Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

Ιστορίες του Καφενέ: Ανεξάλειπτο αντάμωμα



"Σ' ευχαριστώ που ήρθες! Δεν το περίμενα, για να σου πω την αλήθεια. Όχι αφότου δεν σε είδα στην κηδεία τής μητέρας σου. 

Κάθισε, μην στέκεσαι όρθια, σε παρακαλώ.

Δεν πειράζει που ήδη παρήγγειλα, ε; Είπα στον κυρ-Τάκη να συνοδέψει τα καφεδάκια μας και μ' ένα λουκούμι, για να αφήσουν μια αχνή γλύκα σε όσα ειπωθούν. Κι έχω να σου πω πολλά, κορίτσι μου, γι' αυτό μην με διακόψεις! Θέλω να σου πω όλα όσα κρατώ τόσα χρόνια!

Ίσως έπρεπε να σου μιλήσω νωρίτερα, με συγχωρείς, μα θαρρώ πως δεν θα καταλάβαινες. Ο συσσωρευμένος θυμός και το άγουρο της ηλικίας σου δεν θα σε άφηναν να δεις καθαρά. Είναι πυκνός ο ιστός τους, και θέλει προσπάθεια και δύναμη για να καταφέρει κανείς να τον αποδομήσει.

Γεννήθηκες με στερητικά σύνδρομα. Οι γιατροί κι οι νοσοκόμες σε κράτησαν αρκετό καιρό μέχρι να επανέλθεις και ν' αποκτήσεις το βάρος που έπρεπε. Αυτό βόλεψε τη μητέρα σου, που σε άφησε εκεί, πιστεύοντας πως θα είσαι καλύτερα χωρίς αυτή. Πεταλούδα της νύχτας ήταν, μάτια μου. Παραδόθηκε στο γλυκό κάλεσμα - δεν αλλάζεις έτσι εύκολα. Συνέχισε από εκεί που έμεινε πριν σε φέρει στον κόσμο: ν' αφήνει το πατσουλί της μ' ένα θρόισμα στους άντρες. Τόσο όσο για να εξασφαλίζει την δόση της και να χάνεται στην ασφάλεια και την λύτρωση της γλυκιάς παραζάλης. Πώς θα μπορούσε να αναλάβει ένα παιδί αυτή η γυναίκα; Γι' αυτό προτίμησε να σε αφήσει εκεί.

Πατέρας σου οι γιατροί και μάνα σου οι νοσοκόμες, με τα πρώτα χρόνια σου ν' απορροφούν αρκετή  απ' την λευκότητα του νοσοκομείου, κάτι από μυρωδιά οινοπνεύματος και κονιορτό τ' ανθρώπινου πόνου.

Ερχόντουσαν από διάφορους οργανισμούς για να σε δουν, να δουν πώς τα πηγαίνεις, αν τα καταφέρνεις, πώς σ' έχουν εκεί. "Δεν είναι περιβάλλον αυτό για να μεγαλώνει ένα παιδί" ξεστόμιζαν με απογοητευμένο στόμφο κρεμώντας το κεφάλι, φεύγοντας με τη συνείδησή τους καθαρή, αφού είχαν πράξει τα δέοντα.

Κανείς δεν ήθελε ένα παιδί σημαδεμένο... Κάτι που έμαθες καλά αργότερα, που το αντιλήφθηκες από μόνη σου. Βλέπεις, το διαφορετικό πέφτει κομμάτι βαρύ στο ευαίσθητο στομάχι τής κοινωνίας. Το αποβάλλει ταχύρυθμα, οδηγώντας το στην ειρκτή, ενόσω χάνει απ' τις αισθήσεις της - παύει να βλέπει, ν' ακούει, να μιλά. Χάνει κάθε ενδιαφέρον να μάθει το πώς και το γιατί, ν' αφουγκραστεί, να βρει τρόπους.  

Έτσι, πέρασες τα πρώτα σου χρόνια εκεί. Κι αδελφοποιούσες τα υπόλοιπα παιδιά, που τα είχαν μαρκάρει κι αυτά ως παρίες. Παιδιά που ερχόντουσαν κακοποιημένα και μωλωπισμένα. Παιδιά που ξυπνούσαν από εφιάλτες με τρομερά ουρλιαχτά, που προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να γυρίσουν πάλι πίσω.

