφότου δεν σε είδα στην κηδεία τής μητέρας σου. 

Κάθισε, μην στέκεσαι όρθια, σε παρακαλώ.

Δεν πειράζει που ήδη παρήγγειλα, ε; Είπα στον κυρ-Τάκη να συνοδέψει τα καφεδάκια μας και μ' ένα λουκούμι, για να αφήσουν μια αχνή γλύκα σε όσα ειπωθούν. Κι έχω να σου πω πολλά, κορίτσι μου, γι' αυτό μην με διακόψεις! Θέλω να σου πω όλα όσα κρατώ τόσα χρόνια!

Ίσως έπρεπε να σου μιλήσω νωρίτερα, με συγχωρείς, μα θαρρώ πως δεν θα καταλάβαινες. Ο συσσωρευμένος θυμός και το άγουρο της ηλικίας σου δεν θα σε άφηναν να δεις καθαρά. Είναι πυκνός ο ιστός τους, και θέλει προσπάθεια και δύναμη για να καταφέρει κανείς να τον αποδομήσει.

Γεννήθηκες με στερητικά σύνδρομα. Οι γιατροί κι οι νοσοκόμες σε κράτησαν αρκετό καιρό μέχρι να επανέλθεις και ν' αποκτήσεις το βάρος που έπρεπε. Αυτό βόλεψε τη μητέρα σου, που σε άφησε εκεί, πιστεύοντας πως θα είσαι καλύτερα χωρίς αυτή. Πεταλούδα της νύχτας ήταν, μάτια μου. Παραδόθηκε στο γλυκό κάλεσμα - δεν αλλάζεις έτσι εύκολα. Συνέχισε από εκεί που έμεινε πριν σε φέρει στον κόσμο: ν' αφήνει το πατσουλί της μ' ένα θρόισμα στους άντρες. Τόσο όσο για να εξασφαλίζει την δόση της και να χάνεται στην ασφάλεια και την λύτρωση της γλυκιάς παραζάλης. Πώς θα μπορούσε να αναλάβει ένα παιδί αυτή η γυναίκα; Γι' αυτό προτίμησε να σε αφήσει εκεί.

Πατέρας σου οι γιατροί και μάνα σου οι νοσοκόμες, με τα πρώτα χρόνια σου ν' απορροφούν αρκετή  απ' την λευκότητα του νοσοκομείου, κάτι από μυρωδιά οινοπνεύματος και κονιορτό τ' ανθρώπινου πόνου.

Ερχόντουσαν από διάφορους οργανισμούς για να σε δουν, να δουν πώς τα πηγαίνεις, αν τα καταφέρνεις, πώς σ' έχουν εκεί. "Δεν είναι περιβάλλον αυτό για να μεγαλώνει ένα παιδί" ξεστόμιζαν με απογοητευμένο στόμφο κρεμώντας το κεφάλι, φεύγοντας με τη συνείδησή τους καθαρή, αφού είχαν πράξει τα δέοντα.

Κανείς δεν ήθελε ένα παιδί σημαδεμένο... Κάτι που έμαθες καλά αργότερα, που το αντιλήφθηκες από μόνη σου. Βλέπεις, το διαφορετικό πέφτει κομμάτι βαρύ στο ευαίσθητο στομάχι τής κοινωνίας. Το αποβάλλει ταχύρυθμα, οδηγώντας το στην ειρκτή, ενόσω χάνει απ' τις αισθήσεις της - παύει να βλέπει, ν' ακούει, να μιλά. Χάνει κάθε ενδιαφέρον να μάθει το πώς και το γιατί, ν' αφουγκραστεί, να βρει τρόπους.  

Έτσι, πέρασες τα πρώτα σου χρόνια εκεί. Κι αδελφοποιούσες τα υπόλοιπα παιδιά, που τα είχαν μαρκάρει κι αυτά ως παρίες. Παιδιά που ερχόντουσαν κακοποιημένα και μωλωπισμένα. Παιδιά που ξυπνούσαν από εφιάλτες με τρομερά ουρλιαχτά, που προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να γυρίσουν πάλι πίσω.

Όλα αυτά μπορεί να τα έχεις ξεχάσει, Ελπίδα μου, να μη θες να τα θυμάσαι. Μπορεί ο Μιχάλης με την Έλενα, που ήρθαν έξαφνα, σαν ευλογία, εντέλει στη ζωή σου, να σου τα μισοέσβησαν απ' το θυμητικό, που σε πήραν σπίτι τους και σε μεγάλωσαν όπως θα έπρεπε να μεγαλώνει κάθε παιδί: με ασφάλεια κι ανεκλάλητη  στοργή. Μα η ζωή μάς καλεί να διαπιστώσουμε πως όλα είναι απόρροια επιλογών και κακών επιρροών, και καμιά φορά θα πρέπει να φοράμε τα παπούτσια του άλλου με κατανόηση.

Η μητέρα σου βρέθηκε νεκρή, την σκότωσε ο νταβατζής της. 

Εδώ είναι το ημερολόγιο που διατηρούσε. Ίσως να θέλεις να το διαβάσεις, πάρ' το, και τότε μπορεί να δεις τα πράγματα λίγο διαφορετικά, από άλλη σκοπιά, κι ίσως μαλακώσεις, ίσως τη δεις με κάποια συμπάθεια και τη συγχωρήσεις."  




Η συμμετοχή μου στις Ιστορίες του Καφενέ #3

Οι υπόλοιπες εδώ



Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Το ανασάλεμα της Αλλαγής




Στο θέατρο σκιών ξανά  
το ντέφι τραγουδά.  
 Η αρκούδα χορεύει στον ρυθμό,  
 στης απελπισιάς τον βρυχηθμό.   
Για τα φιλιά που δόθηκαν σε βατράχους,  
της πατρίδας δήθεν υποτακτικούς και διανεμητές τού άχθους. 
Γι' αυτά που είπαν κι έταξαν 
αλλά στο τέλος μαζί μας έπαιξαν.  
 Τώρα το άχτι γίνεται τάμα 
στων αγγέλων με κομμένα φτερά το τάγμα.  
Πικραμένοι, ντροπαλοί και οργισμένοι  
το χέρι σηκώνουν με παλάμη ανοιγμένη,   
κραυγάζοντας "λευτεριά, ω, λευτεριά στης Αλλαγής την ανασαιμιά".



/*  Η δική μου συμμετοχή σε ένα ακόμη εξαίρετο Συμπόσιο Ποίησης, το 6ο κατά σειρά. 
Καταρχάς, χίλια μπράβο στην Αριστέα μας, τον στυλοβάτη του Συμποσίου, και κατόπιν στις παλιές καραβάνες που το στηρίζουν, στους πρωτοεμφανιζόμενους, στην λαμπερή νικήτρια (γεια σου, ρε κουμπαρόνι!!!), όπως και στην Κατερίνα (Koko), που ήταν η τυχερή της κλήρωσης (πάντα καλότυχη, Κατερίνα μου!!). 
Και φυσικά σε όλους όσοι ήθελαν απλώς να διαβάσουν.  */

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα... #2

Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα
Κέλομαί σε Γογγύλα

 
Κέλομαί σε Γογγύλα
Πέφανθι λάβοϊσά μα
Γλακτίν αν σε δηύτε πόθος
αμφιπόταταϊ.
ταν καλάν α γαρ κατάγωγις αύτα
απτόαισ' ιδοϊσαν, εγώ δε χαίρω,
και γαρ αύτα δη τόδε μέμφεταί σοι
Κυπρογένηα.
Σαπφώ (~630 - 570 π.Χ.)


Σε μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη

Σε φωνάζω Γογγύλα
Φανερώσου πάλι κοντά μου
Το χιτώνα τον άσπρο σαν το γάλα όταν φοράς,
νά 'ξερες τους πόθους που σε τριγυρίζουν
όμορφη, και πώς χαίρομαι που δεν είμαι εγώ,
μα η ίδια η Αφροδίτη που σε μαλώνει.  





Ένα διαμάντι, μ' ένα μαγικό τρίπτυχο: Σαπφώ, Χατζιδάκις & Νταντωνάκη

*********** 

 
Μια ιδέα της Μαρίας Νι 




Ας τολμήσουμε όλοι μας να νιώσουμε ελεύθεροι μέσα απ΄τους στίχους.
Να μοιραστούμε ποιήματα αγαπημένα, να μάθουμε ποιητές, 
να επιβεβαιώσουμε πως ζούμε στην χώρα αυτών.
Πώς;
Δίνω κάθε φορά εγώ την αρχή με μια ανάρτηση.
Ετοιμάζετε την δική σας ανάρτηση διαλέγοντας ένα ποίημα, δικό μας ή κάποιου αλλού.
Το συνδυάζουμε με μια φωτογραφία, δικιά μας ή κάποιου άλλου.
Το συνοδεύουμε με κάποιο τραγούδι που θεωρούμε ότι ταιριάζει.
Ή ό,τι άλλο θέλουμε σε σχέση με την ποίηση...
Η ιδέα αυτή δεν θα είναι για μια φορά, θα είναι μόνιμη στήλη και θα κρατά 2-3 μέρες.
σ.σ. Το ''Η στιγμή σου σ΄ένα ποίημα...'' είναι στήλη του Μελωδία FM 

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014

Ο Βασίλης

Ο στριγκός κι επίμονος ήχος τού ξυπνητηριού ενημέρωνε πως η ώρα είχε φτάσει 7.30 το πρωί.