Όλα αυτά μπορεί να τα έχεις ξεχάσει, Ελπίδα μου, να μη θες να τα θυμάσαι. Μπορεί ο Μιχάλης με την Έλενα, που ήρθαν έξαφνα, σαν ευλογία, εντέλει στη ζωή σου, να σου τα μισοέσβησαν απ' το θυμητικό, που σε πήραν σπίτι τους και σε μεγάλωσαν όπως θα έπρεπε να μεγαλώνει κάθε παιδί: με ασφάλεια κι ανεκλάλητη  στοργή. Μα η ζωή μάς καλεί να διαπιστώσουμε πως όλα είναι απόρροια επιλογών και κακών επιρροών, και καμιά φορά θα πρέπει να φοράμε τα παπούτσια του άλλου με κατανόηση.

Η μητέρα σου βρέθηκε νεκρή, την σκότωσε ο νταβατζής της. 

Εδώ είναι το ημερολόγιο που διατηρούσε. Ίσως να θέλεις να το διαβάσεις, πάρ' το, και τότε μπορεί να δεις τα πράγματα λίγο διαφορετικά, από άλλη σκοπιά, κι ίσως μαλακώσεις, ίσως τη δεις με κάποια συμπάθεια και τη συγχωρήσεις."  




Η συμμετοχή μου στις Ιστορίες του Καφενέ #3

Οι υπόλοιπες εδώ



Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Το ανασάλεμα της Αλλαγής




Στο θέατρο σκιών ξανά  
το ντέφι τραγουδά.  
 Η αρκούδα χορεύει στον ρυθμό,  
 στης απελπισιάς τον βρυχηθμό.   
Για τα φιλιά που δόθηκαν σε βατράχους,  
της πατρίδας δήθεν υποτακτικούς και διανεμητές τού άχθους. 
Γι' αυτά που είπαν κι έταξαν 
αλλά στο τέλος μαζί μας έπαιξαν.  
 Τώρα το άχτι γίνεται τάμα 
στων αγγέλων με κομμένα φτερά το τάγμα.  
Πικραμένοι, ντροπαλοί και οργισμένοι  
το χέρι σηκώνουν με παλάμη ανοιγμένη,   
κραυγάζοντας "λευτεριά, ω, λευτεριά στης Αλλαγής την ανασαιμιά".



/*  Η δική μου συμμετοχή σε ένα ακόμη εξαίρετο Συμπόσιο Ποίησης, το 6ο κατά σειρά. 
Καταρχάς, χίλια μπράβο στην Αριστέα μας, τον στυλοβάτη του Συμποσίου, και κατόπιν στις παλιές καραβάνες που το στηρίζουν, στους πρωτοεμφανιζόμενους, στην λαμπερή νικήτρια (γεια σου, ρε κουμπαρόνι!!!), όπως και στην Κατερίνα (Koko), που ήταν η τυχερή της κλήρωσης (πάντα καλότυχη, Κατερίνα μου!!). 
Και φυσικά σε όλους όσοι ήθελαν απλώς να διαβάσουν.  */

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα... #2

Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα
Κέλομαί σε Γογγύλα

 
Κέλομαί σε Γογγύλα
Πέφανθι λάβοϊσά μα
Γλακτίν αν σε δηύτε πόθος
αμφιπόταταϊ.
ταν καλάν α γαρ κατάγωγις αύτα
απτόαισ' ιδοϊσαν, εγώ δε χαίρω,
και γαρ αύτα δη τόδε μέμφεταί σοι
Κυπρογένηα.
Σαπφώ (~630 - 570 π.Χ.)


Σε μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη

Σε φωνάζω Γογγύλα
Φανερώσου πάλι κοντά μου
Το χιτώνα τον άσπρο σαν το γάλα όταν φοράς,
νά 'ξερες τους πόθους που σε τριγυρίζουν
όμορφη, και πώς χαίρομαι που δεν είμαι εγώ,
μα η ίδια η Αφροδίτη που σε μαλώνει.  





Ένα διαμάντι, μ' ένα μαγικό τρίπτυχο: Σαπφώ, Χατζιδάκις & Νταντωνάκη

*********** 

 
Μια ιδέα της Μαρίας Νι 




Ας τολμήσουμε όλοι μας να νιώσουμε ελεύθεροι μέσα απ΄τους στίχους.
Να μοιραστούμε ποιήματα αγαπημένα, να μάθουμε ποιητές, 
να επιβεβαιώσουμε πως ζούμε στην χώρα αυτών.
Πώς;
Δίνω κάθε φορά εγώ την αρχή με μια ανάρτηση.
Ετοιμάζετε την δική σας ανάρτηση διαλέγοντας ένα ποίημα, δικό μας ή κάποιου αλλού.
Το συνδυάζουμε με μια φωτογραφία, δικιά μας ή κάποιου άλλου.
Το συνοδεύουμε με κάποιο τραγούδι που θεωρούμε ότι ταιριάζει.
Ή ό,τι άλλο θέλουμε σε σχέση με την ποίηση...
Η ιδέα αυτή δεν θα είναι για μια φορά, θα είναι μόνιμη στήλη και θα κρατά 2-3 μέρες.
σ.σ. Το ''Η στιγμή σου σ΄ένα ποίημα...'' είναι στήλη του Μελωδία FM 

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014

Ο Βασίλης

Ο στριγκός κι επίμονος ήχος τού ξυπνητηριού ενημέρωνε πως η ώρα είχε φτάσει 7.30 το πρωί.

Ο Βασίλης είχε σηκωθεί ένα τέταρτο νωρίτερα. Μόλις είχε πλυθεί κι ακουμπούσε το βάρος του νυσταγμένα και ράθυμα στον νεροχύτη, κοιτώντας το νερό που ακόμα έτρεχε. Έκανε να κλείσει το νερό, καθώς τα μάτια του σηκωνόντουσαν για να συναντήσουν την αντανάκλασή του στον καθρέφτη.

Τα μάτια του ποτέ δεν στεκόντουσαν στο είδωλό του παραπάνω απ' όσο έπρεπε - ίσα ίσα για να βεβαιωθεί πως ήταν σουλουπωμένος.

Τα χέρια του κινούνταν σβέλτα κι έφτιαχναν τα μαλλιά του, όσα είχαν απομείνει από αυτά. Το βλέμμα του σταθερό.  Η έκφρασή του, όπως πάντα, σοβαρή κι αυταρχική, κοσμούσε το αυλακωμένο του πρόσωπο - θαρρείς και κάθε χαρακιά στο πρόσωπό του είχε σημαδέψει και την ψυχή του, το μέσα του.   

Η σφραγίδα τού χρόνου τον είχε αλλάξει... Κάθε ψεγάδι τον αποστράγγιζε, συρρίκνωνε  την καλοσύνη και την ευγενή του φύση.  

Εξήντα δύο χρόνια ζωής μετρούσε, και το βάρος τους ήταν ανυπολόγιστο στις δικές του πλάτες - λες και κάθε έτος ζύγιζε το διπλάσιο γι' αυτόν.

Βαρύς και κουρασμένος απ' τα συμπαρομαρτούντα στο προσκήνιο της ζωής, είχε βγει σε πρόωρη σύνταξη και ζούσε αποτραβηγμένος λίγο πιο έξω απ' την πόλη, σε μια μικρή ξύλινη παράγκα. 


Ένας μικρός χώρος όλος κι όλος με τα απολύτως απαραίτητα. 

Μοναδική του συντροφιά: τα βιβλία του - ανεξίτηλη η αγάπη του γι' αυτά στον χρόνο, όπως και κάποιες ξύλινες φιγούρες, που τους έδινε ζωή μέσα από κομμάτια ξύλου που πήγαινε κι έκοβε περιστασιακά.


Κατευθύνθηκε έξω κι έκλεισε το ξυπνητήρι, που συνέχιζε στον επίμονο ρυθμό του.

Η ματιά του πήγε κι ακούμπησε στο ανοιχτό βιβλίο - ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι που είχε ξεχάσει ο εγγονός του, που τον είχε επισκεφτεί τις προάλλες, ξαποσταίνοντας στην πολύχρωμη εικονογράφηση. Ένα περήφανο ελατάκι, φορτωμένο στολίδια και με πολλά δώρα από κάτω του, του έκλεινε το μάτι.

Κάθισε στην πολυθρόνα και πήρε να το ξεφυλλίζει, χαμένος στις χριστουγεννιάτικες αφηγήσεις και τις ζωγραφιές που τις συνόδευαν.

"Μα τι ώρα να έχει πάει;" αργοσάλεψε η σκέψη στην άκρη τού μυαλού του, ενώ έκλειναν τα βλέφαρά του σε έναν βαθύ, γλυκό ύπνο.