Ο Βασίλης είχε σηκωθεί ένα τέταρτο νωρίτερα. Μόλις είχε πλυθεί κι ακουμπούσε το βάρος του νυσταγμένα και ράθυμα στον νεροχύτη, κοιτώντας το νερό που ακόμα έτρεχε. Έκανε να κλείσει το νερό, καθώς τα μάτια του σηκωνόντουσαν για να συναντήσουν την αντανάκλασή του στον καθρέφτη.

Τα μάτια του ποτέ δεν στεκόντουσαν στο είδωλό του παραπάνω απ' όσο έπρεπε - ίσα ίσα για να βεβαιωθεί πως ήταν σουλουπωμένος.

Τα χέρια του κινούνταν σβέλτα κι έφτιαχναν τα μαλλιά του, όσα είχαν απομείνει από αυτά. Το βλέμμα του σταθερό.  Η έκφρασή του, όπως πάντα, σοβαρή κι αυταρχική, κοσμούσε το αυλακωμένο του πρόσωπο - θαρρείς και κάθε χαρακιά στο πρόσωπό του είχε σημαδέψει και την ψυχή του, το μέσα του.   

Η σφραγίδα τού χρόνου τον είχε αλλάξει... Κάθε ψεγάδι τον αποστράγγιζε, συρρίκνωνε  την καλοσύνη και την ευγενή του φύση.  

Εξήντα δύο χρόνια ζωής μετρούσε, και το βάρος τους ήταν ανυπολόγιστο στις δικές του πλάτες - λες και κάθε έτος ζύγιζε το διπλάσιο γι' αυτόν.

Βαρύς και κουρασμένος απ' τα συμπαρομαρτούντα στο προσκήνιο της ζωής, είχε βγει σε πρόωρη σύνταξη και ζούσε αποτραβηγμένος λίγο πιο έξω απ' την πόλη, σε μια μικρή ξύλινη παράγκα. 


Ένας μικρός χώρος όλος κι όλος με τα απολύτως απαραίτητα. 

Μοναδική του συντροφιά: τα βιβλία του - ανεξίτηλη η αγάπη του γι' αυτά στον χρόνο, όπως και κάποιες ξύλινες φιγούρες, που τους έδινε ζωή μέσα από κομμάτια ξύλου που πήγαινε κι έκοβε περιστασιακά.


Κατευθύνθηκε έξω κι έκλεισε το ξυπνητήρι, που συνέχιζε στον επίμονο ρυθμό του.

Η ματιά του πήγε κι ακούμπησε στο ανοιχτό βιβλίο - ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι που είχε ξεχάσει ο εγγονός του, που τον είχε επισκεφτεί τις προάλλες, ξαποσταίνοντας στην πολύχρωμη εικονογράφηση. Ένα περήφανο ελατάκι, φορτωμένο στολίδια και με πολλά δώρα από κάτω του, του έκλεινε το μάτι.

Κάθισε στην πολυθρόνα και πήρε να το ξεφυλλίζει, χαμένος στις χριστουγεννιάτικες αφηγήσεις και τις ζωγραφιές που τις συνόδευαν.

"Μα τι ώρα να έχει πάει;" αργοσάλεψε η σκέψη στην άκρη τού μυαλού του, ενώ έκλειναν τα βλέφαρά του σε έναν βαθύ, γλυκό ύπνο.

Και μες στον ύπνο του το σπιτικό του άλλαξε, δεν φορούσε πια το ντύμα τής απλότητας. Το βλέμμα ζέσταιναν έντονα χρώματα από στολίδια που δέσποζαν στον χώρο, που τον άλλαζαν... κι από ένα μικρό φτωχικό τον μετέτρεπαν σε παλατάκι.

"Τι όμορφα που είναι" μουρμούριζε μέσα στον ύπνο του, κι ένα πλατύ χαμόγελο μεταμόρφωνε το πρόσωπό του, αφήνοντάς του γλυκάδα στα χείλη.

Ο Βασίλης έστριψε στο πλάι και μιαν άλλη εικόνα είχε ξεδιπλωθεί μπροστά του. Ήταν ο εγγονός του που τον επανέφερε στο τώρα λέγοντάς του "σειρά σου τώρα", καθισμένος στην άκρη του τραπεζιού, μπροστά από ένα επιτραπέζιο.

Το χέρι του μάζεψε το ζάρι, και το άφησε κάτω με την ένδειξη του τέσσερα. Άρπαξε το πιόνι του και το προχώρησε τέσσερα νταμάκια μπροστά, αφήνοντάς το πάνω στο πρόσωπο του νάνου.