Και μες στον ύπνο του το σπιτικό του άλλαξε, δεν φορούσε πια το ντύμα τής απλότητας. Το βλέμμα ζέσταιναν έντονα χρώματα από στολίδια που δέσποζαν στον χώρο, που τον άλλαζαν... κι από ένα μικρό φτωχικό τον μετέτρεπαν σε παλατάκι.

"Τι όμορφα που είναι" μουρμούριζε μέσα στον ύπνο του, κι ένα πλατύ χαμόγελο μεταμόρφωνε το πρόσωπό του, αφήνοντάς του γλυκάδα στα χείλη.

Ο Βασίλης έστριψε στο πλάι και μιαν άλλη εικόνα είχε ξεδιπλωθεί μπροστά του. Ήταν ο εγγονός του που τον επανέφερε στο τώρα λέγοντάς του "σειρά σου τώρα", καθισμένος στην άκρη του τραπεζιού, μπροστά από ένα επιτραπέζιο.

Το χέρι του μάζεψε το ζάρι, και το άφησε κάτω με την ένδειξη του τέσσερα. Άρπαξε το πιόνι του και το προχώρησε τέσσερα νταμάκια μπροστά, αφήνοντάς το πάνω στο πρόσωπο του νάνου.

Αίφνης, με το που άφησε το πιόνι του επάνω στον νάνο, ο νάνος ξεπήδησε απ' το ταμπλό και του άρπαξε το χέρι, τραβώντας τον μέσα στο παιχνίδι.

Ούτε ο ίδιος δεν ήξερε πόσα λεπτά βρισκόταν μέσα στο πηχτό σκοτάδι. Η μόνη του αίσθηση ήταν αυτή του γλιστρήματος,  σαν αυτή της τσουλήθρας, κι η πίεση που ασκούσε το χέρι του νάνου στο δικό του, έτσι όπως τον κρατούσε σφιχτά κοντά του.

Ένα σύμφυρμα ζοφερών σκέψεων κι ερωτηματικών τυραννούσε το μυαλό του μέσα σ' αυτή τη νεφελώδη αβεβαιότητα, που ξαφνικά ξετυλίχτηκε μπροστά του. Αλλά, γρήγορα η προσοχή του εστίασε στο λευκό που ολοένα και μεγάλωνε, καθώς το πλησίαζε, ώσπου προσγειώθηκε μαζί με τον νάνο πάνω σε μία σωρό από λευκούς φακέλους, ή διπλωμένα χαρτιά.

Η ταραχή κι η απορία του πήραν να μεγαλώνουν, όταν τα μάτια του αντίκρισαν γύρω του ταράνδους, νάνους και διάφορα ξωτικά που τρέχανε αλαφιασμένα δώθε κείθε, είτε διαβάζοντας απ' τη χάρτινη στοίβα είτε απιθώνοντας κουτιά, σε ποικίλα μεγέθη, μέσα σ' ένα ευμέγεθες έλκηθρο, κι ακούγοντας μια παράξενη, διαπεραστική φωνή να διαμαρτύρεται εντόνως και με μια ανάσα "Άγιε Βασίλη, πάλι μας την έσκασες και μας άφησες να κάνουμε όλη την δουλειά", δίνοντάς του την κόκκινη στολή του.

Ο Βασίλης πετάχτηκε όρθιος.

"Τι όνειρο κι αυτό" μουρμούρισε σαστισμένος.

Αλλά, ο σπόρος τής αφύπνισης είχε μπει μέσα του, ο κρουνός είχε ανοίξει.

Γιατί μέσα μας όλοι κρύβουμε έναν εν δυνάμει Άγιο Βασίλη. 



Και κάτι δικό μου στην παρεούλα μας, εντός κλίματος, 
συνοδευόμενο με τις θερμότερες ευχές μου για τις γιορτινές μέρες. Υγεία, χαρά κι αγάπη για εσάς και τους δικούς σας ανθρώπους. 
Να περάσετε υπέροχα!!

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

Στον γενέθλιο αχό

Πρώτη του Δεκέμβρη η σημερινή ημέρα
Και του μαγεμένου δοξαριού οι τόνοι ηχούν ως πέρα.
Γι' άλλη μια φορά γλυκός ακούγεται ο γενέθλιος αχός
Προϋπαντήζει την σωρεία των ευχών, στο σκαλοπάτι του προσεχώς.
Τ' αστέρια σκύβουν ν' αγκαλιάσουνε τη Γη
Ν' αφήσουν δώρο χάδι ανεξίτηλο και ζεστό στη δική σου ψυχή.
Στην θύμηση του ονόματός σου που κεντήσανε οι Μοίρες
Στο χρυσοστόλιστο υφαντό που σε τύλιξε σαν ήρθες.
Σκύβει κι η σελήνη στων άστρων την κουστωδία
Και σου αφήνει δώρο πολύτιμο, το φως τού σύμπαντος να έχεις στης ζωής τη χορωδία.
Μες σ' αυτή τη μυσταγωγία
Φεγγαρολουσμένη στέκεις κι αστράφτεις από χαρά - το ξέρεις, για μένα, η θέασή σου αυτή έχει κάτι από μαγεία.
Μπουκέτο ανθισμένο σου αφήνω στην αγκαλιά
Μ' αρώματα, γεμάτα ευχές είναι τα γιασεμιά.
Με τα χείλη να μουρμουρίζουνε γλυκά
"Χρόνια πολλά, μαμά".
Και το ζευγάρι των χειλιών μας σε πλατιά καμπύλη
Αντάμα στης ματιάς την αγάπη που ποτέ δεν σβήνει. 


*Στην τριανταφυλλιά της ζωής μου, την μαμά μου 



/*Έχει γενέθλια και η me (maria) μας σήμερα. 
Οι θερμές μου ευχές συντροφιά σου, Μαρία μου, 
μέχρι να σου ευχηθώ λίγο πιο προσωπικά.*/


Φιλώ όλη την εδώ παρεούλα, που μου έχει λείψει άμετρα. 
Δεν σας ξέχασα, αλήθεια - το θέμα "ίντερνετ" παραμένει.

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Το φιλντισένιο πουλί


Τι είν' η ποίηση αν όχι ένα πουλί καμωμένο από φίλντισι; Που το στιλβωμένο του φτέρωμα αντανακλά το φως και το σκότος αναλόγως του ποιητή το εσωτερικό καθεστώτος; Στα ταξίδια του τ' αλαργινά οι επηρμένοι ρούνοι τού προστάζουν την αναγέννηση ή τον αφανισμό - κι υπακούει ευλαβικά. Ένας μικρός συνένοχος, μια ιστορία με ψυχή συνωμοτική και λεξικές εκπυρσοκροτήσεις σε σύνδεση κρυπτική. Πότε γίνεται ένα λευκό λουλούδι σε σκουρόχρωμο στερέωμα, και πότε πυρά, καντάδα που υμνεί της απόγνωσης το όμμα. Ένα λυτρωτικό, μοναχικό δάκρυ σε σχήμα πουλιού, μετάληψη της διύλισης κάθε συναισθήματος αγνού.

*Στην Αριστέα :)

 

Φέρνω στο νου μου το Συμπόσιό μας πώς ξεκίνησε. Δειλά δειλά. 
Κι έφτασε να έχει γίνει ένα μικρό γαϊτανάκι ομορφιάς, που βάστηξε μέχρι τώρα και μας ευφραίνει τόσο. 
Γι' αυτό πρώτα ένα μπράβο-ευχαριστώ στην Αριστέα μας, ακούραστη συντονίστρια κι αφορμή αυτού, κι έπειτα σε όλους όσοι στηρίζουν με οποιονδήποτε τρόπο αυτό το δρώμενο. 
Ο καλυτερότερος γύρος ήταν αυτός, μακράν. 
Θερμά συγχαρητήρια σε όλους...
Άντε, και στον επόμενο. 
Με την ίδια ποιότητα και το ίδιο κέφι και μεράκι. 


Πω πω, νιώθω ότι λείπω κάνα χρόνο από εδώ. Μου λείψατε πολύ. :)
Ας όψεται και το πρόβλημα με το ίντερνετ που με καθυστέρησε λιγάκι παραπάνω - και τώρα μετά βίας κατάφερα να δημοσιεύσω την ανάρτηση, απ' το πρωί προσπαθώ, αλλά σούρνεται σα σαλιγκάρι. 
Φιλιά ολούθε για την ώρα, κι (ελπίζω) οσονούπω θα τα πούμε.  