Αίφνης, με το που άφησε το πιόνι του επάνω στον νάνο, ο νάνος ξεπήδησε απ' το ταμπλό και του άρπαξε το χέρι, τραβώντας τον μέσα στο παιχνίδι.

Ούτε ο ίδιος δεν ήξερε πόσα λεπτά βρισκόταν μέσα στο πηχτό σκοτάδι. Η μόνη του αίσθηση ήταν αυτή του γλιστρήματος,  σαν αυτή της τσουλήθρας, κι η πίεση που ασκούσε το χέρι του νάνου στο δικό του, έτσι όπως τον κρατούσε σφιχτά κοντά του.

Ένα σύμφυρμα ζοφερών σκέψεων κι ερωτηματικών τυραννούσε το μυαλό του μέσα σ' αυτή τη νεφελώδη αβεβαιότητα, που ξαφνικά ξετυλίχτηκε μπροστά του. Αλλά, γρήγορα η προσοχή του εστίασε στο λευκό που ολοένα και μεγάλωνε, καθώς το πλησίαζε, ώσπου προσγειώθηκε μαζί με τον νάνο πάνω σε μία σωρό από λευκούς φακέλους, ή διπλωμένα χαρτιά.

Η ταραχή κι η απορία του πήραν να μεγαλώνουν, όταν τα μάτια του αντίκρισαν γύρω του ταράνδους, νάνους και διάφορα ξωτικά που τρέχανε αλαφιασμένα δώθε κείθε, είτε διαβάζοντας απ' τη χάρτινη στοίβα είτε απιθώνοντας κουτιά, σε ποικίλα μεγέθη, μέσα σ' ένα ευμέγεθες έλκηθρο, κι ακούγοντας μια παράξενη, διαπεραστική φωνή να διαμαρτύρεται εντόνως και με μια ανάσα "Άγιε Βασίλη, πάλι μας την έσκασες και μας άφησες να κάνουμε όλη την δουλειά", δίνοντάς του την κόκκινη στολή του.

Ο Βασίλης πετάχτηκε όρθιος.

"Τι όνειρο κι αυτό" μουρμούρισε σαστισμένος.

Αλλά, ο σπόρος τής αφύπνισης είχε μπει μέσα του, ο κρουνός είχε ανοίξει.

Γιατί μέσα μας όλοι κρύβουμε έναν εν δυνάμει Άγιο Βασίλη. 



Και κάτι δικό μου στην παρεούλα μας, εντός κλίματος, 
συνοδευόμενο με τις θερμότερες ευχές μου για τις γιορτινές μέρες. Υγεία, χαρά κι αγάπη για εσάς και τους δικούς σας ανθρώπους. 
Να περάσετε υπέροχα!!

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

Στον γενέθλιο αχό

Πρώτη του Δεκέμβρη η σημερινή ημέρα
Και του μαγεμένου δοξαριού οι τόνοι ηχούν ως πέρα.
Γι' άλλη μια φορά γλυκός ακούγεται ο γενέθλιος αχός
Προϋπαντήζει την σωρεία των ευχών, στο σκαλοπάτι του προσεχώς.
Τ' αστέρια σκύβουν ν' αγκαλιάσουνε τη Γη
Ν' αφήσουν δώρο χάδι ανεξίτηλο και ζεστό στη δική σου ψυχή.
Στην θύμηση του ονόματός σου που κεντήσανε οι Μοίρες
Στο χρυσοστόλιστο υφαντό που σε τύλιξε σαν ήρθες.
Σκύβει κι η σελήνη στων άστρων την κουστωδία
Και σου αφήνει δώρο πολύτιμο, το φως τού σύμπαντος να έχεις στης ζωής τη χορωδία.
Μες σ' αυτή τη μυσταγωγία
Φεγγαρολουσμένη στέκεις κι αστράφτεις από χαρά - το ξέρεις, για μένα, η θέασή σου αυτή έχει κάτι από μαγεία.
Μπουκέτο ανθισμένο σου αφήνω στην αγκαλιά
Μ' αρώματα, γεμάτα ευχές είναι τα γιασεμιά.
Με τα χείλη να μουρμουρίζουνε γλυκά
"Χρόνια πολλά, μαμά".
Και το ζευγάρι των χειλιών μας σε πλατιά καμπύλη
Αντάμα στης ματιάς την αγάπη που ποτέ δεν σβήνει. 


*Στην τριανταφυλλιά της ζωής μου, την μαμά μου 



/*Έχει γενέθλια και η me (maria) μας σήμερα. 
Οι θερμές μου ευχές συντροφιά σου, Μαρία μου, 
μέχρι να σου ευχηθώ λίγο πιο προσωπικά.*/


Φιλώ όλη την εδώ παρεούλα, που μου έχει λείψει άμετρα. 
Δεν σας ξέχασα, αλήθεια - το θέμα "ίντερνετ" παραμένει.