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

«Ένας πίνακας… δυο ιστορίες» #2


«Ένας πίνακας… δυο ιστορίες».  Θέλω να εμπνευστείτε από έναν πίνακα που σε εσάς κάτι λέει, να μας τον συστήσετε με λίγα λόγια για να τον μάθουμε κι εμείς  και να γράψετε δυο ιστορίες (πεζό ή ποίημα) διαφορετικές.
α) Αντανάκλαση: Η ιστορία-αντανάκλαση θα είναι μια ιστορία που είτε απεικονίζει το θέμα του πίνακα είτε αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτό που νιώθετε εσείς για τον πίνακα.
β) Παραμορφωτικός καθρέφτης: Η ιστορία-παραμορφωτικός καθρέφτης θα είναι το αντίθετο.. Μια ιστορία που είτε θα παραμορφώνει το θέμα του πίνακα είτε θα περιγράφει το εντελώς αντίθετο από αυτό που νιώθετε για τον πίνακα.
Μια ιδέα της Μαριλένας μας

Lilith του John Collier  
[1892]


Η Λίλιθ θεωρείται πως ήταν η πρώτη γυναίκα που κλήθηκε να παίξει τον ρόλο της συντρόφου τού Αδάμ. Επειδή δεν ήταν διατεθειμένη να καθυποταχθεί σ' αυτόν, εξορίστηκε απ' τον Παράδεισο

Κατ' ουδένα τρόπο συνηθισμένη. 
Σημαδεμένη για πάντα από την Πτώση - είναι η θηλυκή έκφραση του Εωσφόρου 
(Ἕως, (αυγή) + φέρω - ο φέρων το φως της γνώσης στους ανθρώπους). 

Οι μύθοι, που είναι συνδεδεμένοι με τ' όνομά της, είναι πάμπολλοι.
(της παιδοκτόνου, της μορφής φιδιού - πειρασμού κ.α.)

Έγινε σύμβολο της πνευματικότητας, της απελευθέρωσης, της λαγνείας και της αντισυμβατικότητας, 
όπως και του φεμινισμού. 

 Η Λίλιθ του Τζων Κόλιερ, αποτυπωμένη εξωραϊστικά, αποπνέει μεγάλο αισθησιασμό κι ανυπέρβλητη θηλυκότητα. Είναι μια ανθρωποποιημένη εκδοχή της, καθώς οι απεικονίσεις της, αναλόγως την στάση που διατηρούσαν οι καλλιτέχνες απέναντι στο αρχέτυπο, ποικίλλουν - παριστάνοντάς την με δεκάδες τρόπους (από αισθησιακή και φιλήδονη μέχρι δαιμόνισσα / τερατόμορφη).


Αντανάκλαση ~ Η βαρκάρισσα του βούρκου



Στην έρημο
Είδα ένα πλάσμα, γυμνό, κτηνώδες,
Καθόταν καταγής,
Κράταγε στα χέρια του την καρδιά του
Και την έτρωγε.
Είπα, «Είναι καλή, φίλε;»
«Είναι πικρή — πικρή», μου απάντησε∙
«Αλλά μ’ αρέσει
Γιατί είναι πικρή
Και γιατί ‘ναι η καρδιά μου».
 

~Στην έρημο - Στήβεν Κρέην

Αυτό έγραφε η σελίδα που συγκρατούσαν μετά βίας τα τρεμάμενα κι αδύναμα δάχτυλά του. Την είχε σκίσει απ' το βιβλίο, πριν ξημερώσει ακόμα, για να την διαβάζει ξανά και ξανά, μέχρι να μπορεί να ανασύρει κάθε στίχο απ' το πηγάδι του μυαλού του, όταν η μέρα φορέσει το νυχτικό της και πάει να αναπαυτεί στην κλίνη της, και τον αφήσει στο πηχτό σκοτάδι. Κάθε που τελείωνε ο κύκλος τής επανάληψης, μία άλικη στάλα καθόταν στα ταλαιπωρημένα του ρούχα, και τα κυρίευε. Τα ματωμένα ρούχα έκαιγαν το κορμί του, και σμίλευαν τις εκφράσεις στο πρόσωπό του, που έσταζε απ' τον ιδρώτα. Το μυαλό του χαμένο στην παραζάλη, του έπαιζε περίεργα παιχνίδια. Έπαιζε συνεχώς φωτογραφίες αυτής της διαβολογυναίκας, της βαρκάρισσας του βούρκου, όπως την αποκαλούσε αηδιασμένος, όταν είδε το πραγματικό της πρόσωπο και συνειδητοποίησε τι άφηνε στο διάβα της. Οι εικόνες εναλλάσσονταν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Άλλες τον έκαναν να μαζεύεται σε εμβρυική στάση, θρηνώντας. Άλλες ξαμολούσαν το κάθε του κύτταρο κι έκαναν το πυρακτωμένα τρομαγμένο του βλέμμα να μαλακώνει. Τον είχε παρασύρει αυτή με της στιλάτες, μη μου άπτου γόβες της. Αγκιστρωνόταν στη ματιά της δίχως να προβάλλει αντίσταση - τόσο θηλυκά μάτια που δεν μπορεί ν' αντέξει η ύπαρξη. Παραδινόταν στον αέρα της ανεξαρτησίας, του αισθησιασμού και της δυναμικότητάς της, όπως παραδίνεται ένας κόκκος άμμου στο περιπαικτικό αέρι. Είχε παγιδευτεί στον ιστό τού αδιάντροπου έρωτά της. Μυούμενος στην απελευθερωμένη σεξουαλικότητά της είχε καταντήσει δούλος, μα δεν τον ένοιαζε - το απολάμβανε εξίσου. Βιολί γινόταν στα χέρια της. Κι αυτή ήταν το δοξάρι, που σύρονταν πάνω στις χορδές - και σόλαρε με ρεβεράντζα στο λάγνο μιμόρχημα της ερωτικής πράξης. Κι η ξεπουλημένη του ψυχή, γελούσε χαιρέκακα εις βάρος της, όταν έπεσε σαν μαριονέτα μέσα στα ίδια της τα νήματα, σ' αυτά που μέχρι πρότινος την συγκρατούσαν - έτσι είναι, αγάπη μου, όταν αφήνεσαι σε τέτοια χέρια. Γιατί ακόμα κι αυτός που νομίζει πως έχει αρχίδια, καταντά ευνουχισμένος και φυλακισμένος σε μια σκοτεινή μήτρα, όταν αποφασίζει να παίξει με την φλόγα τής αυτάρεσκης Αλαζονείας.  

 σολ, ρε, λα, μι = το τονικό ύψος των τεσσάρων χορδών του βιολιού

 
 

Παραμορφωτικός καθρέφτης ~ Μια υπεράνθρωπη από πορσελάνη


"Άσπρη πολύ. Όμορφη κι αρχοντική. Λίγο αυστηρή, μα έτοιμη να σπάσει και να ελευθερώσει δάκρυα, με τα οποία θα παρασύρει οπτικοποιημένα -στην άκρη των βλεφάρων της- την όποια ασχήμια και δυστυχία αντικρίσει. Δύο χέρια πάλλευκα με μακριά δάχτυλα, ντυμένα πολλές ώρες της ημέρας με λευκά γάντια - ταίριαζαν τόσο στο χρώμα της επιδερμίδας της, θαρρείς και δεν τα φορούσε. Βλέπετε, δούλευε ως καθαρίστρια στο νοσοκομείο. Την κούραση και τον φόρτο δεν τα λογάριαζε. Ο πόνος που καθημερινώς αντίκριζε, όμως, την τσάκιζε. Ξαπλωμένα ακίνητα κορμιά στο λευκό κρεβάτι - μα από αρρώστια, μα από ατύχημα. Και τα βογκητά ήσαν απόηχος στ' αφτιά της ακόμα κι όταν σχόλαγε και γύριζε το κλειδί στην κλειδαριά του σπιτιού της. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έγινε μάρτυρας και σ' εκείνες τις μικρές, τελευταίες στιγμές όπου ο άνθρωπος μικραίνει και ξαναγίνεται ένα μικρό, αδύναμο και φοβισμένο παιδί. Μια γυναίκα μ' ένα γενναιόδωρο χαμόγελο και καλοσυνάτη ματιά, που έδινε πνοή και νόημα στην έννοια της γλυκύτητας. Δυο αφτιά ν' ακούν, και δυο χέρια να δίνουν. Δικαίως την αποκαλούσαν "πορσελάνινη Μητέρα". 

Δεν έχω να προσθέσω τίποτε άλλο, πάτερ." είπε η Γωγώ, η καλύτερή της φίλη, πάνω απ' το άψυχο σώμα τής πορσελάνινης υπεράνθρωπης.



Η ανάρτηση αφιερώνεται στο Μαριλενάκι και την Nastenka...
μπορεί να καθυστερώ, αλλά -πάντοτε- τηρώ τις υποσχέσεις μου :)






Συμμετέχουν